Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζοπούλου (†): Το έργο των κληρικών στην Εκκλησία



Κείμενα του π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου
ἐπιμέλεια: π. Κυριακοῦ Τσουροῦ
Στήν ἐποχή μας, πού τά ποιμαντικά προβλήματα αὐξάνονται στήν Ἑλλαδα, λόγῳ τῶν διεθνῶν ἀνακατατάξεων, παρουσιάζε-ται ἀδήριτη ἡ ἀνάγκη μιᾶς ἰδιαίτερης ποιμαντικῆς μέριμνας, γιά τήν περιφρούρηση τοῦ Ὀρθοδόξου Πληρώματος ἀπό τήν πολύμορφη καί πολυώνυμη σύγχρονη πλάνη.

Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ Χώρα μας ἀποτελεῖ μόνιμο καί στοχευμένο πεδίο δράσεως τῶν διαφόρων αἱρετικῶν καί παραθρησκευτικῶν προπαγανδῶν, ἰδιαίτερα τῆς «Νέας Ἐποχῆς». Παρουσιάζεται ἑπομένως ἡ ἀνάγκη, οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας νά γνωρίζουν τούς τρόπους δραστηριότητος τῶν διαφόρων αἱρετικῶν καί νά ἀγρυπνοῦν, ὥστε νά εἶναι σέ θέση νά ἐντοπίζουν τά ὕπουλα προσωπεῖα μέ τά ὁποῖα ἐμφανίζεται ἡ σύγχρονη πλάνη, γιά νά ἐνημερώνουν ἐγκαίρως καί νά περιφρουροῦν τό Ὀρθόδοξο Πλήρωμα.

Τό δημοσιευόμενο στό παρόν τεῦχος ἄρθρο τοῦ μακαριστοῦ π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζοπούλου, δημοσιευμένο πρό 30 ἐτῶν, παρου-σιάζει μέ καταπληκτική διορατικότητα τό πρόβλημα καί ἀποτελεῖ πολύτιμο ὁδηγό στό ποιμαντικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας μας.
Το έργο των κληρικών στην Εκκλησία
τοῦ π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζοπούλου (†)
Σέ πρόσφατο συνέδριο εἰδικῶν σέ θέματα ἀπολογητικῆς, πού πραγματοποιήθηκε στό Μόναχο τῆς Γερμανίας ὑπογραμμίσθηκε πώς γιά πολλές ἀκραῖες προτεσταντικές αἱρέσεις, οἱ Ἐκκλη-σίες τῆς Δύσεως χαρακτηρίζονται «ἱεραποστολικός ἀγρός». Στή Γερμανία, ἰσχυρίζονται αὐτοί οἱ κύκλοι, δέν ἔγινε ποτέ ἱεραπο-στολή καί εὐαγγελισμός· ἀκόμη καί οἱ μεταρρυθμιστικές κινή-σεις ἀπό τίς ὁποῖες προῆλθαν οἱ προτεσταντικές Ἐκκλησίες δέν ὡδήγησαν στήν «ἀναγέννησι».

Γι’ αὐτό καί οἱ ὁμάδες αὐτές, οἱ λεγόμενες «ἐλεύθερες ἐκκλησί-ες», ἔχουν διαμοιράσει τή Γερμανία σέ ἐπί μέρους περιοχές, μέ σκοπό τήν ἱεραποστολή, τόν εὐαγγελισμό, τήν ἀναγέννησι. Γιά τήν πραγματοποίησι τοῦ σχεδίου ἀκολουθεῖται εἰδική στρατη-γική.

Πολλές ἀπό τίς «ἱεραποστολικές ὁμάδες» παρουσιάζονται ὄχι σάν ἐκκλησίες, ἀλλά σάν κινήσεις, μέ σκοπό τήν ἀναγέννησι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Προθυμοποιοῦνται νά δραστηριοποι-ηθοῦν στά πλαίσια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς μιᾶς κοινότητος. Προτείνουν μάλιστα στόν τοπικό ποιμένα νά ἀναλάβουν ἐκεῖ-νοι μερικές δραστηριότητες, ὅπως τήν κίνησι τῶν νέων κ.ἄ.

Ὅμως καλλιεργοῦν τή συναίσθησι πώς ἀποτελοῦν ἰδιαίτερη ὁμάδα, ἐκλεκτή, καί ὁδηγοῦν μέ τόν καιρό, ἀσυναίσθητα, σέ ἐσωτερική ἀπόστασι ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα, στήν ὁποία δραστηριοποιοῦνται. Οἱ πιστοί πού προσκολλοῦνται στήν ὁμάδα μέ διάθεσι νά βοηθήσουν στήν «ἱεραποστολή» καί στήν «ἀναγέννησι» τῆς ὅλης κοινότητος, ἀρχίζουν νά σκέπτωνται πώς ἡ Ἐκκλησία τους δέν εἶναι πλέον ἐκείνη πού ἀγαποῦν, ἐκείνη μέσα στήν ὁποία θέλουν νά ζήσουν· ἡ εἰκόνα της γίνεται ἀρνητική!

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

H Θεολογία του Μυστικισμού.




H διάσταση μεταξύ του Ανατολικού και του Δυτικού κλάδου του Χριστιανισμού φαίνεται καθαρά στις αντίστοιχες στάσεις τους απέναντι στο μυστικισμό. Από τα τέλη του Μεσαίωνα, η Εκκλησία στη Δύση, με την υπέροχη οργάνωσή της και την προτίμησή της για φιλοσοφικά συστήματα, υπήρξε πάντα λίγο φιλύποπτη προς τους μυστικιστές της. Η σταδιοδρομία ενός Μάστερ Έκχαρτ ή μιας Αγίας Θηρεσίας της Άβιλας δείχνει την ανησυχία που ένιωθαν οι εκκλησιαστικές αρχές για τους άνδρες και τις γυναίκες που έπαιρναν μια προσωπική συντομότερη οδό στις σχέσεις τους με το Θεό. Άν πρόσεχαν καλά, θα έβλεπαν ότι οι μυστικιστικές εμπειρίες έξω από τα πρέποντα, η θεολογία και ο μυστικισμός εθεωρούντο σαν συμπληρώματα το ένα του άλλου. Έξω από την Εκκλησία, η προσωπική θρησκευτική εμπειρία δε θα είχε καμιά σημασία· αλλά η Εκκλησία στηριζόταν για την αληθινή της ζωή στην εμπειρία που είχε δοθεί, σε διάφορους βαθμούς, σε καθέναν από τους πιστούς της. Τούτο δε σημαίνει ότι το δόγμα δεν είναι αναγκαίο. Το δόγμα είναι η ερμηνεία της αποκαλύψεως που ο Θεός εδιάλεξε να μας δώσει. Όμως, μέσα στο πλαίσιο που μας προσφέρθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, κάθε άνδρας η γυναίκα μπορεί να επεξαργασθεί το δικό του ή το δικό της δρόμο προς τον έσχατο σκοπό, που υπερβαίνει κάθε θεολογία και που είναι η ένωση με το Θεό. «O Θεός έγινε άνθρωπος και ο άνθρωπος μπορεί να γίνει Θεός».

Σ’ αυτή τη φιλοδοξία η Ανατολή ξεπερνούσε τη Δύση. Έχει ειπωθεί, με κάποιαν αλήθεια, ότι στη Δύση ο μυστικιστής ζητά να γνωρίσει το Θεό, ενώ στην Ανατολή ζητά να γίνει Θεός. Aλλά γι’ αυτούς η γνώση συνεπάγεται συμμετοχή. Η φιλοδοξία της Θηρεσίας (της Άβιγα ή του Λιζιέ) να γίνει η νύμφη του Χριστού, σοκάρει λίγο τον Oρθόδοξο, για τον οποίο η Εκκλησία είναι η μόνη νύμφη του Χριστού. O Ανατολικός μυστικιστής οφείλει να χάσει ολόκληρη την προσωπικότητά του. Συνεπώς, ήταν σκληρότερο γι’ αυτόν από όσο ήταν για τους μεταγενέστερους Δυτικούς μυστικιστές να απαριθμούν τις εμπειρίες τους. Η θεοποίηση ουδέποτε μπορεί να περιγραφεί κατάλληλα με ανθρώπινους όρους.

Η καταφατική και αποφατική ορθόδοξη θεολογία


H ορθόδοξη θεολογία διακρίνεται σε καταφατική και αποφατική. Στὴ καταφατική της Αγίας Γραφής , δύναται να προσδιοριστεί τί είναι Θεός ενώ στὴν αποφατική να προσδιοριστεί τί δεν είναι Θεός. Έτσι, μὲ καταφάσεις και αρνήσεις, να προσεγγίσει ο άνθρωπος τὸ μυστήριό του Θεού.
Ωστόσο η ενέργεια του καταφάσκω, αποτελεί πράξη επιβεβαίωσης και αποδοχής της πραγματικότητας όπως την ορίζει ο ανθρώπινος κοινός νους. Συμβαίνει το ίδιο και με την απόφαση; Υπάρχει συγκατάθεση και συναίνεση του ανθρώπινου νου ή ενδόμυχα προκύπτει πνεύμα αποδοκιμασίας;
Η προσέγγιση ενός όρου όπως η απόφαση, αποτελεί επιτυχής θεολογική επίτευξη στην εποχή μας διότι δεν είναι εύκολο να κατανοήσει και να παραδεχθεί τη γνωσιολογική σημασία του αποφατισμού. Η γνώση γι’ αυτόν έχει αποκλειστικά καταφατικό χαρακτήρα και γι’ αυτό ο αποφατισμός νοείται ως άρνηση της γνώσης. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι η άποψη αυτή γίνεται ανεπιφύλακτα αποδεκτή, όχι μόνο από τον απλό μέσο άνθρωπο, αλλά ακόμη και από την επιστήμη. Αν όμως μια τόσο γνωσιολογική άποψη θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι σωστή και να ισχύει για την επιστήμη, τη φύση και γενικότερα για την κτιστή πραγματικότητα, δεν μπορεί να έχει καμιά ισχύ για την άκτιστη φύση του Θεού.
Στα πλαίσια της έρευνας, αντλώντας πολύτιμο θεολογικό υλικό από συγγραφείς μελετητές της ορθοδόξου κληρονομιάς, αλλά ιδιαίτερα από τον Μάξιμο τον Ομολογητή, έναν από τους σημαντικότερους Θεολόγους και εκκλησιαστικούς συγγραφείς του Βυζαντίου, θα προσπαθήσουμε να ορίσουμε και να αναλύσουμε με βάση την ορθόδοξη θεολογική προσέγγιση, τους όρους «κατάφαση» και «απόφαση», καθώς και τον ρόλο τους στην ορθόδοξη χριστιανική θεολογία.
Η Κατάφαση ως παιδαγωγική εναρκτήρια οδό, της θεολογίας
Στην Ορθόδοξη θεολογία υπάρχουν δύο θεολογικοί δρόμοι προσπέλασης προς το Θείο μυστήριο. Οι δρόμοι αυτοί οδηγούν ο μεν πρώτος στην καταφατική ο δε δεύτερος, στην αποφατική θεολογία. Η πρώτη μορφή της θεολογίας αποτελεί την αρχική και παιδαγωγική οδό, και χωρίς αυτή δεν πρόκειται ποτέ κανείς να φθάσει "ακινδύνως" στην δεύτερη. Η καταφατική θεολογία, αποτελεί αρχή και οδηγό. Είναι κατήχηση. Είναι γνώση της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Είναι κήρυγμα προς τους ορθοδόξους, ως αρχικό στάδιο πνευματικής ζωής. Είναι κάλυψη λογική των "δούλων" και των "μισθωτών." Όσο άσχημο είναι να μείνει κανείς μόνιμα στην αρχή, άλλο τόσο, ίσως και περισσότερο επικίνδυνο, είναι να νομίσει κανείς, ότι η θεογνωσία αποτελεί νοησιαρχική κατάκτηση, που προκύπτει χωρίς προσωπική εμπειρία. Άλλωστε χωρίς παιδαγωγική μέθοδο, είναι αδύνατο από την Εκκλησία να φτάσει κανείς υπερβατικά, στην πνευματική κατάσταση να βλέπει το Θείο και άκτιστο φώς.
Η κατάφαση, ως φυσική ανάγκη για την ερμηνεία της δημιουργίας
Ενδείξεις περί της υπάρξεως του Θεού, εκτός της ορθοδόξου θεολογικής προσέγγισης, υπήρχαν ανέκαθεν στα πλαίσια της κοσμολογίας, η οποία ως αφετηρία έχει την υπόσταση γενικά του κόσμου ως δημιουργήματος, καθώς και την σκόπιμη συγκρότησή του. Η παρατήρηση των γεγονότων που συμβαίνουν στο σύμπαν, έχει πείσει ότι τίποτε τυχαίο και αναίτιο δεν υπάρχει στη γένεση και τη ζωή των όντων. Κάθε τι που υπάρχει, κάθε ζωντανό ον, είναι αποτέλεσμα μιας άλλης αρχής, η οποία το γέννησε και το παρήγαγε. Η όλη παραπάνω τέλεια συγκρότηση, συνηγορεί καταφατικά στο ενδεχόμενο της συμμετοχής, μιας ανώτερης δύναμης στο έντεχνο συντονισμό της «θείας καταφατικής διοικήσεως» του σύμπαντος. Για τον παραπάνω λόγο και πριν καν ο ανθρώπινος νους κατανοήσει χαρισματικά την βιβλική δημιουργία της πλάσης, έχει τις τέλειες καταφατικές, κοσμολογικές ενδείξεις, ότι ένα υπερτέλειο θείο ον, με αγαθότητα, δικαιοσύνη, αγιότητα και αγάπη δημιούργησε κάτι το πολύ ανώτερο, δημιούργησε τα πάντα. Στη σκέψη του αυτή, ο άνθρωπος για πρώτη φορά συναντά, την κατάφαση στη θεολογία.
Ο όρος κατάφαση, στην αναζήτηση του Θεού
Στα πλαίσια της οντολογικής αναζήτησης του Θεού, ως εσωτερική ανάγκη και επιθυμία, ο θεολόγος, δύναται να Του αποδώσει πολλές ονομασίες τις λεγόμενες θεωνυμίες. Οι θεωνυμίες προέρχονται κατά βάση από την αρχική θεολογική εμπειρία και λόγω της συνειρμικής νοητικής αδυναμίας της αντίληψης του άυλου και υπερβατικού Θεού, αιτιωδώς, ο Θεός παρουσιάζεται με συμβολικές παραστάσεις ακόμα και με χέρια και πόδια. Ο συμβολικός αυτός τρόπος, που προέρχεται από την εμπειρία της ζωής του Χριστιανού, εκ των πραγμάτων και λόγω της ενδοκοσμικότητας του ανθρώπου, έχει προτεραιότητα στη ζωή, «εκ φύσεως». Ότι χειροπιαστό κατέχει και αισθάνεται, μπορεί να το αποδείξει, άρα και να το κατανοήσει. Αποδέχεται λοιπόν ο άνθρωπος την καταφατική θεολογική σκέψη, πρωταρχικά ενστικτωδώς, μελετώντας το Θεό ως οντότητα.
Η καταφατική προσιτή φύση του Θεού
Η καταφατική θεολογία, στηρίζεται σε καταφατικούς περί Θεού ορισμούς, σημαντικότερος των οποίων είναι η απόλυτη ιδέα του όντος. «Εγώ ειμί ο ών». Έτσι αποκαλύπτεται ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης στον Μωυσή, δίνοντας την πρώτη Του, οντολογική υπόσταση. Συνεπώς η κατάφαση στο «θεολογείν» λαμβάνει «θείο εναρκτήριο λάκτισμα» Η θεμελίωση της στη συνέχεια, γίνεται από τον ίδιο το Χριστό, κατά το μυστήριο της θείας ευχαριστίας, την ανάμνηση του μυστικού δείπνου με τους μαθητές του. Η θέληση του θεανθρώπου να εισάγει στην τελευταία του συνάντηση με τους συνεχιστές του Χριστιανισμού, Αποστόλους μαθητές Του, την υλική, κοσμική, περιγραφική, συμποσιακή συνάθροιση, δίνει την εξ αρχής διαπίστευση στην καταφατική προσέγγιση της μετέπειτα χριστιανικής λατρείας.
Ο όρος της αποφατικής θεολογίας
Η αποφατική θεολογία αποτελεί, την ανώτερη ορθόδοξη θεολογία. Είναι η ταπείνωση της σκέψης μπρος στην απεραντοσύνη του μυστηρίου του Θεού. Είναι η άρνηση να εξαντλήσει κανείς σε σκέψεις και νοήματα την γνώση του Θεού, ο οποίος υπερβαίνει κάθε σκέψη και κάθε νόημα. Αρχίζει όταν «καταλάβει ο άνθρωπος ότι δεν πρέπει να θεωρεί ως "κάτι" το μυαλό του, ούτε να καμαρώνει γι' αυτό. Είναι ο λόγος του Σιλουανού, ότι ο Θεός και βλεπόμενος παραμένει μυστήριο.
H αποφατική θεολογία κατά την ερμηνεία της, θεωρήθηκε ως φιλοσοφία επηρεασμένη από την αρχαιοελληνική πλατωνική θεώρηση. Αναμφίβολα υπάρχουν κάποιες εξόφθαλμες ομοιότητες, που αφορούν στην ορολογία μεταξύ του Πλάτωνα (ή και των Νεοπλατωνικών ακόμα) και των Πατέρων της Εκκλησίας. Κάνοντας όμως μια βαθύτερη διερεύνηση, εντοπίζουμε ότι υπάρχει, μία ουσιαστική διαφορά, μεταξύ της ορθόδοξης αποφατικής θεολογίας και της ελληνικής αντίληψης περί του Θεού. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, φτάνουμε στη γνώση του Θεού μέσω της προγενέστερης θεώρησης «της ψυχής», ιδιαίτερα καθ’ όσον αυτή γεννά κάτι και μεταφέρει «μια διαρκή ροή του είναι» και στη συνέχεια μέσω της θεώρησης «της τάξης, η οποία υπάρχει στην κίνηση των άστρων», δηλαδή «ο λόγος, ο οποίος ταξινόμησε το σύμπαν» Η γνώση του Θεού κατά τον Πλάτωνα, γίνεται μέσα από την έκσταση, η οποία είναι μία εμπειρία, που για τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι δαιμονική. Κατά την έκσταση εξέρχεται το λογιστικό του ανθρώπου από το χώρο και τον χρόνο, καθώς και από την διαδοχική σκέψη και ενώνεται με το αμετάβλητο. Μέσα σ’ αυτή την διαδικασία το σώμα , είναι κάτι το κακό ή το αρνητικό, για τον λόγο αυτό δεν συμμετέχει στην εμπειρία της εύρεσης του Θεού.
Η όλη «αποφατική Θεολογία» του Πλάτωνα αφορά τελικά, στην αφαίρεση από την ανθρώπινη σκέψη όλων των ελαττωμάτων της περιορισμένης ανθρώπινης σκέψεως. Είναι εμφανής, η προσπάθεια να απαλλαγεί ο άνθρωπος, όχι από τα κτιστά, αλλά από τα μεταβλητά. Και αυτό διότι για τον Πλάτωνα, δεν υπάρχει η δημιουργία εκ του μηδενός και άκτιστος ύπαρξη δεν υπάρχει διάκριση δηλαδή μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Ενώ το βασικό δόγμα, της Χριστιανικής θεολογίας είναι η σαφής διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου, καθώς και το ότι μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμιά ομοιότητα.
Διάκριση καταφατικής - αποφατικής οδού, από την σχολαστική θεολογία
Ότι φαίνεται όμοιο, ή μοιάζει με όμοιο, κατά κανόνα αν δεν διέπεται από τις ίδιες δογματικές αρχές, φέρει πηγαία και ουσιαστική διαφορετικότητα. Στην μακρά διαφορετική πορεία του ορθοδόξου δόγματος από την δυτική μεθοδολογία και λόγω της ομόηχης προσέγγισης, υπάρχει η σύγχυση σε ορθόδοξα εγχειρίδια δογματικής κατόπιν απλούστευσης, ότι η κατάφαση και η απόφαση αποτελούν αν όχι ταυτόσημες, ανάλογες έννοιες και μέθοδοι, με την δυτική διαλεκτική και προβληματική της θετικής και αρνητικής θεολογίας των σχολαστικών.

Μυστικισμός Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου & πάσης Αλβανίας κ.κ. Αναστάσιος

Ορισμός – Χαρακτηριστικά

Σκοπός του Μυστικισμού είναι η βιωματική, υπαρξιακή αναζήτηση, η άμεση σχέση και η πνευματική ένωση με τον Θεό η το θείο· αυτή επιδιώκεται με αυτοσυγκέντρωση, προσευχή, απάθεια, θεωρία, έκσταση. Ο Μυστικισμός αποτελεί συνήθως το διαισθητικό στοιχείο στη θρησκευτική εμπειρία και εμφανίζεται σε όλες σχεδόν τις θρησκείες, από τις πιο πρωτόγονες έως τις πιο εξελιγμένες. Κάποτε αναπηδά μέσα από πετρώδεις περιοχές μιας εξωτερικής θρησκευτικότητας, δίνοντας νέα άνθηση στο θρησκευτικό αίσθημα.
Λόγω των ποικίλων μορφών με τις όποιες εμφανίζεται στην Ιστορία των Θρησκευμάτων και των αντιφατικών στοιχείων τα όποια κάποτε περιλαμβάνει, δεν υπάρχει γενικά αποδεκτός ορισμός. Κατά κανόνα ο Μυστικισμός, ο όποιος εκφράζει την άμεση εμπειρία και σχέση του ανθρώπου με το Άγιο, διαφέρει από την αποκρυφιστική μυστικοπάθεια και τις απόκρυφες δοξασίες και τεχνικές.
Η σχέση Μυστικισμού και οργανωμένης θρησκείας εμφανίζεται ιδιότυπη, ένα μείγμα σεβασμού και δυσπιστίας. Συνήθως, ένα αληθινά θρησκευόμενο πρόσωπο έχει φλέβα μυστική, και ένας δονούμενος από τη βίωση του Αγίου μυστικός είναι έντονα θρησκευτική προσωπικότητα. Παρά ταύτα δεν πρέπει να συγχέεται η εν γένει θρησκευτικότητα με τον Μυστικισμό. Η θρησκεία είναι ένα πολύ ευρύτερο φαινόμενο. Όπως, εξάλλου, υπάρχουν μορφές μυστικισμού μη θρησκευτικές.
Δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία ως προς τα χαρακτηριστικά του Μυστικισμού. Η W.R. Inge (1889) είχε διακρίνει: Πρώτον, την εσωτερική γνώση. Δεύτερον, την ησυχία. Τρίτον, την ενδοσκόπηση. Και τέταρτον, την περιφρόνηση και παραμέληση των υλικών πραγμάτων. Στον 20ό αι. ως χαρακτηριστικά του Μυστικισμού αναγνωρίζονται συνήθως τα επισημανθέντα από τον W. James (1902): 1. Το ανέκφραστο (ineffability). 2. Το νοητικό στοιχείο (noetic), εφόσον η μυστική εμπειρία επιζητεί μιά ολική αντίληψη του σύμπαντος, που ασφαλώς ανήκει στη νοητική σφαίρα. 3. Η παθητικότητα (passivity). 4. Η παροδικότητα (transiency). Τελευταίως, ο L. Duprey (1987) προτείνει στη θέση της παροδικότητας την έννοια της ρυθμικότητας (rythmic), διότι η εμπειρία αυτή επανέρχεται με κάποιο ρυθμό. Και ακόμη προσθέτει ως 5, την ολοκλήρωση (integration), διευκρινίζοντας ότι η μυστική συνείδηση επιτυγχάνει να υπερβεί διάφορες αντιθέσεις και με την ενόραση να τις συνθέσει.

Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΡΟΣΙΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ

 
 
Κατά τη χριστιανική πίστη ο Θεός είναι "μυστήριο", είναι ακατάληπτος και αχώρητος στο νου μας. Έτσι, είναι αδύνατο να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα της ουσίας του, όπως επίσης είναι αδύνατο να βρεθούν χαρακτηρισμοί και ονόματα, που να μπορούν να εκφράσουν πλήρως την ουσία και το περιεχόμενο της έννοιας «Θεός».
Ο Θεός είναι αόρατος, ασύλληπτος, υπερβατικός, πέρα απ' όλα τα λόγια, πέρα από κάθε κατανόηση. Ο Θεός είναι άπειρος και τέλειος και γι' αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητός από μας τους ατελείς και πεπερασμένους. Όπως είναι αδύνατο να χωρέσει μέσα σ' ένα ποτήρι ολόκληρος ο ωκεανός, έτσι είναι αδύνατο να χωρέσει μέσα στο ανθρώπινο μυαλό ο άπειρος κα ανεξιχνίαστος Θεός.
 
Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΘΕΚΤΟΣ ΣΤΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ
 
Ο Θεός μπορεί να είναι άπειρος και ασύλληπτος με το νου και τις αισθήσεις μας, ωστόσο η άπειρη αγάπη του δεν άφησε να πλανιόμαστε μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας. Ο Θεός δεν άφησε τον εαυτό του άγνωστο και κρυμμένο. Όλος ο ορατός κόσμος που μας περιβάλλει αποτελεί ένα πρώτης τάξεως καθρέπτη μέσα από τον οποίο μπορούμε να πάρουμε μια πρώτη γεύση του θεϊκού μεγαλείου.
Εκτός από τη φυσική αυτή οδό γνώσεως του Θεού, εμείς οι Χριστιανοί έχουμε και την αποκάλυψη που μας έκανε ο ίδιος ο Υιός του με την Ενανθρώπηση του. Όμως και οι δύο αυτοί τρόποι (φυσικός και εξ αποκαλύψεως) γνώσεως του Θεού είναι ατελείς, αφού η ουσία του Θεού είναι απρόσιτη.
Γι' αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε ότι η  ουσία του Θεού είναι άγνωστη και άρρητη (δε λέγεται) και μόνο «τα περί τον Θεόν» μπορούμε να γνωρίσουμε. Για περισσότερη κατανόηση του θέματος ο Πατέρες της Εκκλησίας κάνουν διάκριση ανάμεσα στην ουσία και τις ενέργειες του Θεού. Και η μεν ουσία είναι ακατάληπτη, ενώ οι ενέργειές του για τον κόσμο και ιδιαίτερα για τον άνθρωπο είναι «μεθεκτές» (κατανοητές) από την αντιληπτική ικανότητα του ανθρώπου, αρκεί βέβαια αυτός να φτάσει σε
κάποιο βαθμό τελειότητας.
Τη «μέθεξη» αυτή των ενεργειών του Θεού μπορούν να την πετύχουν όλοι οι πιστοί. Όταν η μέθεξη των ενεργειών του Θεού φτάσει στο ύψιστο σημείο της (τελείωση, τότε έχουμε τη «θέωση» του ανθρώπου, η οποία βέβαια δε σημαίνει ότι προσεγγίζουμε και την ουσία του Θεού. Απλώς γινόμαστε «θεοειδείς», όχι όμως και θεοί.
 
ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
 
Δύο είναι οι τρόποι ή οι μέθοδοι με τις οποίες ο άνθρωπος μπορεί να προσεγγίσει τη γνώση του Θεού, η αποφατική και η καταφατική.
Η αποφατική μέθοδος προσεγγίζει την έννοια του Θεού, δουλεύοντας με αφαιρέσεις και αποφάσκοντας (εξ ου και αποφατική) από την έννοια του Θεού ότι ατελές, σχετικό και πεπερασμένο παρατηρείται στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Έτσι αποφάσκει το θάνατο καλώντας το Θεό αθάνατο, τη φθορά καλώντας τον άφθαρτο, το όνομα καλώντας τον ανώνυμο κ.ο.κ. Των επιθέτων πού χρησιμοποιεί για να εκφράσει την έννοια του Θεού, προηγείται το στερητικό άλφα (α-χώρητος, ά-φθαρτος, α-νώνυμος, α-κατάληπτος,  α-χώρητος κ.λπ.). Ο νους, αφαιρώντας από το Θεό ότι είναι σχετικό και περιορισμένο, φθάνει σιγά -σιγά στον εσώτερο πυρήνα του θείου όντος, ο οποίος φυσικά είναι αδιάγνωστος, εισδύει στης θεία αγνωσία, όπου λαμπρύνεται και θεοποιείται.
Η καταφατική πάλι μέθοδος, ξεκινώντας και αυτή από το φυσικό κόσμο, καταφάσκει (εξ ου και καταφατική) στον υπέρτατο βαθμό όλες τις τελειότητες και κάθε ιδέα αγαθού, που παρατηρούνται στα λογικά κτίσματα. Λόγου χάρη, αν ο άνθρωπος είναι αγαθός, ο Θεός νοείται πανάγαθος. Αν ο άνθρωπος είναι δυνατός, ο Θεός είναι παντοδύναμος. Αν ο άνθρωπος είναι άγιος, ο Θεός είναι πανάγιος.
Τόσο οι αποφατικές όσο και οι καταφατικές προσηγορίες του Θεού είναι μεν ανθρώπινες, βασισμένες όμως στο λόγο της θείας αποκαλύψεως, όπως αυτός φανερώνεται στις άγιες Γραφές, οι οποίες εκφράζουν τη ζωντανή σχέση του Θεού με την εξωτερική δημιουργία, όπως αυτή αντανακλάται στις ενέργειες του Θεού στον κόσμο.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Χριστός Γεννάται δοξάσατε


Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος - Χριστὸς γεννᾶται

(Ἀποσπάσματα ἐκ τῆς Ὁμιλίας ΛΗ´)


Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε· Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε. ᾌσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ καί, ἵν᾿ ἀμφότερα συνελὼν εἴπω, Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, διὰ τὸν ἐπουράνιον, εἶτα ἐπίγειον.Κἀγὼ βοήσομαι τῆς ἡμέρας τὴν δύναμιν: Ὁ ἄσαρκος σαρκοῦται. Ὁ Λόγος παχύνεται. Ὁ ἀόρατος ὁρᾶται. Ὁ ἀναφὴς ψηλαφᾶται. Ὁ ἄχρονος ἄρχεται. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται, «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8)
Ἓν ἐκ δύο τῶν ἐναντίων, σαρκὸς καὶ Πνεύματος· ὧν τὸ μὲν ἐθέωσε, τὸ δὲ ἐθεώθη. Ὢ τῆς καινῆς μίξεως! ὢ τῆς παραδόξου κράσεως! ὁ ὢν γίνεται καὶ ὁ ἄκτιστος κτίζεται καὶ ὁ ἀχώρητος χωρεῖται, διὰ μέσης ψυχῆς νοερᾶς μεσιτευούσης Θεότητι καὶ σαρκὸς παχύτητι. Καὶ ὁ πλουτίζων πτωχεύει· πτωχεύει γὰρ τὴν ἐμὴν σάρκαν, ἵν᾿ ἐγὼ πλουτήσω τὴν αὐτοῦ Θεότητα. Καὶ ὁ πλήρης κενοῦται· κενοῦται γὰρ τῆς ἑαυτοῦ δόξης ἐπὶ μικρόν, ἵν᾿ ἐγὼ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως. Τίς ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος; Τί τὸ περὶ ἐμὲ τοῦτο μυστήριον; Μετέλαβον τῆς εἰκόνος καὶ οὐκ ἐφύλαξα· μεταλαμβάνει τῆς ἐμῆς σαρκός, ἵνα καὶ τὴν εἰκόνα σώσῃ καὶ τὴν σάρκα ἀθανατίσῃ. Δευτέραν κοινωνεῖ κοινωνίαν, πολὺ τῆς προτέρας παραδοξοτέραν· τότε μὲν τοῦ κρείττονος μετέδωκε, νῦν δὲ μεταλαμβάνει τοῦ χείρονος. Τοῦτο τοῦ προτέρου θεοειδέστερον· τοῦτο τοῖς νοῦν ἔχουσιν ὑψηλότερον.
Ὁ Χριστὸς γεννιέται, δοξάσατε. Ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ συναντῆστε (τον). Ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὴν γῆ ὑψωθεῖτε. Τραγουδῆστε γιὰ τὸν Κύριο ὅλη ἡ γῆ καὶ νὰ γιὰ νὰ πῶ καὶ τὰ δυὸ μαζί: Νὰ εὐφρανθοῦν οἱ οὐρανοὶ καὶ νὰ ἀγαλλιάσει ἡ γῆ γιὰ τὸν ἐπουράνιο, ἔπειτα ἐπίγειο.Καὶ ἐγὼ θὰ φωνάξω τὴν δύναμη (σημασία) τῆς ἡμέρας: Ὁ ἄσαρκος σαρκώνεται. Ὁ Λόγος γίνεται ὑλικός. Ὁ ἀόρατος ὀρᾶται. Ὁ ἀναφὴς ψηλαφιέται. Ὁ ἄχρονος ἀρχίζει, «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερα ὁ ἴδιος καὶ στοὺς αἰῶνες».
Ἕνα (πρόσωπο) ἀπὸ δυὸ ἀντίθετα (φύσεις), σάρκα (ἀνθρώπινη φύση) καὶ Πνεῦμα (Θεία φύση). Ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ μιὰ (ἡ Θεία) ἐθέωσε, καὶ ἡ ἄλλη (ἡ ἀνθρώπινη) ἐθεώθηκε. Ὢ τῆς καινούριας μίξεως! Ὢ τῆς παραδόξου συνθέσεως! Ὁ ὢν δημιουργεῖται καὶ ὁ ἄκτιστος κτίζεται καὶ ὁ ἀχώρητος χωρεῖται διὰ μέσου νοερῆς ψυχῆς ποὺ μεσιτεύει στὴν Θεότητα καὶ (διὰ μέσου) τῆς ὑλικότητας τῆς σάρκας. Καὶ ὁ πλουτίζων πτωχεύει. Ἐπειδὴ πτωχεύει (λαμβάνοντας) τὴν δική μου σάρκα, γιὰ νὰ πλουτήσω ἐγὼ ἀπὸ τὴν δική του Θεότητα. Καὶ ὁ πλήρης ἀδειάζει, ἐπειδὴ ἀδειάζει ἀπὸ τὴν δόξα του γιὰ λίγο, γιὰ νὰ μεταλάβω ἐγὼ ἀπὸ τὴν πληρότητά του. Ποιὸς ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητας; Τί εἶναι αὐτὸ τὸ μυστήριο (ποὺ ἔγινε) γιὰ μένα; Μετάλαβα τὴν εἰκόνα (του) καὶ δὲν τὴν ἐφύλαξα. Μεταλαμβάνει τὴν δική μου σάρκα, καὶ γιὰ νὰ σώσει τὴν εἰκόνα καὶ γιὰ νὰ ἀθανατήσει τὴν σάρκα. Δεύτερη πραγματοποιεῖ κοινωνία, πολὺ παραδοξότερη τῆς πρώτης (τῆς δημιουργίας). Τότε μετέδωσε τὸ καλύτερο (τὴν εἰκόνα του), ἐνῷ τώρα μεταλαμβάνει τὸ χειρότερο (τὴν σάρκα μου). Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὸ προηγούμενο θεοπρεπέστερο. Αὐτὸ εἶναι σὲ ὅσους ἔχουν νοῦ ὑψηλότερο.
«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε, Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθηκε. ᾌσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ…» Μ᾿ ἕνα λόγο: Ἂς εὐφραίνωνται οἱ οὐρανοὶ καὶ ἂς ἀγάλλεται ἡ γῆ γιὰ τὸν ἐπουράνιο, ποὺ κατόπιν ἔγινε ἐπίγειος. Ὁ Χριστὸς παρουσιάζεται μὲ ἀνθρώπινο σῶμα, ἀγαλλιᾶσθε μὲ τρόμο καὶ χαρά. Μὲ τρόμο γιὰ τὴν ἐνοχὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ μὲ χαρὰ γιὰ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας…
Πάλι διαλύεται τὸ σκοτάδι, πάλι ὑπάρχει τὸ φῶς. Πάλι τιμωρεῖται μὲ σκοτάδι ἡ Αἴγυπτος καὶ πάλι ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς φωτίζεται μὲ τὸν πύρινο στύλο. Ὁ λαὸς ποὺ καθόταν στὸ σκοτάδι τῆς ἀγνοίας, ἂς δὴ τὸ μεγάλο φῶς τῆς θεογνωσίας. «Τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε τὰ πάντα καινά». Τὸ νεκρὸ γράμμα ὑποχωρεῖ. Τὸ πνεῦμα ἐπικρατεῖ. Οἱ σκιὲς τοῦ νόμου περνοῦν. Ἡ ἀλήθεια θριαμβεύει. Ὁ Μελχισεδέκ, ποὺ ἦταν ἕνας τύπος, τώρα δείχνει ποιὸν προεσήμαινε, δηλαδὴ τὸν Χριστό. Αὐτός, ποὺ ὡς Θεὸς δὲν ἔχει μητέρα, γεννιέται χωρὶς πατέρα. Γιατί στὸν Δημιουργό της φύσεως δὲν ἰσχύουν οἱ φυσικοὶ νόμοι. Ὅλα τὰ ἔθνη χειροκροτῆστε, γιατί «παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ ὠμοῦ αὐτοῦ καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος». Ἂς φωνάζῃ δυνατὰ ὁ Ἰωάννης Βαπτιστής: «Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου». Καὶ ἐγὼ θὰ φωνάζω τὴν δύναμη καὶ τὴ σημασία τῆς μεγάλης αὐτῆς ἡμέρας (τῶν Χριστουγέννων).
Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἄναρχος καὶ αἰώνιος, τώρα λαμβάνει ἀρχή. Αὐτὸς ποὺ εἶναι αὐθύπαρκτος, δημιουργεῖται. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἄπειρος, χωρεῖται στὴν περιορισμένη ἀνθρώπινη φύση. Αὐτὸς ποὺ πλουτίζει μὲ τὰ ἀγαθά Του τὸν κόσμο, γίνεται φτωχὸς, παίρνοντας ἀνθρώπινο σῶμα, γιὰ νὰ πλουτίσω ἐγὼ μὲ τὴν θεότητά Του. Ποιὸς μπορεῖ νὰ παραστήσει πόσος εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητός Του; Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὺ μαζὶ μὲ τὸν Ἀστέρα τρέξε καὶ μαζὶ μὲ τοὺς Μάγους φέρε Του γιὰ δῶρα, χρυσὸ καὶ λιβάνι καὶ σμύρνα. Τίμησέ Τον ὡς Βασιλέα καὶ Θεὸ καὶ ὡς Λυτρωτή, ποὺ νεκρώθηκε γιὰ σένα. Μαζὶ μὲ τοὺς ποιμένες δόξασέ Τον, μὲ τοὺς ἀγγέλους ὕμνησέ Τον, μὲ τοὺς ἀρχαγγέλους σκίρτησε ἀπὸ χαρά. Ἂς εἶναι κοινὴ ἡ πανήγυρις τῶν οὐρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων δυνάμεων…»

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

Ἀστερίου Ξενοπολίτου*, περί τῶν πειρασμῶν Κατηγορία Αστερίου Ξενοπολίτου, Μοναχοί,



Ἀστερίου Ξενοπολίτου*, περί τῶν πειρασμῶν Κατηγορία Αστερίου Ξενοπολίτου, Μοναχοί, Ορθόδοξη ζωή Δόκιμός τις, ἀναλαβών παρά τοῦ προεστῶτος διακονίαν κανδηλάπτου καί προσερχόμενος μεσονυκτίως ἐν τῷ ναῷ μόνος πρό πάντων τῶν ἀδελφῶν, ἑπειράζετο πολλά ὑπό τοῦ διαβόλου, φόβον ἐκχέοντος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, ὡς δῆθεν ἐκ τοῦ σκότους προεχομένου, καί μήποτε ὁ μιαρός ὄπισθεν ἁρπάσῃ αὐτοῦ καί κρατήσῃ. Ἐντρεπόμενος δέ ὲξαγορεῦσαι τόν τοιοῦτον λογισμόν τῷ προεστῶτι, πολλάκις ἔντρομος ἔφερεν τήν διακονίαν, μέχρι τῆς διατεταγμένης ὥρας, καθ' ἥν ἅπαντες οἱ ἀδελφοί προσήρχοντο διά τήν κοινήν δέησιν καί ἱερουργίαν. Μιᾷ δέ νυκτί, ὅτε κατά τό σύνηθες ὑπό τοῦ πειρασμοῦ ἐταράττετο, καί μή δυνάμενος ἔτι τόν τρόμον φέρειν, προσέπεσεν ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου λέγων· «ἐγώγε Μητέρα σε καί προστᾶτιν ἔχω, ἐγκαταλείψας οἴκον πατρῷον καί γονεῖς καί ἀδελφούς, καί νῦν καθικετεύω σε ταύτην τήν ἀπειλήν φυγάδευσον ἀπ' ἐμοῦ τοῦ ασθενοῦς καί μή δυναμένου ἀντιστῆναι. Εἰ δέ πάλιν ἐπιτρέψῃς, καθ' ἅ σύ γιγνώσκεις καί βούλεσαι, παρακαλῶ σε, Μῆτερ, ἐμήν ψυχήν διαφύλαξον καί πᾶσαν προσβολήν πρός τό συμφέρον ποίησον». Καί παραχρῆμα, πρό τοῦ ἐκεῖνον περαιῶσαι τήν ἱκεσίαν, ἅπας ὁ φόβος καί ὁ τρόμος διελύθη, οὐ μή γε μόνον κατά τήν εἰρημένην, ἀλλ' οὐδέπω ἀπό τοῦδε ἐπανελθών. Ταύτην τήν ἱστορίαν διηγούμενος Ἀστέριος, μή θαυμάζετε, ἔλεγεν, ὅτι ταχυεῖα ἔρχεται ἡ παρά τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί πάντων τῶν Ἁγίων ἀντίληψις καί προστασία, ὅτε πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν παρατιθέμενοι τῇ τοῦ Θεοῦ προνοίᾳ, οὐκ ἐκζητοῦμεν μόνον τήν τῶν πειρασμῶν ἀπαλλαγήν ἀλλά καί πρόθυμοι παθεῖν διακείμεθα ὑπέρ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Καί γάρ ὁ Χρυσσορρήμων λέγει ὅτι τόν προθύμως δεχόμενον παθεῖν ὑπέρ Χριστοῦ, λύει μέν τό πῦρ καί δροσίζει, ἀπαλλάττει δέ ταχέως ὁ ἀγωνοθέτης Θεός ἀπό πάσης δοκιμασίας καί προσβολῆς, ἐπεί τῆς παιδαγωγίας ἄξιος ἐδείχθη ὁ πειρασθείς. Ἐπεί γάρ οὐ γιγνώσκομεν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ποῖον τό τῆς ἡμετέρας ψυχῆς συμφέρον, μή μόνον ζητεῖτε ἀπείραστοι εἶναι, μᾶλλον δέ ὑπομένειν προθύμως διά τόν Χριστόν πᾶσαν προσβολήν καί ἀπειλήν τῶν ὁρατῶν τε καί ἀοράτων ἐχθρῶν, τήν ἐλπίδαν ἔχοντες πρός τόν μόνον δυνάμενον ῥῦσαι ἡμᾶς. Καί γάρ ὁ Κύριος, ὅτε προσηύχετο παρακαλῶν τῷ Πατρί παρελθεῖν ἀπ' αὐτοῦ τό τοῦ πάθους ποτήριον, ταῦτα προσέθηκεν· «πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ' ὡς σύ» καί «εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον παρελθεῖν ἀπ' ἐμοῦ ἐὰν μὴ αὐτὸ πίω, γενηθήτω τὸ θέλημά σου». Τό λοιπόν ἀδελφοί, εἰ μέν ἀποσοβῇ τάς θλίψεις, τοῦτο πρός τό συμφέρον τῆς ψυχῆς γίγνεται, ὅτε τήν πρός τόν Θεόν ἐλπίδα προετάξαμεν ἰδότες ὅτι σμικροί καί ἀσθενεῖς ἐσμέν, εἰ δέ ἐπιτρέπῃ αὐτάς τοῦτο πρός ὠφέλειαν πάλιν, ὅπως διδαχθῶμεν ἡμεῖς τε καί οἱ περί ἡμᾶς ὅτι ἡ δύναμις αὐτοῦ ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. --- Πηγή: Απλά και Ορθόδοξα: