Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018

Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός. Ομολογία και Απολογία δι' απόκρουσιν συκοφαντιών

 


ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ∆Ι’ ΑΠΟΚΡΟΥΣΙΝ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΩΝ
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου ∆. Μεταλληνοῦ
Ἀφορµὴ στὴ σύνταξη τοῦ παρόντος σηµειώµατος µοῦ ἔδωσε τὸ βαρυσήµαντο ἄρθρο τοῦ ἀγαπητοῦ Συναδέλφου π. Βασιλείου Βολουδάκη, στὸ φ. 2112/ 8.4.2016 τοῦ Ο.Τ. µὲ τὸν τίτλο «Ὁ Παναγιώτατος ἐτόλµησε νὰ ζητήση ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὰς «Νέας Χώρας»». Στὸ κείµενο αὐτό, διακρινόµενο γιὰ τὴν ἀγωνιστικότητα καὶ εὐστοχία του, ὁ π. Βασίλειος σηµειώνει: «Ἐγκυρότατες πληροφορίες ποὺ περιῆλθαν εἰς γνῶσιν µου ἀπὸ κορυφαίους παράγοντες τῆς Πατρίδας µας, ἀποκαλύπτουν ὅτι ὁ Παναγιώτατος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολοµαῖος προέβη εἰς πρωτοφανῆ, ἀποτρόπαιον, ἀντιεκκλησιαστικὴν καὶ ἀντεθνικὴν ἐνέργειαν. Ἐκορύφωσε τὶς ἐπιδιώξεις του διὰ ἐπικυριαρχίαν ἐπὶ τῶν «Νέων Χωρῶν» (κακῶς, βεβαίως, ἀποκαλουµένων τοιουτοτρόπως, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῶν Μητροπόλεων τῆς ἑνιαίας Πατρίδος µας, τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Βορείου Ἑλλάδος), ζητώντας ἀπὸ τὴν Κυβέρνηση τὴν ἐπανυπαγωγὴ τῶν «Νέων Χωρῶν» εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως». 
Ὀρθότατα, ἐπίσης, ὁ π. Βασίλειος, γιὰ τὴν στήριξη τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας, κανονικῶς καὶ ἱστορικῶς, ἐπικαλεῖται τὸν Συνοδικὸν Τόµον τοῦ 1850, ποὺ ὁρίζει τὴν αὐτοκεφαλία µας ὡς ἑξῆς: «... ἡ ἐν τῷ Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀρχηγόν ἔχουσα καί κεφαλήν, ὡς καί πᾶσα ἡ Καθολική καί Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία (π. Γ.∆.Μ.: ἄρα ἀποκλείεται ὀρθοδόξως κάθε «παπικὸς πρῶτος») τὸν Κύριον καὶ Θεὸν καὶ Σωτῆρα ἡµῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὑπάρχη τοῦ λοιποῦ κανονικῶς αὐτοκέφαλος... ἐπιγινώσκοµεν αὐτὴν καὶ ἀνακηρύσσοµεν πνευµατικὴν ἡµῶν ἀδελφὴν (π. Γ.∆.Μ. ὄχι θυγατέρα).. καὶ ὡς τοιαύτην τοῦ λοιποῦ ἀναγνωρίζεσθαι καὶ µνηµονεύεσθαι τῷ ὀνόµατι «Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», δαψιλεύοµεν δὲ αὐτῇ καὶ πάσας τὰς προνοµίας καὶ πάντα τὰ κυριαρχικά δικαιώµατα, τὰ τῇ ἀνωτάτῃ Ἐκκλησιαστικῇ ἀρχῇ παροµαρτοῦντα...». Γιὰ τὴν ἱστορία σηµειώνουµε, ὅτι συντάκτης τοῦ κειµένου αὐτοῦ ὑπῆρξε ὁ ληξουριώτης τιτουλάριος Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως (τῆς Καρίας) καὶ πρῶτος Σχολάρχης τῆς Ἱ. Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης (1844 - 1864), ὁ ὀρθοδοξότατος Κωνσταντῖνος Τυπάλδος - Ἰακωβάτος (1795 - 1867), ὡς γραµµατεὺς τῆς Συνόδου ἐκείνης. 

Κριτική Θεώρησις της πορείας του Οικουμενικού διαλόγου

 


Σύνοδος 1895: Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων
ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ∆ΙΑΛΟΓΟΥ
Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος (Πόποβιτς) διεῖδε τὴν κατάληξιν τῶν οἰκουμενιστικῶν σχέσεων. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὸ Π.Σ.Ε. τὸ 1961. Ὁ καθ. Ἰωάννης Καρμίρης ἐδήλωσε τὸ 1953: ἡ ἄνευ ὅρων συμμετοχὴ τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς δογματικὰ συνέδρια δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν διδασκαλίαν τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν μεγάλων Πατέρων αὐτῆς.
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ
Εἰς τὴν Σχολὴν Γονέων Κατερίνης, τὴν 22αν Φεβρουαρίου 2016, ὡμίλησαν ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς καὶ ὁ Μοναχὸς π. Ἀρσένιος Βλιαγκόφτης. Ὁ μὲν πρῶτος προέβη εἰς μίαν κριτικὴν θεώρησιν τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἐνῶ ὁ π. Ἀρσένιος παρουσίασε προβλήματα τῆς ἑτοιμαζομένης Πανορθοδόξου Συνόδου μὲ βάσιν τὶς ἐπιστολὲς πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τοῦ Ἁγίου Ναυπάκτου, τοῦ Ἁγίου Λεμεσοῦ καὶ τοῦ Καθηγητοῦ Δ. Τσελεγγίδη. Εἰς τὴν συνέχειαν δημοσιεύεται τὸ κείμενον τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ.
1. Ἡ τραγῳδία τοῦ σχίσµατος (1054) καὶ ἡ ὀδυνηρὴ παράτασή της, ὡς καὶ οἱ καταθλιπτικὲς πολιτικὲς ἐξελίξεις στὸν χῶρο τῆς Ἀνατολῆς, λειτούργησαν ὡς προϋπόθεση µιᾶς σειρᾶς διαλογικῶν προσπαθειῶν γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας, µὲ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν αἱρετικῶν - σχισµατικῶν στὸ ἕνα καὶ ἀδιαίρετο ἐκκλησιαστικὸ σῶµα γιὰ τὴν σωτηρία τους: Μὲ τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσµατα τὸ ἕνα καὶ ἀδιάτµητο ἐκκλησιαστικὸ σῶµα, ὡς σῶµα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δὲν διαιρεῖται, ἀλλὰ -κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστοµο- «τὸ σεσηπὸς ἐκκόπτεται». Ὁ διάλογος ἀνήκει στὴν οὐσία τοῦ αὐθεντικοῦ Χριστιανισµοῦ, ἔχει δὲ εἰσαχθεῖ καὶ ἐξαγιασθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ∆ηµιουργὸ στὸν ἀνθρώπινο βίο. «∆εῦτε διαλεχθῶµεν» λέγει ὁ Θεὸς (Ἡσ. 1, 18) στὸ πλάσµα Του. Ἡ λατρεία µας, ἄλλωστε, εἶναι ἕνας συνεχὴς διάλογος Πλάστου καὶ πλάσµατος γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καὶ ἡ «ἀτοµική» προσευχή. Τὴν ὁδὸ τοῦ διαλόγου µὲ τὰ ἀποσχιζόµενα ἀπὸ τὸ Σῶµα τοῦ Χριστοῦ τέκνα της ἀκολουθεῖ ἡ Ὀρθοδοξία.
Μετὰ τὸ µεγάλο σχίσµα (1054)καὶ ὥς τὸν 15ο αἰώνα ἔγιναν, µεταξὺ ∆υτικῆς καὶ Ἀνατολικῆς Χριστιανοσύνης - Ὀρθοδοξίας δηλαδὴ καὶ Παπισµοῦ - περισσότεροι ἀπὸ 11 διάλογοι, µὲ κορύφωση τὴν Σύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-39), ποὺ ἀπεδείχθη ψευδοσύνοδος - οὐνιτικὴ καὶ αἱρετικὴ καὶ γι᾽ αὐτὸ τὴν ἀπέρριψε ἡ Ὀρθοδοξία, ἐνῶ ὁ Παπισµὸς προσπαθεῖ αἰῶνες τώρα νὰ τὴν ἐπιβάλει στὴν Ὀρθόδοξο Ἀνατολή.
Οἱ πρὸ τῆς ἁλώσεως (1453) ἑνωτικοὶ διάλογοι ἦσαν καταδικασµένοι σὲ ἀποτυχία ἀπὸ τὴν γένεσή τους, διότι κινητήρια δύναµή τους ἦταν ἡ πολιτικὴ στοχοθεσία τῆς διασώσεως τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους καὶ τῶν συνδεοµένων µὲ αὐτὸ ὑλικῶν συµφερόντων. Αὐτὸ - τηρουµένων τῶν ἀναλογιῶν - εἶναι εὐδιάκριτο καὶ στὶς σηµερινὲς οἰκουµενι(στι)κὲς σχέσεις, µὲ τὴ σχετικοποίηση τῆς Πίστεως καὶ τὴν «Χρήση» της ἀπὸ τοὺς διαλεγοµένους, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση «σκοπιµοτήτων κοσµικοῦ χαρακτῆρος, ἐπιβαλλοµένων ἀπὸ τὴν Νέα Παγκόσµια Τάξη (Νέα Ἐποχή - New Age), ποὺ τελικὰ κατευθύνει καὶ τοὺς διαχριστιανικοὺς καὶ τοὺς διαθρησκειακοὺς διαλόγους πρὸς πραγµάτωση τῆς «Πανθρησκείας» καὶ τὴν ἐπίτευξη τῆς «Παγκοσµιοποίησης». 

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός: "Όταν καίμε έναν άνθρωπο είναι σαν να λέμε ότι είναι προδότης"

 


 Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός: "Όταν καίμε έναν άνθρωπο είναι σαν να λέμε ότι είναι προδότης"
Ευρύτατα διαδεδομένη σε άλλες χώρες, η αποτέφρωση των νεκρών συνεχίζει να διχάζει τους Έλληνες. Την ώρα που ορισμένοι δήμοι, όπως της Θεσσαλονίκης, έχουν δρομολογήσει τη διαδικασία για κατασκευή του αποτεφρωτηρίου, η Εκκλησία "φυλάει Θερμοπύλες", σε μια προσπάθεια να κρατήσει ακέραιη και αλώβητη την ελληνορθόδοξη παράδοση.
Αυτό υποστήριξε, μιλώντας στο NEWS247, ο πρωτοπρεσβύτερος και ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιος Μεταλληνός, συμφωνώντας απολύτως με την πρόσφατη εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, σύμφωνα με την οποία δεν θα γίνεται νεκρώσιμος ακολουθία και μνημόσυνο σε όσους επιλέγουν την αποτέφρωση.

"Η αποτέφρωση δεν έχει καμία σχέση με την ορθοδοξία και τον ελληνισμό. Οι Έλληνες δεν αποτεφρώναμε στην αρχαιότητα. Οι Έλληνες εκηδεύαμε. Εάν πάτε στον τύμβο του Μαραθώνος, θα βρείτε σκελετούς. Κάνουν ανασκαφές πολλές φορές εδώ στην Αθήνα και βρίσκουν από την αρχαιότητα σκελετούς. Πριν μερικά χρόνια, στην οδό Πατησίων, πάνω από 170 σκελετούς βρήκαν από την αρχαιότητα" τόνισε ο π. Μεταλληνός.
Και πρόσθεσε: "Πότε έκαιγαν ή κυρίως άφηναν άταφο το σώμα. Ή όταν είχαμε προδοσία ή μολυσματικές νόσους. Τότε καίγανε. Αλλά κυρίως στην προδοσία. Άρα όταν καίμε έναν άνθρωπο είναι σαν να λέμε ότι είναι προδότης και τον καίμε. Η κηδεία είναι το σώμα. Εμείς είμαστε ορθόδοξοι Έλληνες. Ανατολίτες και λοιπά, ας κάνουν ό,τι θέλουν. Είναι μια παράδοση και μετά θεολογία.
Θα σας πω ένα παράδειγμα. Εγώ είμαι Κερκυραίος. Στην Κέρκυρα υπάρχει ακέραιο και θαυματουργό το σώμα του Αγίου Σπυρίδωνος. Στην Κεφαλονιά, ο Άγιος Γεράσιμος. Αν κάψουμε, δεν θα ξέρουμε ποιος είναι Άγιος μετά, γιατί το λείψανο ευωδιάζει και μένει άφθαρτο. Είναι απόδειξη της ορθοδοξίας ότι ο Θεός κατοικεί μέσα στο λείψανο. Επομένως είναι πάρα πολλοί λόγοι που η ελληνορθόδοξη παράδοση και όλων των ορθοδόξων δεν καίει".
Και κατέληξε: "Το ίδιο ίσχυε και στον δυτικό χριστιανισμό. Τώρα μπήκαν μέσα η αθεΐα και όλα αυτά τα ζητήματα, τα οποία οδηγούν σε άλλες αποφάσεις. Ε, δεν θα ακολουθήσουμε και εμείς τον ίδιο δρόμο".

Π. Γεώργιος Μεταλληνός: Η τραγικότητα των αιρετικών

 


ΠΟΙΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΛΥΚΟΙ
Ἡ τραγικότητα τῶν αἱρετικῶν
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου ∆. Μεταλληνοῦ
Στὶς αἱρέσεις καὶ τοὺς αἱρετικοὺς στρέφει τὴν προσοχή µας τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσµα τῆς προσεχοῦς Κυριακῆς (Τίτ. 3, 8-15). Πολλὲς ἑρµηνεῖες ἔχει λάβει ὁ Ὅρος «αἱρετικὸς» ἀπὸ τοὺς ἑρµηνευτές, καὶ µάλιστα τοὺς νεωτέρους, στὸ χῶρο τῆς Κ. ∆ιαθήκης.
Ὑπάρχει ὅµως καὶ ἡ συγκεκριµένη σηµασία, ποὺ ἔλαβε ὁ Ὅρος στὴ γλώσσα τῶν Ἁγίων Πατέρων, στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας. Γιὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας µας «αἱρετικὸς» σηµαίνει: διαστρεβλωτὴς τῆς πίστεως, τῆς ἀποκεκαλυµµένης Ἀληθείας, τοῦ θεόθεν δεδοµένου τρόπου σωτηρίας. Αἵρεση δέ, εἶναι ἀλλοτριωµένη ἐκδοχὴ τοῦ Προσώπου τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ποὺ δὲν µπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία, στὴ θέωση, τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ λυτρώσει ἀπὸ τὸ κακὸ τὸν κόσµο. Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς ἐν Χαλκηδόνι ∆´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου (451), ποὺ τιµᾶ τὴν προσεχῆ Κυριακὴ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία σ᾽ ὅλο τὸν κόσµο, αὐτὴ τὴ σηµασία τοῦ ὅρου ἐπιβάλλουν νὰ κρατήσουµε καὶ µεῖς στὶς παρακάτω σκέψεις.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες, γνήσιοι θεολόγοι
Γιὰ νὰ κατανοήσουµε τὴν τραγικότητα, µέσα στὴν ὁποία ζοῦν καὶ κινοῦνται οἱ αἱρετικοί, πρέπει νὰ δοῦµε τὸ διαµετρικὰ ἀντίθετό τους µέγεθος, δηλαδὴ τοὺς ἁγίους Πατέρες, στὸ κύριο ἔργο τους, τὴν θεολογία. Βέβαια ὁ ἐγκλωβισµένος στὰ κοινωνιολογικὰ σχήµατα τῶν καιρῶν µας θὰ σπεύσει ἐδῶ νὰ διαµαρτυρηθεῖ, µὴ µπορώντας νὰ ἐννοήσει, ὅτι ὅλο τὸ ἔργο τῶν Πατέρων, σὲ κάθε ἐποχή, εἶναι θεολογία. Γιατί ἑνωµένοι µὲ τὸ Θεὸ ἀντιµετωπίζουν οἱ Πατέρες ὄχι µόνο τὰ προβλήµατα τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς ζωῆς. Θεὸ - Ἀλήθεια προσφέρουν, ἀντιµετωπίζοντας κρίσεις δογµατικές, ἀλλὰ Θεὸ - Ἀλήθεια προσφέρουν ποιµαίνοντας τὰ πνευµατικά τους τέκνα καὶ ὁδηγώντας τα στὸ πλαίσιο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ ἁγιοπνευµατικὴ κοινωνία.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες θεολογοῦν πάντα µὲ τὸν φωτισµὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Γίνονται πρῶτα δοχεῖα καὶ Ναοὶ τοῦ Πνεύµατος, µὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πνευµατικό τους ἀγώνα, καὶ καταξιώνονται νὰ γίνουν Πνευµατοκίνητοι, Θεοκίνητα στόµατα τοῦ Λόγου καὶ χεῖρες τοῦ Πνεύµατος. Ἡ θεολογία τους εἶναι, ἔτσι, ἔκφραση τῶν µυστικῶν ἐµπειριῶν τους. Ἐκφράζουν αὐτό, ποὺ τὸ Πνεῦµα ἀποκαλύπτει µέσα τους, σκορπίζουν γύρω τὸ φῶς Του.Λέγουν αὐτό, ποὺ βλέπουν, στὴ φωτισµένη καὶ θεοφόρο καρδιά τους. ∆ὲν εἶναι, λοιπόν, οἱ στοχαστὲς καὶ φιλόσοφοι τοῦ κόσµου, οἱ διανοητὲς - ὅπως λέµε. Ὁ στοχασµός µας δὲν µπορεῖ ποτὲ νὰ γίνει Θεολογία. Μένει φιλοσοφία, µεταφυσική, ἀναζήτηση ἀνθρώπινη.

Χριστιανισμός και εξουσία

 


Χριστιανισμὸς καὶ ἐξουσία
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου ∆. Μεταλληνοῦ
Ἡ στάση τῶν Τριῶν Μάγων ἔναντι τοῦ ἀσεβεστάτου Βασιλέως Ἡρώδου («δεινὸν παιδοκτόνον ἐγκατέλιπον παιζόµενον») θέτει τὸ πρόβληµα τῆς στάσεως τοῦ Χριστιανισµοῦ ὡς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴν κάθε µορφὴ Ἐξουσίας.
1. Οἱ σχέσεις ἐξουσίας κάθε µορφῆς εἶναι πάντα κεντρικὸ πρόβληµα τῆς κοινωνίας, στὸ ὁποῖο ἐµπλέκεται ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πράγµατα ὁ χῶρος τῆς Θρησκείας. Μολονότι ὁ Χριστιανισµὸς στὴν αὐθεντική του ἔκφραση δὲν εἶναι θρήσκευµα –ἁπλὴ δηλαδὴ Ἱστορικὴ πραγµάτωση τοῦ φαινοµένου τῆς θρησκείας, ἀλλὰ «ὁδὸς» (Πράξ. 9, 20), τρόπος δηλαδὴ ὑπάρξεως, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ «θέωση», ὅπως νοεῖται χριστιανικὰ ἡ σωτηρία, ἡ διαπλοκή του µὲ τὶς δοµὲς τοῦ κόσµου εἰσήγαγε στὴν ὀργάνωσή του καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἐξουσίας.
Στὴν Ἐκκλησία, ὡς Σῶµα Χριστοῦ, ἀναγνωρίζεται ὁ θεόσδοτος χαραχτήρας τῆς ἐξουσίας, «ἵνα µὴ ὁ κόσµος εἰς ἀκοσµίαν ἐµπέσῃ» (Ἰσίδωρος Πηλουσιώτης, 5ος αἰ. Ε.Π. 78, 657), ἐλέγχεται ὅµως συχνὰ ἡ πτωτικὴ κατανόηση καὶ χρήση της. Γι᾽ αὐτὸ ὑπογραµµίζεται ἡ σχετικότητα καὶ ὁ πνευµατικός της χαραχτήρας γιὰ τὴν Ἐκκλησία (πρβλ. Α´ Κορ. 9, 12. Β´ Κορ. 10, 8. Β´ Θεσ. 3, 9 κ.ἄ.). Στὴν Κ.∆. φανερώνεται ἐξ ἄλλου ἡ δαιµονικότητα τῆς ἐξουσίας τοῦ κόσµου (πρβλ. τὸ διάλογο τοῦ Χριστοῦ µὲ τὸν Πιλάτο(Ἰωάν. 18, 28 ἑ.) καὶ προβάλλεται ὁ διακονικὸς καὶ ἀπελευθερωτικὸς χαρακτήρας τῆς «ἐξουσίας» τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. 10, 1 καὶ παράλ., 28, 18 κ.ἄ.). Παράλληλα, γίνεται δεκτὸς ὁ πρωτογενὴς χαρακτήρας τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας (Ρωµ. 13), ὅµως διὰ τοῦ Χριστοῦ καθορίζεται καὶ ἡ στάση ἀπέναντί της µὲ τὸ γνωστὸ λόγιο «ἀπόδοτε τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22, 21), ποὺ δείχνει τὴν ἱεράρχηση τῶν δύο ἐξουσιῶν καὶ τὴ διαφοροποίησή τους, ἀφοῦ, ἂν τὸ νόµιµο ἀνήκει στὸν καίσαρα, ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀνήκει ὁλόκληρος στὸ Θεό, ὡς νόµισµα ὄχι αὐτοκρατορικό, ἀλλὰ θεῖο. Ἡ ἀποστολικὴ πράξη –τέλος– ἐγκαινιάζει καὶ τὴ δυνατότητα ἀντιστάσεως (ἤ ἔστω ἀρνήσεως ὑποταγῆς) στὴ δαιµονοποιηµένη ἐξουσία («πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ µᾶλλον ἤ ἀνθρώποις», Πράξ. 5, 29).
2. Ἡ πατερικὴ ποιµαντικὴ ἀντιµετωπίζει τὸ πρόβληµα τῆς ἱερατικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὡς «ἰατρείου πνευµατικοῦ» –θεραπευτηρίου δηλαδὴ τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως– γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῶν θρησκευτικῶν σχέσεων καὶ τὴ µεταµόρφωση τοῦ ἀνθρώπου σὲ «ναὸ Θεοῦ», κάτι πού διακονεῖ ἡ Ποιµαντικὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Μόνο πατερικὰ ἡ Ἐκκλησία διασῴζει τὸ σκοπό της, ποὺ εἶναι ἡ πρόσληψη σύνολης τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσµου γιὰ τὴ µεταµόρφωσή της σὲ εὐχαριστία καὶ κοινωνία. Ἡ Ἐκκλησία ὡς «σαγήνη» (Ματθ. 13, 47) ἤ «ἀγρὸς» (13, 20) προσλαµβάνει ὅλο τὸ φάσµα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς (θεσµούς, ὀργάνωση τῆς κοινωνίας, πολιτική, γιὰ νὰ τὰ «ἐκκλησιοποιήσει», νὰ τὰ νοηµατοδοτήσει ἐν Χριστῷ, ἐκκεντρίζοντάς τα στὸ κυριακὸ σῶµα. Αὐτὸ ἐκφράζει πανηγυρικὰ ὁ µεγάλος ἐκκλησιαστικὸς ποιητὴς Ρωµανὸς ὁ Μελῳδὸς (6ος αἰ.), µεταπλάθοντας τὸ «µαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» τοῦ Ματθαίου (18,19) σέ: «µαθητεύσατε ἔθνη καὶ βασιλέας», ποὺ σηµαίνει: «ἐκκλησιοποιήσατε» τὰ ἔθνη µὲ ὅλη τὴν πολιτειακὴ δοµή τους.

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός: Πολιτική υποτέλειας με ευρωπαϊκόν ένδυμα

 


Οἱ σύγχρονοι πολιτικοί διέψευσαν τά ὁράματα τῶν μεγάλων ἡγετῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΥΠΟΤΕΛΕΙΑΣ ΜΕ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΝ ΕΝ∆ΥΜΑ
Γράφει ὁ πρωτοπρ. π. Γεώργιος ∆. Μεταλληνός
Τό γένος µας ἐλευθερώθηκε µετά ἀπό δουλεία αἰώνων σέ βαρβάρους ὂχι µόνο τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλά καί τῆς ∆ύσης, πού ἐργάζονταν καί αὐτοί γιά τόν πνευµατικό θάνατο τοῦ Ἑλληνισµοῦ µέ τήν ἀποσύνδεσή του ἀπό τήν Ὀρθοδοξία. ∆υναµογόνος πηγή τοῦ Ἐθνικοῦ µας ἀγώνα ὑπῆρξε ἡ ἂσβεστη συνείδηση ὃτι «εὒδαιµον τό ἐλεύθερον»1.
Ὁ Ἑλληνισµός δέν ἒπαυσε, καί στήν µακρόσυρτη περίοδο τῆς δουλείας, νά εἶναι φορέας καί συνεχιστής ἑνός παγκόσµιας ἐµβέλειας πολιτισµοῦ, πού δέν ἒσβησε οὒτε καί στήν πολυώνυµη δουλεία του: ἀραβοκρατία, φραγκοκρατία, ἑνετοκρατία, τουρκοκρατία καί ἀγγλοκρατία.
Ἡ πολιτιστική ταυτότητα τοῦ Ἒθνους µας εἶναι προϊόν τῆς συζεύξεως Ἑλληνικότητας καί Ὀρθοδοξίας, σέ µία ἓνωση θεανθρώπινη, στήν ὁποία θεῖο στοιχεῖο εἶναι ἡ ἒνσαρκη Ὀρθοδοξία - Ἰησοῦς Χριστός καί ἀνθρώπινο ὁ Ἑλληνισµός, ὡς ἱστορική σάρκα αὐτῆς τῆς «ἀσύγχυτης καί ἀδιαίρετης» ἓνωσης. Ἡ πραγµάτωσή της ὁδήγησε στήν ἐκ θεµελίων ἀναδόµηση καί µεταµόρφωση ἑνός πολιτισµοῦ, πού ὑπῆρξε ἡ κορύφωση τῆς ἀνθρωπίνης προόδου ἀπό τήν πτώση µέχρι τήν Σάρκωση. Ἀναζητώντας τήν καθολική Ἀλήθεια ἡ ἐλληνική θεοκεντρικότητα, ψηλαφοῦσε τήν θεία παρουσία στόν κόσµο, προσανατολίζοντας Χριστοκεντρικά τήν πορεία του πρός τό Ὃσιο, τό Ἀληθές, τό Ὡραῖο καί τό ∆ίκαιο, καί ἀνεπίγνωστα πρός τήν πηγή κάθε τελειότητας τόν Τρισυπόστατο Θεό. Ὁ Χριστιανισµός ὡς Ὀρθοδοξία, θά καταξιώσει καί ἐξαγιάσει τήν γνήσια «ζήτηση»2 τοῦ ἑλληνικοῦ κόσµου.
 
Ὁ Ἑλληνισµός «ὁλοκληρώθηκε µέσα στήν Ὀρθοδοξία» καί µέ τή νέα ταυτότητά του δοξάσθηκε καί µεγαλούργησε στήν κατοπινή του πορεία, ὡς «αἰώνια κατηγορία τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως», κατά τόν ἀείµνηστο π. Γεώργιο Φλωρόβσκυ3 . Τήν αὐθεντική ἓνωση Ὀρθοδοξίας καί Ἑλληνικότητας σώζουν στούς αἰῶνες οἱ ἃγιοι Πατέρες, ὃπως οἱ Μεγάλοι Τρεῖς Ἱεράρχες. Μέσω αὐτῶν σφραγίσθηκε εὐεργετικά ἡ πορεία ὂχι µόνο τῆς ἑλληνικῆς, ἀλλά καί τῆς παγκόσµιας ἱστορίας, ἐφ’ ὃσον βέβαια ἡ πίστη τῶν Ἁγίων Πατέρων λειτουργεῖ ὡς αὐθεντική χριστιανικότητα καί ὂχι ὡς παραχάραξή της. Ὁ προσληφθείς ἀπό τήν Ὀρθοδοξία Ἑλληνισµός, µέ τά στοιχεῖα του ἐκεῖνα πού ἦταν συµβατά µέ τήν ἐν Χριστῷ Ἀλήθεια ἀναγεννήθηκε, συνεχίζοντας τήν πορεία του στήν ἱστορία ὡς ἓνας νέος κόσµος, κινούµενος στό Φῶς τῆς ἂκτιστης θεϊκῆς Χάρης καί ἐνδυναµούµενος ἀπό τή διαρκῆ ζήτησή της.

π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός To "επί Γης ειρήνη" αποτελεί τον μόνιμο πόθο των ανθρώπων

 


Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός
Το «επί Γης ειρήνη» αποτελεί τον μόνιμο πόθο των ανθρώπων
Για να εξαπλωθεί και να επικρατήσει το πολυπόθητο αγαθό, προϋπόθεση είναι η ύπαρξη «καλής θελήσεως». Η προθυμία, δηλαδή, για την αποδοχή  του Χριστού ως Λυτρωτή και Σωτήρα
Aναγγέλλοντας τη Γέννηση του Χριστού οι Αγγελοι, τη συνδέουν με την ειρήνη, που είναι ο μόνιμος πόθος του ανθρώπου: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί Γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. 2, 14). «Ευδοκία» είναι η αγάπη του Θεού και ευλογία Του. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αρχαία λατινική απόδοση της τελευταίας φράσης είναι «Hominibus bonae voluntatis», δηλαδή «στους ανθρώπους καλής θελήσεως». Αυτό αποκαλύπτει ότι η εξάπλωση και η επικράτηση της πολυπόθητης ειρήνης προϋποθέτουν την ύπαρξη «καλής θελήσεως» στους ανθρώπους. Προθυμία, δηλαδή, για την αποδοχή του Χριστού ως Λυτρωτή και Σωτήρα, και ενσάρκωση της θεϊκής ειρήνης, κατά τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «Αυτός (ο Χριστός) εστίν η ειρήνη ημών» (Εφεσ. 2, 14).
Οι πολιτικοί ηγέτες, και μάλιστα οι ισχυροί, που επαγγέλλονται την ειρήνη, εξαπλώνουν τον πόλεμο στη Γη μας διότι συνδέεται με το οικονομικό κέρδος και την επέκταση της «εξουσίας» τους. Ερχεται στη μνήμη μου μία παλαιά πολιτική γελοιογραφία του κορυφαίου του είδους Κ. Μητροπούλου: Ενας καλοθρεμμένος «κύριος», μάλλον πολιτικός, όπως προδίδει η ενδυμασία του, κρατά στο υψωμένο αριστερό του χέρι το περιστέρι της ειρήνης, ενώ με το δεξί του κρύβει πίσω από το σώμα του έναν πύραυλο. Περιστέρι και πύραυλος: τα σύμβολα δύο αντιθέτων μεταξύ τους και σαφώς αλληλοαναιρουμένων καταστάσεων, της ειρήνης και του πολέμου. Είναι η εικόνα του καπηλευτή της ειρήνης, που, ενώ φαίνεται ειρηνόφιλος και ειρηνευτής, στα κρυφά όχι μόνο «ετοιμάζει πόλεμο», αλλά προωθεί με κάθε αθέμιτο μέσο τα όπλα του ολέθρου. Δεν θα μπορούσε απλούστερα, σαφέστερα και ευγλωττότερα να παρασταθεί η περιπέτεια της ειρήνης, αλλά μαζί της και της κοινωνίας μας.