Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2024

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Τί είναι ο ανθρώπινος νους χωρίς τον Χριστό;


Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Χωρίζεται ο άνθρωπος από τον Χριστό; Τότε χωρίζεται από την μοναδική λογική έννοια του «όντος» του, της ζωής του, της υπάρξεώς του. Χωριζόμενος ο άνθρωπος από τον Χριστό, χωρίζεται και από την μόνη λογική έννοια της ψυχής του, του «νοός» του, της συνειδήσεώς του, του θελήματός του, του σώματός του.

Τί είναι ο ανθρώπινος νους χωρίς τον Χριστό;

Είναι ένας μαρτυρικός, βασανιστικός θρήνος. Τί είναι η ψυχή του ανθρώπου χωρίς τον Χριστό; Είναι ένα ομιλούμενο σκιάχτρο. Τί είναι η συνείδησή του, ή βούλησή του; Είναι ένας απελπισμένος τυφλός. Τί είναι το σώμα του χωρίς το Χριστό; Είναι ένα αηδιαστικό, σιχαμερό σκουλήκι. Τί είναι το θέλημα του; Είναι ένας αβοήθητος εγκληματίας. Τί είναι γενικά ο άνθρωπος χωρίς τον Χριστό; Είναι ένα φοβερό εξωτερικό θέαμα. Έτσι και κάθε άλλο δημιούργημα, από τον άγγελο μέχρι και το πιό ασήμαντο ον, χάνει κάθε λογική έννοια της υπάρξεώς του, αν δεν διατηρήσει στο «είναι» του, τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Η αμαρτία είναι η μοναδική διασπαστική δύναμη, που χωρίζει και διακόπτει κάθε δεσμό με τον Θεό. Χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό, χωρίζει τον άγγελο και κάθε άλλο όν. Έτσι, απομακρύνοντας η αμαρτία τον άνθρωπο από τον Θεό, τον καταβυθίζει στη μωρία, στην χωρίς νόημα κατάσταση, στο θάνατο, στο διαβολισμό (στο κράτος του διαβόλου). Γι’ αυτό και ο φιλάνθρωπος Κύριος, ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος και με την ένωση στον Εαυτό Του, της Θείας και ανθρώπινης φύσεως, «ασυγχύτως και αδιαιρέτως», καθάρισε την φύση μας από την αμαρτία, την παραφροσύνη, τον θάνατο και τον διάβολο.

Έτσι ο Θεάνθρωπος Κύριος πέρασε στη γη όλα τα μαρτύριά μας, έζησε όλες μας τις θλίψεις, και σ’ εμάς τους «πολύ­πλευρα νεκρούς» ξανάδωσε ζωή, μας αναβίωσε από τις «θνη­τότητές» μας, μας ανέστησε από τους τάφους μας και μας αναβίβασε στα ουράνια (Εφεσ. 2, 6-8).

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Με την Θεανθρώπινη ζωή Του και την ολόπλευρη Θεανθρώπινη «οικονομία» της σωτηρίας, ο Κύριος Ιησούς Χριστός έδωσε τις Θεοχαριτωμένες δυνάμεις, με τις οποίες οι άνθρωποι γίνονται «οικείοι του Θεού», γίνονται «γεγεννημένοι εκ του Θεού και συν Θεώ», περιτειχίζονται στην αγία εκκλησία και φθάνουν στο πλήρωμα της ζωής και της αιωνιότητας, διαμέσου της ευλογημένης Θεανθρωπότητας (Εφεσ. 2, 10­-22). Σύμφωνα με τον προαιώνιο προορισμό του ανθρώπου από τον Θεό, όλοι είναι δημιουργημένοι για τον ίδιο σκοπό, όλοι είναι κάτω από τον ίδιο Κύριο και Θεό, είναι κάτω από την αιώνια θεϊκή Αλήθεια, την δικαιοσύνη του Θεού και την αγαθότητά Του, όλοι είναι προορισμένοι «εις υιοθεσίαν διά Ιησού Χριστού εις αυτόν, κατά την ευδοκίαν του θελήματος αυτού» (Έφεσ. 1, 4-5).

Γι’ αυτό σ’ όλους τους ανθρώπους είτε είναι Ιουδαίοι, είτε είναι Έλληνες, δούλοι ή ελεύθεροι, δόθηκε ένας, ο ίδιος Σωτήρας και μία, η ίδια σωτηρία, τα ίδια μέσα και οι ίδιες δυνάμεις σωτηρίας, ένα και το ίδιο Ευαγγέλιο.

Η σωτηρία επιτυγχάνεται διαμέσου της ευλογημένης, χαριτωμένης ψυχικής ενώσεως με τον Σωτήρα Χριστό.

Και μετά την κοινωνία των ανθρώπων με τις ουράνιες σω­τηριώδεις δυνάμεις, που επιτυγχάνεται με το Ευαγγέλιο, γίνονται κοινωνοί και με όλες τις Θεανθρώπινες λυτρωτικές δυνάμεις, οι οποίες τους καθαρίζουν από κάθε κακία και αμαρτία και τους πληρώνουν, τους γεμίζουν και με όλα τα «ένθεα καλά» (Εφεσ. 3, 6-7).

Και αυτό συντελείται στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας, στην οποία βρίσκεται όλη η Θεανθρώπινη οικονομία της σωτηρίας, η «οικονομία του μυστηρίου» του Θεού, σε σχέση με το ανθρώπινο γένος και με όλα τα όντα γενικά. Αυτό το παν-θαυμαστό και παν-θαυματουργό μυστήριο της εκκλησίας, θαυμάζεται από τους αγγέλους του Θεού και αποκαλύπτεται και σ’ αυτούς, διαμέσου της εκκλησίας, η «πολυποίκιλος σοφία του Θεού» και μαζί με τους ανθρώπους μαθαίνουν και αυτοί την ανείπωτη και απερινόητη σοφία και αγάπη του Θεού (Εφεσ. 3, 9-10).

Πηγή: https://www.dogma.gr/dialogos/agios-ioustinos-popovits-ti-einai-o-anthropinos-nous-choris-ton-christo-2/47284/

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: «Μόνον ο Άγιος είναι ο αληθινός Παιδαγωγός και Διδάσκαλος. Μόνον η Αγιότης είναι το Αληθινόν Φώς»


Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Άνευ των Αγίων δεν υπάρχουν αληθινοί διδάσκαλοι και παιδαγωγοί, ούτε αληθινή παιδεία άνευ της Αγιότητος. Μόνον ο Άγιος είναι ο αληθινός Παιδαγωγός και Διδάσκαλος. Μόνον η Αγιότης είναι το Αληθινόν Φώς. Η αληθινή Παιδεία, ο αληθινός Φωτισμός, δεν είναι άλλο παρά η ακτινοβολία της Αγιότητος. Μόνον οι ΄Αγιοι είναι οι αληθώς φωτισμένοι. Η Αγιότης ζη και αναπνέει δια του Φωτός, ακτινοβολεί και ενεργεί εν τω Φωτί. Αγιάζουσα η Αγιότης, ταυτόχρονα φωτίζει και διδάσκει.

Η παιδεία είναι προβολή της αγιότητος. Μόνον ο αγιασθείς άνθρωπος δύναται να αγιάζη και άλλους· μόνον γενόμενος αυτός φως δύναται να φωτίζη τους άλλους. Το Ευαγγέλιον του Θεανθρώπου συγκεντρώνει τα πάντα εις τον προσωπικόν αγώνα και την άσκησιν τα πάντα αρχίζουν από το ίδιον το πρόσωπον του ανθρώπου: σωζόμενος ο άνθρω­πος σώζει απαραιτήτως και τους άλλους γύρω του· φωτιζόμενος φωτίζει και τους άλλους.

Αυτή είναι η ευαγγελική οδός, η εφαρμοζομένη πιστώς εις την Ορθοδοξίαν, φυλασσομένη και διαφυλαχθείσα εις αυτή. Ιδού πως την χαράσει, ως άλλος υιός της βροντής, ο μέγας άγιος και διδάσκαλος της Εκκλησίας, ο φωστήρ της οικουμένης, ο αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Καθαρθήναι δει πρώτον, είτα καθάραι· σοφισθήναι, και είτα σοφίσαι· γενέσθαι φως, και φωτίσαι· εγγίσαι Θεώ, και προσαγαγείν άλλους· αγιασθήναι, και αγιάσθαι».

Κατά το θέλημα της Θείας Πρόνοιας ημείς ζώμεν επί της γεωγραφικής και θρησκευτικής διασταυρώσεως της Ανατολής και της Δύσεως. Δια τούτο, ίσως ευρισκόμεθα συχνά εις βασανιστικόν αδιέξοδον. Έχετε παρατηρήσει πως εις την ορθόδοξον ψυχήν μας δεν ανταποκρίνεται η ορθολογιστικο-σχολαστική παιδεία της ρωμαιοκαθολικής και προτεσταντικής Ευρώπης;

Τούτο κατοπτρίζεται σαφώς εις την ιδεολογικήν και ηθικήν περιπλάνησιν του μεγαλυτέρου μέρους των διανοουμένων μας. Αυτοί έχουν αποξενωθή από τον ορθόδοξον λαόν μας, από το σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και δια τούτο έχουν χάσει την ορθόδοξον αίσθησιν και τον ορθόδοξον προσανατολισμόν εις τα βασι­κά προβλήματα της ζωής και του θανάτου. Η παιδεία κατά το πρότυπον του ευρωπαϊκού Aufklarung (Διαφωτισμού) ποτέ δεν δύναται να είναι παιδεία δι’ ημάς.

Η ορθόδο­ξος αίσθησις και η ορθόδοξος συνείδησις παραδέχεται και αναγνωρίζει μόνον τους αγί­ους ως παιδαγωγούς και διδασκάλους και μόνον την αγιότητα ως φωτισμόν και ως αληθινήν παιδεία. Είναι πολύ βαθειά η πείνα και η δίψα της ψυχής μας, βαθυτέρα από ότι νομίζουν πολλοί από τους διανοουμένους μας, και κανείς δεν δύναται να την ικανοποιήση εκτός του Χριστού και των αγίων Του.

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος», εκδ. οίκος «Αστήρ», Αθήναι 1987.

Πηγή: iconandlight.wordpress.com

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Με ποιό τρόπο ο διάβολος κυβερνά στο βασίλειό του

 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Η αμαρτία παρουσιάζει μια δύναμη πολύ πιο δυνατή και ισχυρή από τον άνθρωπο, επειδή προέρχεται από το διάβολο που είναι ασύγκριτα πιο δυνατός και ισχυρός απ’ αυτόν.

Και αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι δεν είναι ποτέ σε θέση, με τις δικές τους -ατομικές- δυνάμεις, να ελευθερώσουν τον εαυτό τους από την αμαρτία και το κακό. Γιατί ο διάβολος κυριαρχεί στα εναέρια, υπό-ουράνια μέρη (Εφεσ. 6,12, Αποκ. 12,9). Το βασίλειό του είναι μεγαλύτερο και ευρύτερο από την γη. Η γη είναι μόνο ένα κομμάτι από το μεγάλο του βασίλειο.

Με ποιό τρόπο ο διάβολος κυβερνά στο βασίλειό του; Με την αμαρτία. Με ποιό τρόπο στον εναέριο χώρο; πάλι με την αμαρτία. Μόνο με την αμαρτία, που είναι προσωποποιημένη στους γεμάτους φλόγες αγγέλους -τους διαβόλους. Και οι διάβολοι δεν είναι τίποτε άλλο από πρώην αγγέλους, οι οποίοι με ολόκληρη την ύπαρξή τους ζουν στην αμαρτία και για χάρη της αμαρτίας. Και όπου βρίσκονται αυτοί υπηρετούν στην αμαρτία και κυριαρχούν με την αμαρτία.

«Η κυβέρνηση του διαβόλου στον εναέριο χώρο, συνίσταται στο να κυβερνά σε ακάθαρτα, κακά πνεύματα» (Οίκουμένιος). Με ποιό τρόπο εμείς οι άνθρωποι, το διαπιστώνουμε αυτό, επάνω στη γη; Με τη δική μας εμπειρία, που σχηματίζουμε από την εξουσιαστική δύναμη της αμαρτίας. Τί είναι στην ουσία η ανθρώπινη αμαρτία; Ό,τι είναι και του διαβόλου δηλ. αντίθεη δύναμη, αντίθετη δύναμη απέναντι στη δύναμη του Θεού. Γι’ αυτό και ο Άγιος Απόστολος λέει «κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος, του πνεύματος του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς της απείθειας».

Ο άρχοντας του εναερίου χώρου, «της εξουσίας του αέρος», ο διάβολος που είναι πνεύμα, η «δουλειά» του, η «εργασία» του και στον γήινο κόσμο μας, είναι να παρακινεί και να παρασύρει τους ανθρώπους εναντίον του Θεού, ώστε να γίνονται απειθείς και θεομάχοι. Αυτό το κάνει διαμέσου των διαφόρων αμαρτιών. Και κάθε αμαρτία στην πραγματικότητα είναι αντίθεση στο Θεό, μάχη εναντίον του Θεού. Οι άνθρωποι με την αμαρτία γίνονται «υιοί της απείθειας», παιδιά του «πατρός αυτών» διαβόλου, του πρώτου ανθρωποκτόνου, του πρώτου που έδειξε «απείθεια» και «απειθαρχία» κατά του Θεού. (Ιωάν. 8,44).

Η δουλειά του διαβόλου είναι σταθερή, στο να δείχνει «απείθεια» εναντίον του Θεού, εναντίον των εντολών Του, της αλήθειάς Του, της δικαιοσύνης Του, εναντίον του Ευαγγελίου Του, εναντίον της Κυριαρχίας Του, πολεμά το Θεό και κάθε τι του Θεού, δεν θέλει το Θεό σε καμιά περίπτωση, δεν θέλει ν’ ακούει για το Θεό.

Η αμαρτία είναι πάντοτε και παντού το ίδιο: Θεομαχία, Θεο-απείθεια, Θεο-αντίθεση του «νυν ενεργούντος», αυτού που ενεργεί τώρα, του διαβόλου που ενεργεί πάντα μυστικά, που σαν αόρατο πνεύμα που είναι, ενεργεί τώρα διαμέσου των «υιών της απείθειας» των υιών της ανυπακοής και της αποστασίας, ενεργεί στις ψυχές, στις συνειδήσεις, στις καρδιές, στις θελήσεις τους. Δεν αγαπά «ανοικτά», φανερά να παρανομεί και να δείχνει το δυσειδές και αηδιαστικό πρόσωπό του.

Σαν πολύ πανούργος που είναι, κρύβεται «πονηρά», μασκαρεύεται, φοράει προσωπείο δηλαδή μάσκα, ώστε μερικοί από τους δικούς του, τους «υιούς της απείθειας», να πιστοποιούν, να βεβαιώνουν ότι διάβολος δεν «υφίσταται», ότι ο διάβολος γενικά δεν υπάρχει. Δίκαια λοιπόν, θέλει ο διάβολος, να θεωρούν και να νομίζουν οι άνθρωποι ότι αυτός δεν υπάρχει. Γιατί κανένας δεν φυλάγεται από κάποιον που δεν υπάρχει και κανένας δεν αγωνίζεται, δεν παλεύει εναντίον κάποιου που δεν υπάρχει. Αυτή είναι η «ευφυής τεχνική του διαβόλου, αυτή είναι η διαβολική στρατηγική (γι’ αυτούς που θέλουν να χαθούν).

(Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς, «Προς Εφεσίους Επιστολή Απ. Παύλου», εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσ/νίκη, σ.78-80)

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr

Ὁ ἄνθρωπος μεταξὺ διαβόλου καὶ Θεοῦ (Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς)


Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Σέ τοῦτον τόν κόσμο, ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται πάντοτε μεταξύ τοῦ διαβόλου καί τοῦ Θεοῦ, συμφιλιώνεται εἴτε μέ τόν ἕνα εἴτε μέ τόν Ἄλλο, ζεῖ εἴτε μέ τόν ἕνα εἴτε μέ τόν Ἄλλο. Εἶναι φίλος τοῦ διαβόλου καί ζεῖ μέ αὐτόν, ὅταν βαδίζει στίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, ἐπειδή αὐτά εἶναι ἡ ψυχή, ἡ καρδιά τοῦ διαβόλου. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά εἶναι φίλος τοῦ Θεοῦ, ζεῖ μέ Αὐτόν, ὅταν πορεύεται μέ τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Κυρίου, ὅταν γίνεται σύσσωμος τοῦ Θεανθρωπίνου σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, στήν ὁποία ἀποθησαυρίζεται ὁλόκληρος ὁ πλοῦτος, ὅλων τῶν Θείων αἰωνιοτήτων. Ναί, σέ τοῦτον ἐδῶ τόν κόσμο, ὁ ἄνθρωπος παρακάθεται, πάντοτε, εἴτε στήν τράπεζα τοῦ διαβόλου εἴτε στήν τράπεζα τοῦ Κυρίου Χριστοῦ, τοῦ Μόνου Ἀληθινοῦ Θεοῦ [1].

Τό ἀνθρώπινο γένος δοκιμάζει, καθημερινῶς, στόν κόσμο μας τήν ἐμπειρία νά ὁδηγοῦνται οἱ ἄνθρωποι στήν ἀπώλεια εἴτε λόγῳ τῆς ἄγνοιας εἴτε τῆς μή ἀναγνωρίσεως τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καί Κυρίου, Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια ἐκπίπτουν, ἐξαιτίας εἴτε τῆς ἀθεΐας εἴτε τῆς εἰδωλολατρείας. Αὐτή ἡ ἄγνοια ἤ ἡ μή ἀναγνώριση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιφέρει τήν ἄγνοια ἤ τήν μή ἀναγνώριση τοῦ μόνου ἀληθινοῦ ἀγαθοῦ σέ αὐτόν τόν κόσμο: τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν «ἐν ἀσελγείαις, ἐπιθυμίαις, οἰνοφλυγίαις, κώμοις, πότοις καί ἀθεμίτοις εἰδωλολατρείαις» [2]. Ναί, «ἀθεμίτοις εἰδωλολατρίαις», γιατί ἡ εἰδωλολατρεία εἶναι πάντοτε σέ πληθυντικό ἀριθμό. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δέν ἀναγνωρίζει τόν μόνο ἀληθινό Θεό, θέλοντας καί μή ἀναγνωρίζει ἕνα ἀναρίθμητο πλῆθος ἄλλων, μικρότερων θεοτήτων, ψευδῶν θεῶν, εἰδώλων. Πρόκειται γιά τίς ἐπιθυμίες καί τά πάθη πού δέν ἔχουν οὔτε ἀριθμό οὔτε τέλος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δελεάζεται ἀπό μία τέτοια μικρή, μικρή θεότητα, τότε αὐτή τόν παρασύρει στίς ὑπόλοιπες ἐπιθυμίες καί τά πάθη καί τότε εἶναι πού τόν κατακομματιάζουν καί τόν κατασπαράζουν οἱ ἀναρίθμητοι ψευδεῖς καί ἀδηφάγοι θεοί. Καί ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι σέ θέση νά ἀμυνθεῖ σέ αὐτήν τήν ἀγέλη τῶν τρομερῶν θηρίων καί τῶν δελεαστικῶν πειρασμῶν. Τό μικρότερο πάθος ὁδηγεῖ σέ μεγαλύτερο καί ἔτσι σταδιακά, βυθίζεται σέ ὅλο καί μεγαλύτερα πάθη, ὥσπου, ἐν τέλει, δέν μπορεῖ νά ἀναδυθεῖ ἀπ’αὐτά. Καί κάθε πάθος ἐμπεριέχει ἀναρίθμητα εἴδωλα καί κάθε ἐπιθυμία φέρει ὅλο καί περισσότερα εἴδωλα, πού δέν ἔχουν τελειωμό. Τά εἴδωλα εἶναι σάν τή δυνατή φωτιά, μέσα της κατακαίγονται καί ἡ συνείδηση καί ἡ ψυχή καί ἡ καρδιά καί τό θέλημα τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἀπόστολος τῆς ἀγάπης παρακαλεῖ τούς χριστιανούς: «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτούς ἀπό τῶν εἰδώλων» [3].

Ἀπό τά εἴδωλα προέρχονται ὅλα τά κακά, καί τά μικρά καί τά μεγάλα. Καί κάθε ἄνθρωπος εἶναι εἰδωλολάτρης, ἐφ’ ὅσον δέν πιστεύει στόν μόνον Ἀληθινό Θεό, στόν Κύριο Ἰησοῦ ΧριστόΔιότι, ὁπωσδήποτε σέ κάτι πιστεύει, εἴτε ὄν εἶναι αὐτό εἴτε πράγμα, εἴτε σέ ὁρατά εἴτε σέ ἀόρατα εἴδωλα, ὅπως εἶναι ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη, οἱ ἀστέρες, οἱ ἄνθρωποι, ὁ πολιτισμός, ἡ τεχνολογία, ἡ φυλή, ἡ κοινωνική τάξη, τά πάθη, οἱ ἡδονές καί […] τό ὄνομά τους «Λεγεών». Ἀπό τό πρῶτο ὥς τό τελευταῖο ὅλα τά παραπάνω εἶναι εἰδωλολατρία. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τό καθένα ἀπ’αὐτά φονεύει ὅ,τι κάνει ἄνθρωπο τόν ἄνθρωπο, φονεύει δηλαδή ὅ,τι θεοειδές, θεονοσταλγικό, ἀθάνατο, θεῖο, αἰώνιο. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἀπόστολος νουθετεῖ καί ἐντέλλεται στούς χριστιανούς: «Διόπερ, ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπό τῆς εἰδωλολατρείας» [4]. Οἱ ἄνθρωποι, διά τῶν ποικιλόμορφων εἰδωλολατρειῶν, ἔμμεσα ἤ ἄμεσα, θυσιάζουν τούς ἑαυτούς τους στὀν διάβολο, προσφέρονται ὡς θυσία στόν διάβολο. Σέ τελευταία ἀνάλυση, κάθε εἰδωλολατρία εἶναι σατανολατρία καί κάθε εἰδωλο-διακονία εἶναι σατανο-διακονία. Μήπως δέν λατρεύει, δέν διακονεῖ, δέν προσφέρει θυσία τήν ψυχή του στόν διάβολο ἐκεῖνος πού ζεῖ στά πάθη καί στήν ἡδονή, ὅποιος ὑπηρετεῖ ὁποιονδήποτε καί ὁ,τιδήποτε, ἐκτός ἀπό τόν μόνον ἀληθινό Θεό καί Κύριο, Ἰησοῦ Χριστό; Αὐτό εἶναι τόσο ξεκάθαρο γιά κάποιον πού μπορεῖ, μέ φρόνηση, νά κρίνει. Γι’ αὐτό καί ὁ θεόσοφος Ἀπόστολος λέγει στούς πρώην εἰδωλολάτρες Κορινθίους: «ὡς φρονίμοις λέγω…οὐ θέλω δέ ὑμᾶς κοινωνούς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι. Οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καί ποτήριον δαιμονίων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καί τραπέζης δαιμονίων» [5].


1. Βλ. Α’ Κορ.,10,21

2. Α’ Πέτρ., 4, 3

3. Α’ Ἰω.5,21.

4. Α’ Κορ.10,14.

5. Α’ Κορ.10,15-21

Ἐπιμέλεια π. Ἀθανασίου Μηνᾶ

Ὁ ἄνθρωπος μεταξὺ διαβόλου καὶ Θεοῦ (Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς)


Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Σέ τοῦτον τόν κόσμο, ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται πάντοτε μεταξύ τοῦ διαβόλου καί τοῦ Θεοῦ, συμφιλιώνεται εἴτε μέ τόν ἕνα εἴτε μέ τόν Ἄλλο, ζεῖ εἴτε μέ τόν ἕνα εἴτε μέ τόν Ἄλλο. Εἶναι φίλος τοῦ διαβόλου καί ζεῖ μέ αὐτόν, ὅταν βαδίζει στίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, ἐπειδή αὐτά εἶναι ἡ ψυχή, ἡ καρδιά τοῦ διαβόλου. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά εἶναι φίλος τοῦ Θεοῦ, ζεῖ μέ Αὐτόν, ὅταν πορεύεται μέ τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Κυρίου, ὅταν γίνεται σύσσωμος τοῦ Θεανθρωπίνου σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, στήν ὁποία ἀποθησαυρίζεται ὁλόκληρος ὁ πλοῦτος, ὅλων τῶν Θείων αἰωνιοτήτων. Ναί, σέ τοῦτον ἐδῶ τόν κόσμο, ὁ ἄνθρωπος παρακάθεται, πάντοτε, εἴτε στήν τράπεζα τοῦ διαβόλου εἴτε στήν τράπεζα τοῦ Κυρίου Χριστοῦ, τοῦ Μόνου Ἀληθινοῦ Θεοῦ [1].

Τό ἀνθρώπινο γένος δοκιμάζει, καθημερινῶς, στόν κόσμο μας τήν ἐμπειρία νά ὁδηγοῦνται οἱ ἄνθρωποι στήν ἀπώλεια εἴτε λόγῳ τῆς ἄγνοιας εἴτε τῆς μή ἀναγνωρίσεως τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καί Κυρίου, Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια ἐκπίπτουν, ἐξαιτίας εἴτε τῆς ἀθεΐας εἴτε τῆς εἰδωλολατρείας. Αὐτή ἡ ἄγνοια ἤ ἡ μή ἀναγνώριση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιφέρει τήν ἄγνοια ἤ τήν μή ἀναγνώριση τοῦ μόνου ἀληθινοῦ ἀγαθοῦ σέ αὐτόν τόν κόσμο: τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν «ἐν ἀσελγείαις, ἐπιθυμίαις, οἰνοφλυγίαις, κώμοις, πότοις καί ἀθεμίτοις εἰδωλολατρείαις» [2]. Ναί, «ἀθεμίτοις εἰδωλολατρίαις», γιατί ἡ εἰδωλολατρεία εἶναι πάντοτε σέ πληθυντικό ἀριθμό. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δέν ἀναγνωρίζει τόν μόνο ἀληθινό Θεό, θέλοντας καί μή ἀναγνωρίζει ἕνα ἀναρίθμητο πλῆθος ἄλλων, μικρότερων θεοτήτων, ψευδῶν θεῶν, εἰδώλων. Πρόκειται γιά τίς ἐπιθυμίες καί τά πάθη πού δέν ἔχουν οὔτε ἀριθμό οὔτε τέλος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δελεάζεται ἀπό μία τέτοια μικρή, μικρή θεότητα, τότε αὐτή τόν παρασύρει στίς ὑπόλοιπες ἐπιθυμίες καί τά πάθη καί τότε εἶναι πού τόν κατακομματιάζουν καί τόν κατασπαράζουν οἱ ἀναρίθμητοι ψευδεῖς καί ἀδηφάγοι θεοί. Καί ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι σέ θέση νά ἀμυνθεῖ σέ αὐτήν τήν ἀγέλη τῶν τρομερῶν θηρίων καί τῶν δελεαστικῶν πειρασμῶν. Τό μικρότερο πάθος ὁδηγεῖ σέ μεγαλύτερο καί ἔτσι σταδιακά, βυθίζεται σέ ὅλο καί μεγαλύτερα πάθη, ὥσπου, ἐν τέλει, δέν μπορεῖ νά ἀναδυθεῖ ἀπ’αὐτά. Καί κάθε πάθος ἐμπεριέχει ἀναρίθμητα εἴδωλα καί κάθε ἐπιθυμία φέρει ὅλο καί περισσότερα εἴδωλα, πού δέν ἔχουν τελειωμό. Τά εἴδωλα εἶναι σάν τή δυνατή φωτιά, μέσα της κατακαίγονται καί ἡ συνείδηση καί ἡ ψυχή καί ἡ καρδιά καί τό θέλημα τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἀπόστολος τῆς ἀγάπης παρακαλεῖ τούς χριστιανούς: «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτούς ἀπό τῶν εἰδώλων» [3].

Ἀπό τά εἴδωλα προέρχονται ὅλα τά κακά, καί τά μικρά καί τά μεγάλα. Καί κάθε ἄνθρωπος εἶναι εἰδωλολάτρης, ἐφ’ ὅσον δέν πιστεύει στόν μόνον Ἀληθινό Θεό, στόν Κύριο Ἰησοῦ ΧριστόΔιότι, ὁπωσδήποτε σέ κάτι πιστεύει, εἴτε ὄν εἶναι αὐτό εἴτε πράγμα, εἴτε σέ ὁρατά εἴτε σέ ἀόρατα εἴδωλα, ὅπως εἶναι ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη, οἱ ἀστέρες, οἱ ἄνθρωποι, ὁ πολιτισμός, ἡ τεχνολογία, ἡ φυλή, ἡ κοινωνική τάξη, τά πάθη, οἱ ἡδονές καί […] τό ὄνομά τους «Λεγεών». Ἀπό τό πρῶτο ὥς τό τελευταῖο ὅλα τά παραπάνω εἶναι εἰδωλολατρία. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τό καθένα ἀπ’αὐτά φονεύει ὅ,τι κάνει ἄνθρωπο τόν ἄνθρωπο, φονεύει δηλαδή ὅ,τι θεοειδές, θεονοσταλγικό, ἀθάνατο, θεῖο, αἰώνιο. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἀπόστολος νουθετεῖ καί ἐντέλλεται στούς χριστιανούς: «Διόπερ, ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπό τῆς εἰδωλολατρείας» [4]. Οἱ ἄνθρωποι, διά τῶν ποικιλόμορφων εἰδωλολατρειῶν, ἔμμεσα ἤ ἄμεσα, θυσιάζουν τούς ἑαυτούς τους στὀν διάβολο, προσφέρονται ὡς θυσία στόν διάβολο. Σέ τελευταία ἀνάλυση, κάθε εἰδωλολατρία εἶναι σατανολατρία καί κάθε εἰδωλο-διακονία εἶναι σατανο-διακονία. Μήπως δέν λατρεύει, δέν διακονεῖ, δέν προσφέρει θυσία τήν ψυχή του στόν διάβολο ἐκεῖνος πού ζεῖ στά πάθη καί στήν ἡδονή, ὅποιος ὑπηρετεῖ ὁποιονδήποτε καί ὁ,τιδήποτε, ἐκτός ἀπό τόν μόνον ἀληθινό Θεό καί Κύριο, Ἰησοῦ Χριστό; Αὐτό εἶναι τόσο ξεκάθαρο γιά κάποιον πού μπορεῖ, μέ φρόνηση, νά κρίνει. Γι’ αὐτό καί ὁ θεόσοφος Ἀπόστολος λέγει στούς πρώην εἰδωλολάτρες Κορινθίους: «ὡς φρονίμοις λέγω…οὐ θέλω δέ ὑμᾶς κοινωνούς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι. Οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καί ποτήριον δαιμονίων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καί τραπέζης δαιμονίων» [5].


1. Βλ. Α’ Κορ.,10,21

2. Α’ Πέτρ., 4, 3

3. Α’ Ἰω.5,21.

4. Α’ Κορ.10,14.

5. Α’ Κορ.10,15-21

Ἐπιμέλεια π. Ἀθανασίου Μηνᾶ

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Η Χριστογνωσία προέρχεται πάντοτε από τη Χριστοβίωση

 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι χριστιανοί είναι χριστιανοί, όταν σκέπτονται, καθένας μόνος του αλλά και μεταξύ τους, ως σύνολο, ό,τι είναι «εν Χριστώ Ιησού», διότι αυτό είναι τροφή αιώνια για την ανθρώπινη ψυχή.

Η ανθρώπινη σκέψη παραμένει ατελής και ανολοκλήρωτη όσο δε μεταμορφώνεται με τη χάρη του Χριστού σε Χριστοσκέψη και Θεοσκέψη.

Γι’ αυτό το λόγο και ο πόθος της άγρυπνης χριστιανικής ψυχής και ο στεναγμός της μέρα και νύχτα με την προσευχή και τα δάκρυα είναι ο εξής: Γλυκύτατε Κύριε, κάθε σκέψη μου μεταμόρφωσέ την σε Θεοσκέψη! Πανάγαθε Κύριε, κάθε αίσθησή μου μεταμόρφωσέ την σε Θεοαίσθηση!

Όταν η ανθρώπινη σκέψη από υπερηφάνεια και πείσμα δεν θέλει το Χριστό, παραφρονεί και μαίνεται και η αίσθηση παραφρονεί και η ζωή γίνεται άφρων και ο άνθρωπος εκτός εαυτού σπεύδει από το κακό στο χειρότερο, με ευχαρίστηση βυθίζεται από αμαρτία σε αμαρτία, ώσπου να βυθισθεί όλος στην αιώνια βασιλεία της αμαρτίας και του κακού, την κόλαση.

Μόνο ο πανθαύμαστος Κύριος Ιησούς Χριστός ως Θεάνθρωπος, είναι η μακαριότητα για την ανθρώπινη σκέψη, η αιώνια μακαριότητα και η αιώνια ευλογία και ο αιώνιος παράδεισος και η αιώνια χαρά…

Η ανθρώπινη αίσθηση που δεν έχει πληρωθεί από τη θεία αγάπη, είναι για τον άνθρωπο τεράστιο βάσανο και ολόκληρη κόλαση. Και η ανθρώπινη γνώση, που δεν έχει πληρωθεί μ’ αυτή την αγάπη, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα φοβερό πανδαιμόνιο.

Η θεία αγάπη είναι η μόνη δύναμη στον επίγειο κόσμο μας, η οποία εξυγιαίνει και την ανθρώπινη γνώση και την ανθρώπινη αίσθηση και τις αποκαθιστά στο «κατά φύσιν», τις αθανατοποιεί και τις διαιωνίζει.

Έτσι, μόνο με το Χριστό, με την αγάπη Του, θεραπεύονται από τη μωρία τους και η ανθρώπινη γνώση και η ανθρώπινη αίσθηση. Θεραπεύονται από τη σατανική-ουμανιστική αυτάρκεια, αυτονομία, αυτοϊκανοποίηση, από τη σατανική-ουμανιστική φιλαυτία, αυτοαποκλειστικότητα.

Διότι είναι βασική αρχή της ζωής και του Σατανά και του ουμανιστικού ανθρώπου το να είναι αυτάρκης, να ζει διά του εαυτού του, από τον εαυτό του, με τον εαυτό του και για τον εαυτό του· να μην αναγνωρίζει εκτός από τον εαυτό του ούτε τον Θεό, ούτε την Αλήθεια, ούτε τη Δικαιοσύνη, ούτε οποιαδήποτε άλλη αξία, να είναι ο εαυτός του το παν και τα πάντα.

Και αυτό είναι η βασική αρχή και της γνώσεώς του και της αισθήσεώς του. Αλλά αυτή η φιλαυτία και ο αυτοαποκλεισμός και η αυτοαπομόνωση είναι σκοτεινή φυλακή, μέσα στην οποία αρχίζει να παραφρονεί, ώσπου τελικά να παραφρονήσει εντελώς και ο Σατανάς και ο άνθρωπος και η γνώση τους και η αίσθησή τους.

«Ίνα η αγάπη υμών περισσεύση εν επιγνώσει», διότι μόνο η επίγνωση, η οποία πηγάζει από την αγάπη έχει αιώνια αξία και αθάνατη διάρκεια.

Ως προς την ίδια τη φύση της η αγάπη είναι η θεία δύναμη της γνώσεως· μ’ αυτή γνωρίζουμε και τον Θεό και τον άνθρωπο και κάθε αγαπώμενο κτίσμα, διότι σ’ αυτή την πανοικτίρμονα αποκαλύπτονται και το μυστήριο του Θεού και το μυστήριο του ανθρώπου και το μυστήριο κάθε κτίσματος.

Η αγάπη ανθεί μόνο με την πίστη. Και όσο η αγάπη μεγαλώνει, μεγαλώνει μαζί της και η πίστη.

Η τέλεια αγάπη δίνει την τέλεια γνώση. Η γνώση χωρίς αγάπη είναι μάτι χωρίς κόρη, αυτί χωρίς ακοή, σώμα χωρίς ψυχή. Η γνώση χωρίς αγάπη επαίρεται, οδηγεί σε υπερηφάνεια και η υπερηφάνεια σκοτώνει την ψυχή περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Η υπερηφάνεια είναι η κακία, που μετέβαλε τον υπέρτατο άγγελο σε διάβολο και πόσο ευκολότερα δεν θα μεταβάλει τον άνθρωπο! (βλ. Α’ Κορ. 8. 11).

Η επίγνωση του Χριστού, η αληθινή γνώση του τι είναι ο Χριστός και ποιος είναι, και τι έφερε στο γένος των ανθρώπων, —αυτή η γνώση είναι για τον άνθρωπο εκείνη που ξεπερνά κάθε άλλη γνώση.

Στη γνώση αυτή ο χριστιανός βλέπει και βρίσκει τα πάντα, ιδιαίτερα όταν τη συγκρίνει με οποιαδήποτε άλλη, οσοδήποτε υψηλή ανθρώπινη γνώση.

Η εμπειρία των αγίων ανθρώπων αποδεικνύει ότι η γνήσια Χριστογνωσία αποτελεί πράγματι την πλήρη και καθολική γνώση. Διότι, όταν ο άνθρωπος γνωρίζει το Χριστό όπως πρέπει, γνωρίζει καθετί που του χρειάζεται γι’ αυτόν και τον άλλο κόσμο και για τη ζωή σ’ αυτόν και στον άλλο κόσμο.

Τέτοια όμως γνώση ποιος μπορεί να δώσει στους ανθρώπους, ποιος από τους θεούς, ποιος από τους ανθρώπους, ποιος από τους ήρωες, ποιος από τα μεγάλα πνεύματα; Ασφαλώς κανείς.

Μόνο η «γνώσις του Χριστού» δίνει στον άνθρωπο τη μόνη αληθινή γνώση του Θεού, του κόσμου, του ανθρώπου, της ζωής, του θανάτου, του κακού, του διαβόλου, της αμαρτίας, της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της αγάπης· τη γνώση κάθε πράγματος μικρού και μεγάλου, σπουδαίου και συνηθισμένου, αιώνιου και πεπερασμένου.

Γι’ αυτό ο άγιος πρωτοκορυφαίος απόστολος με τέτοια παραφορά αγάπης και φλόγα θείου ζήλου ονομάζει το Χριστό Κύριό Του. Και πράγματι κανείς δεν είναι άξιος να είναι Κύριος του ανθρώπου εκτός από τον Θεάνθρωπο.

Αυτό αισθάνεται όποιος αληθινά βασανίσθηκε με το πρόβλημα του ανθρώπου. Διότι το πρόβλημα του ανθρώπου τον οδηγεί προς τον Θεό, τον μόνο αληθινό Θεό και Κύριο, τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό.

Το να γνωρίσεις το Χριστό είναι πρώτα-πρώτα το να γνωρίσεις τη δύναμη του θανάτου Του και της Αναστάσεώς Του. Πώς; Ζώντας και βιώνοντάς τα σαν δικά σου. Διότι ο άνθρωπος γίνεται χριστιανός ζώντας και βιώνοντάς το Χριστό. Άλλη οδός δεν υπάρχει. Γίνεσαι χριστιανός και γνωρίζεις το Χριστό, εάν καθετί που είναι του Χριστού το βιώσεις σαν δικό σου.

Η Χριστογνωσία προέρχεται πάντοτε από τη χριστοβίωση και το χριστοβίωμα. Θα γνωρίσεις την αγάπη του Χριστού, εάν τη βιώσεις· θα γνωρίσεις την αλήθεια του Χριστού, εάν τη βιώσεις.

Το ίδιο και τη δικαιοσύνη και την ταπείνωση του Χριστού, και το πάθος Του και τον θάνατό Του και την ανάσταση του Χριστού θα γνωρίσεις, μόνο εάν τα βιώσεις σαν δικά σου.

Αυτό ισχύει για κάθε τι που είναι του Χριστού, από το πιο μικρό γεγονός της οικονομίας Του, ως το μεγαλύτερο. «Την δύναμιν της αναστάσεως Αυτού» θα γνωρίσεις, εάν με την πίστη αναστήσεις τον εαυτό σου από τον τάφο της φιλαμαρτησίας και πορευθείς τη νέα ζωή, ζώντας ως «συνεγερθείς τω Χριστώ» (Κολ. 3. 1) ήδη από αυτό τον κόσμο, ζώντας δηλαδή με τον Αναστημένο Κύριο.

«Η ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νουν φρουρήσει τας καρδίας υμών και τα νοήματα υμών εν Χριστώ Ιησού». «Νοήματα εν Χριστώ» σημαίνει άγια νοήματα, τα οποία προέρχονται μόνο από νου που αγιάσθηκε από το Χριστό. Και πώς αγιάζεται ο νους;

Όταν ζει ο άνθρωπος με τα άγια ευαγγελικά μυστήρια και τις άγιες ευαγγελικές αρετές. Αυτή η ζωή θεραπεύει το νου από την κύρια ασθένειά του, την υψηλοφροσύνη, και τον γεμίζει με την αιώνια υγεία —την ταπεινοφροσύνη.

Από τον αγιασμένο νου πηγάζουν άγια νοήματα, από το νου «εν τω Χριστώ» έρχονται «νοήματα εν τω Χριστώ». Μόνο ζωή «εν Χριστώ Ιησού» κρατά τη σκέψη μας «εν τω Χριστώ» και μεταμορφώνει κάθε σκέψη μας σε χριστοσκέψη, σε θεοσκέψη.

Οι ανθρώπινες σκέψεις και η ανθρώπινη διάνοια εκτός του Χριστού έχουν τυφλωθεί και δεν βλέπουν τίποτε, όπως πρέπει να το βλέπουν, και δεν γνωρίζουν τίποτε, όπως πρέπει να το γνωρίζουν.

Γι’ αυτό από την απιστία και τη μη αποδοχή του Χριστού έχουν τυφλωθεί οι σκέψεις και «τα νοήματα των απίστων» (Πρβλ. Β’ Κορ. 4. 4· 3. 14).

Επειδή η χριστιανική ζωή είναι ζωή μέσα σε θείο αγιασμό και σε αρετές, «διά τούτο» είναι απαραίτητο «ίνα πληρωθήτε την επίγνωσιν του θελήματος Αυτού» . Για μια τέτοια ένθεη ζωή, η οποία είναι σε όλα αθάνατη, ατελεύτητη και αιώνια, είναι απαραίτητες οι αθάνατες, ατελεύτητες και αιώνιες ενέργειες του Θεού.

Η πρόοδος σ’ αυτή τη ζωή εξαρτάται και από τον Θεό, ο Οποίος δίνει τις δυνάμεις, και από μας που χρησιμοποιούμε αυτές τις δυνάμεις. Και ο Θεός δεν βιάζει κανένα, αλλά δίνει στον καθένα κατά την έφεσή του και το ζήλο του και την πίστη του.

Κατά το ζήλο του δηλαδή στην ευαγγελική άσκηση, στην εκπλήρωση του θελήματος του Θεού και την τήρηση των εντολών Του. Όσο εμείς βιάζομε τον εαυτό μας στην ευαγγελική ζωή, τόσο ο Κύριος μάς δίνει δυνάμεις να την πραγματοποιούμε, ώστε ο αγώνας μας να είναι ελαφρός και χαροποιός, όπως μας το μαρτυρούν και οι Άγιοι.

(Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, “Οδός Θεογνωσίας”, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1985, σσ. 302-307)

Πηγή: https://www.askitikon.eu

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς: Ἄν πενήντα φορές τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, ἄν πενήντα φορές ντροπιασθῇς, ἄν πενήντα τάφους σκάψῃς σήμερα, μόνο φώναξε: «Κύριε, δός μου μετάνοια. Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με»


Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Προσευχή! Τί εἶναι ἡ προσευχή; Εἶναι ἡ μεγάλη ἀρετή πού σέ ἀνασταίνει καί μέ ἀνασταίνει. Σηκώθηκες μήπως γιά προσευχή, ἔκραξες πρός τόν Κύριο νά καθαρίσῃ τήν ψυχή σου ἀπό τίς ἁμαρτίες, ἀπό τό κάθε κακό, ἀπό κάθε πάθος; Τότε οἱ τάφοι σου καί οἱ τάφοι μου ἀνοίγουν καί οἱ νεκροί ἀνασταίνονται. Ὅ,τι εἶναι ἁμαρτωλό φεύγει, ὅ,τι σύρει πρός τό κακό ἐξαφανίζεται.

Ἡ ἁγία προσευχή ἀνασταίνει τόν καθένα ἀπό μᾶς, ὅταν εἶναι εἰλικρινής, ὅταν φέρνει ὅλη τήν ψυχή στόν οὐρανό, ὅταν ἐσύ μέ φόβο καί τρόμο λέγῃς στόν Κύριο: Δές, δές τούς τάφους μου, ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ τάφοι μου, Κύριε! Μέσα σέ κάθε ἕναν ἀπό αὐτούς τούς τάφους, νά’την ἡ ψυχή μου, νά’την νεκρή, μακρυά ἀπό Σένα, Κύριε! Εἰπέ λόγον καί ἀνάστησον πάντας τούς νεκρούς μου! Διότι, Σύ, Σύ, Κύριε, μᾶς ἔδωσες πολλές θεῖες δυνάμεις νά μᾶς ἀνασταίνουν διά τῆς ἁγίας Ἀναστάσεως, νά μᾶς ἀνασταίνουν ἀπό τόν τάφο τῆς ραθυμίας. Ναί, μέ τήν ἁμαρτία, μέ τά πάθη μας, πεθαίνουμε ψυχικά. Ἡ ψυχή ἀποθνήσκει, ὅταν χωρίζεται ἀπό τόν Θεό.

Ἡ ἁμαρτία εἶναι δύναμις πού χωρίζει τήν ψυχή ἀπό τόν Θεό. Καί ἐμεῖς, ὅταν ἀγαπᾶμε τήν ἁμαρτία, ὅταν ἀγαπᾶμε τίς ἁμαρτωλές ἡδονές, στήν πραγματικότητα ἀγαπᾶμε τόν θάνατό μας, ἀγαπᾶμε τούς τάφους, τούς δυσώδεις τάφους, μέσα στούς ὁποίους ἡ ψυχή μας ἀποσυντίθεται. Ἀντίθετα, ὅταν ἀνανήψουμε, ὅταν μέ τόν κεραυνό τῆς μετανοίας χτυπήσουμε τήν καρδιά μας, τότε…, τότε οἱ νεκροί μας ἀνασταίνονται. Τότε ἡ ψυχή μας νικᾶ ὅλους τούς φονεῖς της, νικᾶ τόν κατεξοχήν δημιουργό ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, τόν διάβολο, νικᾶ μέ τήν δύναμι τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Γι’ αὐτό, γιά μᾶς τούς Χριστιανούς δέν ὑπάρχει ἁμαρτία πιό ἰσχυρή ἀπό μᾶς. Νά εἶσαι βέβαιος ὅτι πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε ἁμαρτία πού σέ βασανίζει, πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε πάθος πού σέ βασανίζει. Πῶς; –ἐρωτᾶς. Μέ τήν μετάνοια! Καί τί εἶναι εὐκολώτερο ἀπό αὐτήν; Πάντοτε μπορεῖς μέσα σου, μέσα στήν ψυχή σου, νά κραυγάζῃς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν θά σέ παραβλέψῃ. Θά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τούς νεκρούς καί θά ζῇς σ’ αὐτόν τόν κόσμο σάν κάποιος πού ἦρθε ἀπό ἐκεῖνον τόν κόσμο, πού ἀναστήθηκε καί ζῆ μία νέα ζωή, τήν ζωή τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, πού ὑπάρχουν μέσα του ὅλες οἱ θεῖες δυνάμεις, ἔτσι ὥστε καμμία ἁμαρτία πλέον δέν μπορεῖ νά σέ φονεύσῃ. Ἴσως νά ξαναπέφτῃς, ἀλλά πλέον γνωρίζεις, γνωρίζεις τό ὅπλο, γνωρίζεις τήν δύναμι μέ τήν ὁποία ἀνασταίνεσαι ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἄν πενήντα φορές τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, ἄν πενήντα φορές ντροπιασθῇς, ἄν πενήντα τάφους σκάψῃς σήμερα, μόνο φώναξε: «Κύριε, δός μου μετάνοια. Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με». Ὁ Ἀγαθός Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, εἶπε: Ἔλα, ἀδελφέ. Ἀκόμη κι ἄν ἑβδομηκοντάκις τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, πάλι ἔλα καί πές: ἥμαρτον.

Μετάφρασις ἀδελφῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους: απόσπασμα ἀπό τό βιβλίο Πασχαλινές Ὁμιλίες, Βελιγράδι 1998