Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Μεγάλη Τετάρτη Άγιος Λουκάς ο Ιατρός: Η καρδιά που εξευγενίζεται με την αγάπη και τη μετάνοια



Σήμερα ακούσαμε το ευαγγελικό ανάγνωσμα για τα γεγονότα που συνέβησαν τη Μεγάλη Τετάρτη. Ταράζομαι ακόμα και να μιλάω για το φοβερό κακούργημα, που όμοιό του ποτέ δεν έγινε στην ιστορία του κόσμου. Τι παραπάνω μπορώ να προσθέσω; Τίποτα. Θέλω μόνο να επιστήσω την προσοχή σας σ’ αυτό που ακούσατε, γιατί όσον αφορά το ανάγνωσμα μπορώ να μιλάω χωρίς τέλος, διεισδύοντας σε κάθε λόγο του Ευαγγελίου. Είναι καθήκον μου να σας διδάξω αυτό, γιατί τα ευαγγελικά λόγια είναι άγια, μεγάλα, λόγια τόσο βαθιά και σημαντικά δεν υπάρχουν στα ανθρώπινα βιβλία. Και έτσι, παρουσιάστηκαν ενώπιον των πνευματικών οφθαλμών μας οι ανθρώπινες ψυχές που καθόλου δεν μοιάζουν η μία με την άλλη. Ψυχές μαύρες, φοβερές και ψυχές τρυφερές, γεμάτες αγάπη.
Ιδού, οι κακοί γραμματείς και φαρισαίοι πηγαίνουν κάτω από τη σκέπη της νύχτας, σαν νυχτερίδες, και «κάνουν συμβούλιο κατά του Κυρίου και κατά του Χριστού Αυτού». Και εκπληρώνεται αυτό που προλέγει ο προφήτης Δαβίδ χίλια χρόνια πριν από το γεγονός: «παρέστησαν οι βασιλείς της γης, και οι άρχοντες συνήχθησαν επί το αυτό κατά του Κυρίου και κατά του χριστού αυτού» (Ψαλμ. 2, 2). Πηγαίνουν κρυφά, γιατί φοβούνται τον λαό και Αυτόν που θέλουν να σκοτώσουν. Συσκέπτονται για το πώς θα Τον σκοτώσουν, σιγοψιθυρίζοντας με τις κακές, ακόλαστες γλώσσες τους και εκπληρώνεται η προφητεία: «κατ’ εμού εψιθύριζον πάντες οι εχθροί μου, κατ’ εμού ελογίζοντο κακά μοι» (Ψαλμ. 40, 8).
Και ιδού, συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς, οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι του λαού στην πόρτα του αρχιερέα που ονομαζόταν Καϊάφας και πρότειναν στο συμβούλιο να πιάσουν τον Ιησού με δόλο και να Τον σκοτώσουν. Όμως είπαν: «μη εν τη εορτή, ιναμή θόρυβος γένηται εν τω λαώ» (Ματθ. 26, 5), γιατί στο βάθος των μαύρων καρδιών τους ένιωθαν τι είδους έγκλημα οργάνωσαν, γνώριζαν ότι Αυτόν που ήθελαν να σκοτώσουν ο λαός Τον τιμάει και Τον αγαπάει ως Μεγάλο Θαυματουργό και ότι πολλοί Τον θεωρούν Μεσσία.
Για ποιο λόγο θέλετε, καταραμένοι, να Τον σκοτώσετε; Μήπως για το ότι δίδαξε στον κόσμο το καλό και την αλήθεια; Μήπως για το ότι φώτισε το σκοτάδι του κόσμου με το φως του θεϊκού Πνεύματός Του, με το θεϊκό φως της διδασκαλίας Του; Μήπως για το ότι έκανε τέτοιο πλήθος θαυμάτων; Μήπως για το ότι θεράπευσε τους αρρώστους και ανέστησε τους νεκρούς; Μήπως για το ότι διέταξε την θάλασσα και τον άνεμο να σωπάσουν και εκείνα σταμάτησαν υπακούοντάς Τον; Ναι, ακριβώς γι’ αυτά, γιατί όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος: «Τι ποιούμεν, ότι αυτός ο άνθρωπος πολλά σημεία ποιεί; εάν αφώμεν αυτόν ούτω, πάντες πιστεύσουσιν εις αυτόν, και ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσιν ημών και τον τόπον και το έθνος» (Ιωάν. 11, 47-48).
Και έτσι, φοβήθηκαν ότι εξ αιτίας του πλήθους των θαυμάτων όλοι θα πιστέψουν σε Αυτόν. Έτσι και θα έπρεπε να είχε γίνει, δηλαδή όλοι να πίστευαν σε Αυτόν λόγω των ανεκδιήγητων θαυμάτων και των λόγων που ποτέ δεν ξανακούστηκαν στον κόσμο και ήταν αλήθεια! Αυτοί όφειλαν να χαρούν με το ότι ο λαός πίστεψε στον Υιό του Θεού, στον Σωτήρα του, στον Μεσσία! Δικαιολογώντας την κάκιστη πρόθεσή τους με τη σωτηρία από την εισβολή των Ρωμαίων, έλεγαν ψέματα, γιατί οι Ρωμαίοι είχαν ήδη κατακτήσει όλη την Παλαιστίνη, ήταν κάτι που συνέβη νωρίτερα. Ήταν δυνατόν για τους Ρωμαίους να καταστρέψουν όλη την Παλαιστίνη με την πρόφαση ότι εμφανίστηκε ο ύψιστος Διδάσκαλος της Αλήθειας και του καλού! Όχι, δεν θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε τους Ρωμαίους, αυτό ήταν συκοφαντία προς αυτούς.
Όμως τι, παρ’ όλα αυτά, οδήγησε σ’ αυτό το φοβερό κακούργημα; Για ποιο λόγο ήταν γεμάτες οι καρδιές των γραμματέων, φαρισαίων και αρχιερέων με τέτοια κακία; Για ποιο λόγο μισούσαν τον Κύριο Ιησού, τον Υιό του Θεού, τον Διδάσκαλο της αγάπης, τον Σωτήρα του κόσμου; Ακριβώς λόγω του τιποτένιου και μαύρου φθόνου, γιατί μέχρι την έλευση του Χριστού ήταν οι κυρίαρχοι του μυαλού και της καρδιάς του ισραηλιτικού λαού, οι ηγέτες και οι διδάσκαλοι. Ο λαός τους θεωρούσε αγίους και δικαίους και υποτασσόταν σε κάθε λόγο τους. Όμως τώρα κατάλαβαν ότι η εξουσία τους που ήταν θεμελιωμένη στην άτιμη υποκρισία, στην οποία δεν υπάρχει η αλήθεια, δεν υπάρχει η γνήσια πνευματική δύναμη, γκρεμίζεται από την επαφή με την αληθινή θεϊκή εξουσία του Σωτήρα. Έβλεπαν και ένιωθαν ότι τα λόγια Του ήταν τέτοια που κανένας από τους ανθρώπους ποτέ δεν είπε και φοβήθηκαν ότι θα πέσει το κύρος τους και ότι από ηγέτες θα γίνουν υπηρέτες. Και επιθυμώντας να κρατήσουν την τιποτένια εξουσία τους, επεδίωξαν να δώσουν τέλος στην ζωή του Χριστού.
Ο ίδιος ο Χριστός επιβεβαίωσε ότι η άτιμη και τιποτένια ζήλεια και κακία τους καθοδηγούσε, στηλιτεύοντάς τους αυστηρά και δημόσια και λέγοντας κατά πρόσωπο αυτό που ποτέ κανείς δεν θα τολμούσε να σκεφτεί γι’ αυτούς: « Ουαί υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων υμείς γαρ ουκ εισέρχεσθε, ουδέ τους εισερχομένους αφίετε εισελθείν» (Ματθ. 23, 14).
Υπήρχε άραγε κάτι καθαρό, ειλικρινές στις καρδιές τους; Απολύτως τίποτα. Ήταν ολοκληρωτικά σκοτεινές, είχαν ολοκληρωτικά αδιαπέραστο σκοτάδι αμαρτιών, μίσους και κακίας.
Αλλά ιδού και μία άλλη, ακόμη πιο φοβερή μορφή, του Αποστόλου του Χριστού, του Ιούδα, του οποίου ο Κύριος έπλυνε τα πόδια, ο οποίος κοινώνησε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και ο οποίος πηγαίνει να Τον προδώσει για τριάκοντα αργύρια.
Ω φρίκη! Ω ανείπωτη ποταπότης που με καμιά ατιμία δεν συγκρίνεται! Πρόδωσε τον Διδάσκαλό του, από Τον Οποίο είδε τόσο καλό! Τι συνέβαινε στην ψυχή αυτού του δυστυχισμένου ανθρώπου; Ήταν όλη υπό την εξουσία του διαβόλου της φιλαργυρίας, ζούσε με την φιλαργυρία, ήταν κλέπτης και, όπως λέει ο Άγιος Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, κρατούσε το κιβώτιο μέσα στο οποίο έριχναν τις δωρεές για τον Σωτήρα και τους μαθητές Του και έκλεβε χρήματα για τον εαυτό του. Η φιλαργυρία τον οδήγησε μέχρι του σημείου ώστε το όνομά του να γίνει μισητό σε όλο τον κόσμο. Το όνομα του Ιούδα έγινε συνώνυμο κάθε προδοσίας, κάθε ατιμίας, κάθε ποταπότητος.
Ο άγιος απόστολος Παύλος μας λέει ότι η φιλαργυρία είναι η ρίζα κάθε κακού (Α’ Τιμ. 6, 10). Και άραγε δεν βλέπουμε την απόδειξη αυτού στο δυστυχή Ιούδα; Μπορεί να υπάρχει πιο φανερή απόδειξη; Όχι, δεν μπορεί, γιατί κάθε κακό δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με αυτό το φοβερό κακό, στο οποίο τον οδήγησε η φιλαργυρία του. Και ήταν απόστολος!
Όμως το Ευαγγέλιο δεν παρουσιάζει σε μας μόνο το σκοτάδι. Μας παρουσιάζει και το καθαρό και ευλογημένο φως. Ιδού, ενώπιον μας η μορφή της μετανοημένης αμαρτωλής, της σε όλα καταφρονημένης. Πόσο έλαμψε αυτή η μορφή! Εδώ επιδιώκεται η σύγκριση με την άλλη αμαρτωλή που έπλυνε με τα δάκρυά της τα πόδια του Σωτήρα, τα σκούπισε με τα μαλλιά της και έλαβε την συγχώρεση όλων των αμαρτιών της από τον Κύριο (Λουκ. 7, 38-48). Κινούμενη από τα ίδια συναισθήματα της αγάπης και της μετάνοιας, προσήλθεν αυτώ γυνή αλάβαστρον μύρου έχουσα βαρυτίμου, και κατέχεεν επί την κεφαλήν αυτού ανακειμένου. Ιδόντες δε οι μαθηταί αυτού ηγανάκτησαν λέγοντες· εις τι η απώλεια αύτη; (Ματθ. 26, 7-8) και άκουσε ο κόσμος τα εκπληκτικά λόγια του Σωτήρα: «τι κόπους παρέχετε τη γυναικί; έργον γαρ καλόν ειργάσατο εις εμέ» (Ματθ. 26, 10).
Ω αγία, καθαρή αγάπη, την οποία τόσο πολύ εκτίμησε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, την οποία τόσο λίγο έχουμε και την οποία πρέπει να μιμηθούμε! Εκπληκτική αντίθεση ανάμεσα σ’ εκείνους τους επίγειους βασιλιάδες (Ψαλμ. 2, 2) σε συνδυασμό με τον απόστολο-προδότη με τη μαύρη, ακάθαρτη, άτιμη ψυχή και στην περιφρονημένη αμαρτωλή με την καρδιά που εξαγνίστηκε με την αγάπη και την μετάνοια.
Ας μιμούμαστε αυτήν και την αγάπη της προς τον Κύριο. Μήπως δεν είμαστε όλοι αμαρτωλοί; Άραγε έχουμε λιγότερες αμαρτίες από τις δικές της; Άραγε έχουμε περισσότερη αγάπη; Πληρώθηκε άραγε η καρδιά μας με τέτοια αγάπη, η οποία θα εξέχεε ποταμούς δακρύων ή θα συνέτριβε το πολύτιμο δοχείο σε ευλαβές ξέσπασμα για τον Κύριο;
Επομένως, τέτοιου είδους είναι οι άνθρωποι που πέρασαν κατά σειρά μπροστά στα πνευματικά μάτια μας, κατά την ανάγνωση του σημερινού Ευαγγελίου. Τέτοιοι είναι και οι άνθρωποι που περνούν καθημερινά μπροστά στα μάτια μας, δηλαδή οι άνθρωποι που μας περιβάλλουν.
Δικαιολογημένα αγανακτούμε κατά των γραμματέων και φαρισαίων, όμως η Αγία Γραφή μας παρουσιάζει τις μορφές των ανθρώπων που είναι γεμάτοι από ψέματα, κακίες και αμαρτίες, όχι άσκοπα, αλλά σαν παράδειγμα προς αποφυγήν. Πρέπει όχι μόνο να αγανακτούμε και να θυμώνουμε, αλλά επίσης πρέπει με βαθειά ειλικρίνεια να ελέγξουμε και τους εαυτούς μας, μήπως δηλαδή υπάρχει μέσα μας η ακολασία αυτών των γραμματέων, φαρισαίων και αρχιερέων. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός τους ονόμασε υποκριτές, γιατί η υποκρισία και η προσποίηση ήταν τα θεμελιώδη γνωρίσματα του χαρακτήρα τους. Και εμείς οφείλουμε να σκεφτούμε εάν υπάρχει μέσα μας το γνώρισμα της υποκρισίας. Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι αυτά τα γνωρίσματα βρίσκονται μέσα μας.
Εάν ο Κύριος είπε στους φαρισαίους ότι ασχολούνται μόνο με τον εξωτερικό καθαρισμό του ποτηριού και της παροψίδος, ενώ εσωτερικά είναι γεμάτοι με δόλους και αδικίες, τότε δεν πρέπει να σκεφτούμε μήπως δεν υποκρινόμαστε και εμείς μπροστά στους καλούς, καθαρούς, ευλαβείς ανθρώπους, όπως αυτοί υποκρίνονταν;
Δυστυχώς, πολλοί ανάμεσά μας είναι ακριβείς τηρητές του νόμου, φαρισαίοι, υποκριτές, οι οποίοι στο Ευαγγέλιο αποκαλούνται «φίδια, γεννήματα εχιδνών» (Λουκ. 3, 7) και παρ’ όλα αυτά χαίρουν μεγάλου σεβασμού και εκτιμήσεως στον λαό. Υπάρχουν ανάμεσά μας και όμοιοι του Ιούδα αλλά υπάρχουν και όμοιοι της μετανοημένης αμαρτωλής, με καρδιά γεμάτη αγάπη προς τον Χριστό.
Ας παρατηρούμε τις καρδιές μας, ας κρίνουμε αυτό που εξέρχεται από μας και από τα στόματά μας και όχι αυτό που εισέρχεται. Ας ζούμε υπακούοντας στην αγία αγάπη, γιατί όλος ο νόμος του Χριστού εμπεριέχεται σε έναν λόγο: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν» (Ματθ. 22, 39• Μάρκ. 12, 31 ■ Λουκ. 10, 27). Ας το θυμόμαστε αυτό και τότε θα μας ευλογήσει ο Θεός και θα συγχωρέσει όλες τις αμαρτίες μας. Αμήν.

Ἡ ἠθική ~ Εμπειρική δογματική - π. Ιωάννου Ρωμανίδη

Ἡ ἠθική ~ Εμπειρική δογματική - π. Ιωάννου Ρωμανίδη


(Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου).

Ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης, καθηγητής τής δογματικής στήν Θεολογική Σχολή τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, δέν ήταν ένας συνηθισμένος θεολόγος.

Δέν τόν είχα Καθηγητή, αφού ανέλαβε τήν έδρα τής δογματικής στήν Θεολογική Σχολή τής Θεσσαλονίκης μετά τήν αποφοίτησή μου από αυτή, αλλά τόν γνώρισα κατ’ αρχήν από τά κείμενά του, ύστερα τόν γνώρισα προσωπικά στήν Αθήνα, μετά τήν συνταξιοδότησή του, καί είχαμε στενή επικοινωνία, σχεδόν σέ καθημερινή βάση, τότε πού ζούσε στήν Αθήνα, σέ μιά «θεολογική μοναξιά».Αργότερα, όταν έγινα Μητροπολίτης, μού ζήτησε νά τόν εγγράψω στούς ιερατικούς καταλόγους τής Ιεράς Μητροπόλεώς μου, λαμβάνοντας απολυτήριο από τήν Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής όπου καί ανήκε ως Κληρικός.

Ο κ. Αθανάσιος Σακαρέλλος, πού είχε πολυχρόνια επικοινωνία μαζί του καί ως Δικηγόρος του, καί στό γραφείο τού οποίου ο π. Ιωάννης παρέδιδε μαθήματα θεολογίας σέ κλειστό κύκλο ανθρώπων, μεταξύ τών οποίων είχα τήν τιμή πολλές φορές νά συγκαταλέγομαι καί εγώ, μού είπε κάποτε ότι ο π. Ιωάννης γεννήθηκε σέ λάθος εποχή. Έπρεπε νά ζή τόν 4ο αιώνα, στόν οποίον έζησαν οι μεγάλοι Πατέρες τής Εκκλησίας...

Πράγματι, διαβάζοντας κανείς ή ακούγοντας τόν π. Ιωάννη Ρωμανίδη, διαπίστωνε ότι εξέφραζε τήν θεολογία καί τήν ζωή τών Πατέρων τού 4ου αιώνος, ήτοι τών μεγάλων Καππαδοκών Πατέρων τής Εκκλησίας καί τών ασκητών τής ερήμου, όπως τό βλέπουμε στά συγγράμματά τους καί στό Γεροντικό ή τόν Ευεργετινό. Στήν πραγματικότητα ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης είναι ένα «κομμάτι» τού 4ου αιώνος πού έζησε τόν 20ό αιώνα ή θά μπορούσα νά πώ καλύτερα, ήταν ένας θεολόγος καί μάλιστα καθηγητής Θεολογικής Σχολής τού 20ού αιώνος πού όμως μεταφέρθηκε στό «πνεύμα» τών αγίων τού 4ου αιώνος καί τό εξέφραζε.

Βεβαίως ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης δέν εκφράζει μιά δική του θεολογία, αλλά τήν θεολογία τής Εκκλησίας. Στηρίζεται στήν εμπειρία τών Προφητών, Αποστόλων καί Πατέρων, όπως εκφράζεται διά τής καθάρσεως, τού φωτισμού καί τής θεώσεως καί βιώνεται στήν νοερά καρδιακή προσευχή καί τήν θεωρία-θέα τού Θεού.
Πρόκειται γιά μιά θεολογία πού δέν έχει σχέση μέ τόν σχολαστικισμό καί τόν ηθικισμό πού καλλιεργήθηκαν στήν Δύση καί μεταφέρθηκαν καί στόν δικό μας χώρο, είτε απευθείας από τήν Δύση είτε διά μέσου τής ρωσικής θεολογίας, η οποία δέχθηκε επιδράσεις από τήν Δύση, ιδίως κατά τήν περίοδο τού Μεγάλου Πέτρου.

Τά κλειδιά τής εμπειρικής θεολογίας είναι η πορεία τού ανθρώπου από τό κατ’ εικόνα στό καθ’ ομοίωση, από τήν κατάσταση τού δούλου στήν κατάσταση τού μισθωτού καί τού υιού, από τήν κάθαρση στόν φωτισμό καί τήν θέωση, από τήν ιδιοτελή στήν ανιδιοτελή αγάπη. Είναι θεολογία τής αποκαλύψεως πού συνδέεται μέ τήν θέωση τού ανθρώπου καί η οποία στήν συνέχεια διατυπώνεται σέ όρους καί σέ διδασκαλία γιά τήν θεραπεία καί τήν καθοδήγηση τών άλλων μελών τής Εκκλησίας. Τόσο απλή είναι η ορθόδοξη θεολογία στήν βάση της.

Ο π. Ιωάννης ομιλούσε ως καθηγητής τής δογματικής, αλλά καί ως ασκητής. Διαβάζοντας τόν λόγο του, αντιλαμβανόμουν ότι ο ίδιος είχε κάποια εμπειρία γύρω από τά πνευματικά θέματα, αλλά δέν είμαι σέ θέση νά διακριβώσω τό μέγεθος καί τόν βαθμό τής εμπειρίας του.

Η διδασκαλία του πού εκφράζει τήν θεολογία τής Εκκλησίας είναι πολύ απλή. Αναφέρεται στήν πτώση τού ανθρώπου καί τήν σωτηρία του, τήν όραση τού ακτίστου Φωτός, τήν έκφραση αυτής τής εμπειρίας καί τήν μέθοδο γιά νά φθάση κανείς στήν πνευματική εμπειρία. Βλέπει κανείς έναν κύκλο, όπως τό συναντάμε καί στά έργα τών αγίων Πατέρων. Έλεγε ο ίδιος:

«Η ορθόδοξη θεολογία έχει κυκλικό χαρακτήρα. Είναι σάν ένας κύκλος. Όπου κι άν ακουμπήσης πάνω στόν κύκλο, ξέρεις όλο τόν κύκλο, γιατί όλος ο κύκλος ο ίδιος είναι. Όλα ανάγονται στήν Πεντηκοστή• τά μυστήρια τής Εκκλησίας, όπως η ιερωσύνη, ο γάμος, τό βάπτισμα, εξομολόγηση κλπ., οι αποφάσεις τών Συνόδων κλπ. Εκείνο είναι τό κλειδί τής ορθοδόξου θεολογίας, η Πεντηκοστή. Γι’ αυτό καί εκείνος πού φθάνει στήν θέωση μετά τήν Πεντηκοστή, οδηγείται εις πάσαν τήν αλήθειαν».
† Ο Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου Ιερόθεος
                                                                                                                                               
Ἡ ἠθική ~ Εμπειρική Δογματική - Τόμος Α 

Σέ ὅλα τά φιλοσοφικά καί θρησκευτικά συστήματα, ἐκτός ἀπό τίς θεωρίες, ὑπάρχει καί ἡ πρακτική ἐφαρμογή αὐτῶν τῶν θεωριῶν. Αὐτό λέγεται ἠθική. Πρόκειται γιά τίς βασικές ἀρχές πού καθορίζουν τόν ἀνθρώπινο βίο καί τίς κοινωνίες. 

Μετά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἀπώλεια τῆς θεοκοινωνίας, ὁ ἄνθρωπος κυριαρχεῖται ἀπό τά πάθη, ἐπειδή ὁ νοῦς εἶναι σκοτισμένος. Ὁ καθένας ἐπιδιώκει τήν ἀτομική κατοχύρωση καί κυριαρχία. Ἐπειδή ὅλοι ἐπιθυμοῦν νά κυριαρχήσουν στήν κοινωνία, γι’ αὐτό χρειάσθηκε νά τεθοῦν μερικά πλαίσια, προκειμένου νά ὑπάρχη ἰσορροπία. 

Πέρα ἀπό αὐτό, τά φιλοσοφικά καί θρησκευτικά συστήματα θέτουν μερικές προϋποθέσεις, ὥστε οἱ ἄνθρωποι νά ἐπιτύχουν τούς στόχους τους· ἔτσι ἀναπτύχθηκε ἡ ἠθική.

Πολλοί ὑποστηρίζουν ὅτι αὐτό ἰσχύει καί στόν Χριστιανισμό, ὁπότε κάνουν λόγο γιά χριστιανική ἠθική.


Βέβαια, τά πράγματα δέν εἶναι τόσο ἁπλά. Ἡ λεγομένη ἠθική, διαφοροποιεῖται σαφῶς στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δέν ὁμοιάζει μέ τήν ἠθική τῶν διαφόρων ἀνθρωποκεντρικῶν συστημάτων.

α) Φιλοσοφική, θρησκευτική καί κοινωνική ἠθική

Κάθε φιλοσοφία ἔχει καί ἠθική. Κλασσικά παραδείγματα εἶναι ἡ φιλοσοφία τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Ἀριστοτέλη, οἱ ὁποῖοι μέ τήν ἠθική τους προσπάθησαν νά ἐφαρμόσουν τίς φιλοσοφικές τους θεωρίες. Αὐτό τό βλέπουμε μέχρι σήμερα. «Ἔχουμε ἠθικά συστήματα, διότι οἱ καημένοι οἱ ἀρχαῖοι προσπαθοῦσαν νά βροῦν ἐρείσματα στήν φιλοσοφία, γιά νά στηρίξουν τά κοινωνικά τους πολιτεύματα καί συστήματα, νά μποροῦν νά ἔχουν μιά κοινωνική τάξη, πολιτική τάξη, τά ὁποῖα καί βραβεύονται σ’ ὁρισμένα συστήματα καί σ’ αὐτήν τήν ζωή καί στήν ἄλλη ζωή».

Ἔτσι, ὑπάρχει φιλοσοφική ἠθική, ἡ ὁποία δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τήν ὀρθόδοξη θεολογία.«Ἐάν τό βλέπης ἐξ ἀπόψεως φιλοσοφικῆς ἠθικῆς, ὑπάρχουν πολλοί σωστοί ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν καμμιά σχέση μέ τόν Χριστιανισμό. Εἶναι καλοί ἄνθρωποι, ὑπάρχουν πολλοί καλοί ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δέν εἶναι οὔτε κἄν Χριστιανοί, δέν ἀσχολοῦνται μέ κάθαρση καί φωτισμό καί θέωση, δέν ἀσχολοῦν ται μέ τό νά εἶναι καλοί ἄνθρωποι. Ἐκεῖνος πού περνάει ἀπό κάθαρση καί φωτισμό, δέν εἶναι ἁπλῶς καλός ἄνθρωπος, εἶναι κάτι πολύ παραπάνω».

Ὅμως, ὅταν κατά τήν περίοδο τοῦ Διαφωτισμοῦ κλονίσθηκαν τά θεμέλια τῆς μεταφυσικῆς, ἀφοῦ κανένας δέν μπορεῖ νά ἰσχυρισθῆ ὅτι ὑπάρχουν οἱ πλατωνικές ἰδέες, ἦταν ἑπόμενο νά κλονισθοῦν καί τά θεμέλια τῆς φιλοσοφικῆς ἠθικῆς, τά ὁποῖα στηρίζονταν στίς φιλοσοφικές ἰδέες. «Μετά τήν καταστροφή τῶν μεταφυσικῶν θεμελίων, ἔχει μείνει μιά ἠθικολογία».

Σήμερα ἔχει καταδειχθῆ ἀπό τήν ἐπιστήμη ὅτι δέν ὑπάρχουν ἀμετάβλητα κριτήρια, ὅπως ἔλεγε ἡ μεταφυσική. Ἑπόμενο ἦταν λοιπόν νά καταρρεύση καί ἡ φιλοσοφική ἠθική. Ἔτσι, ἡ ἠθική ἡ ὁποία οὕτως ἤ ἄλλως πρέπει νά ὑπάρχη, δέν ἔχει ἐρείσματα, σταθερές βάσεις. Ὁπότε, κάθε ἄνθρωπος ἤ κάθε κοινωνία δημιουργεῖ τήν δική της ἠθική.

«Ἐκεῖνο πού ἔχει καταδικασθῆ πλήρως τά τελευταῖα χρόνια, εἶναι ἡ πίστη ὅτι ὑπάρχει ἀμετάβλητο κριτήριο. Δηλαδή, τά παλιά μεταφυσικά θεμέλια τοῦ νόμου δέν εἶναι πλέον δεκτά στήν Εὐρώπη καί τήν Ἀμερική, ὅπου ἐπικρατεῖ σήμερα, στόν ἀγγλοσαξωνικό κόσμο, ὁ θετικισμός καί στόν εὐρωπαϊκό χῶρο, ἡ μόνη φιλοσοφία σήμερα πού ὑπάρχει εἶναι ὁ ὑπαρξισμός. Ὁ ὑπαρξισμός ἀπορρίπτει τήν ἔννοια τῆς ἀμετάβλητης οὐσίας, πού μπορεῖ νά εἶναι κανόνας, ἄς ποῦμε, ἠθικός ἤ νομικός.


Γι’αὐτό ἔχουμε αὐτό τό περίεργο φαινόμενο, πού καλοῦνται οἱ ἄνθρωποι, παρά τό γεγονός ὅτι δέν ὑπάρχει ἀμετάβλητο κριτήριο γιά νόμο ἤ ἠθική, ὁ καθένας νά φτιάξη κάποιο σκοπό γιά τόν ἑαυτό του στήν ζωή καί νά κάνη τό πᾶν νά φθάση σ’ αὐτόν τόν προορισμό. Ὁρίζει ὁ καθένας κάτι ἐξ ἐπόψεως ἠθικῆς, νομικῆς καί κοινωνικῆς γιά τόν ἑαυτό του καί καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά κάνη μιά ἀλτρουϊστική, ἡρωϊκή πράξη, δηλαδή, ζώντας τήν ζωή ἑνός καλοῦ ἀν θρώ που».

Αὐτό συμβαίνει καί στά θρησκευτικά συστήματα. Συναντᾶ κανείς ἀνθρώπους πού ἀσχολοῦν ται μέ τήν ἀνατολική φιλοσοφία, τούς Ἰνδουϊστές οἱ ὁποῖοι ἀπό ἠθικῆς ἀπόψεως εἶναι καλοί ἄνθρωποι.

«Ὑπάρχουν Ἰνδουϊσταί πού εἶναι πάρα πολύ καλοί ἄνθρωποι, ἀπό ἠθικῆς ἀπόψεως, δηλαδή, "καθώς πρέπει" ἄνθρωποι, τίποτα παρά πάνω. Καί ἐπίσης, τούς δίνει μιά ἀνακούφιση αὐτό (ὁ διαλογισμός), μιά ψυχολογική ἀνακούφιση. Εἶναι κάτι πού τούς ὠφελεῖ, τούς καλμάρει, δέν εἶναι ἁρπακτικοί, γίνονται τίμιοι, ἕνας καλός ἄνθρωπος, καλός πολίτης».

Ἀλλά μιά ἐξωτερική καλή διαγωγή, μιά ἠθική ζωή, μπορεῖ νά ἔχουν καί οἱ Μουσουλμάνοι, ἀκόμη καί οἱ ἄθεοι, οἱ ὁποῖοι δέν πιστεύουν σέ κανέναν Θεό. Μιά τέτοια ἠθική δέν σώζει τόν ἄνθρωπο.

«Ποιόν καρπό θά ἔχουν κοινό οἱ Χριστιανοί διαφόρων Ὁμολογιῶν; Τόν μόνον κοινό καρπό πού θά ἔχουν, εἶναι ἡ ἠθική. Ἀλλά, αὐτή τήν ἠθική τάξη δέν θά τήν ἔχουν μόνον δύο Χριστιανοί. Μποροῦν νά τήν ἔχουν καί ἕνας Μουσουλμάνος καί ἕνας Χριστιανός, δηλαδή. Διότι ὑπάρχουν Μουσουλμάνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι πάρα πολύ καλοί καί ἔν τιμοι ἄνθρωποι.Ὑπάρχουν περιπτώσεις πού πιό πολλή ἐμπιστοσύνη μπορεῖς νά ἔχης σέ ὁρισμένους Μουσουλμάνους, παρά σέ ὁρισμένους Ὀρθοδόξους, ἐξ ἐπόψεως ἠθικῆς τάξεως. Μπορεῖ νά ἔχης ἕναν Μουσουλμάνο φίλο, ὁ ὁποῖος πάντοτε σοῦ λέει τήν ἀλήθεια, μπορεῖ νά ἔχης ἕναν ὀρθόδοξο φίλο, ὁ ὁποῖος συνέχεια σοῦ λέει ψέματα. Ποιός εἶναι καλύτερος ἠθικά; Ἐκεῖνος πού λέει τά ψέματα ἤ ἐκεῖνος πού λέει τήν ἀλήθεια;

Ὑπάρχουν ἄθεοι, οἱ ὁποῖοι στήν ἠθική τους ζωή ξεπερνᾶνε πάρα πολλούς Χριστιανούς. Ἐνῶ ὑπάρχουν Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι δέν μποροῦν νά συγκριθοῦν μέ ἐκεῖνον τόν ἄθεο. 


Ὑπάρχουν ἄθεοι ἰδεολόγοι πάρα πολλοί, ὅπως καί ὑπάρχουν Χριστιανοί ἰδεολόγοι. Ὁπότε, ἐάν ἡ ἠθική εἶναι τά κριτήρια τῆς ἠθικῆς ζωῆς καί χωρίσουμε τό δόγμα ἀπό τήν ἠθική, τότε καταντᾶμε νά λέμε ὅτι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι θά πᾶνε στήν κόλαση, ἐπειδή δέν εἶναι Ὀρθόδοξοι στό δόγμα, ἀλλά κοίτα τί ἠθικοί πού εἶναι. Ἀφοῦ εἶναι ἠθικοί, γιατί δέν θά πᾶνε καί αὐτοί στόν Παράδεισο; Θά πᾶνε μόνον οἱ ἠθικοί Ὀρθόδοξοι στόν Παράδεισο; Δέν πᾶνε οἱ ἠθικοί αἱρετικοί, οἱ ἀλλόθρησκοι καί οἱ ἄθεοι καί αὐτοί, ἀφοῦ εἶναι ἠθικοί;

Ἐάν ἡ ἠθική εἶναι τό κριτήριο, τότε δημιουργεῖται πρόβλημα γιά τό ποιός θά πάη στόν Παράδεισο καί ποιός δέν θά πάη στόν Παράδεισο».

Ὑπάρχει καί μιά ἠθική πού εἶναι φαρισαϊκή. Δηλαδή, οἱ ἄνθρωποι ἐκτελοῦν ὅλα τά ἐξωτερικά ἔργα –νηστεία, ἐγκράτεια– ἀλλά ὁ ἐσωτερικός τους κόσμος εἶναι ἀμεταμόρφωτος.

«Ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἠθικότατοι, ζενίθ ἠθικῆς δηλαδή, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ νά ἔχουν νεκρώσει τόν ἑαυτόν τους μέ νηστεῖες κλπ. ἀλλά ἔχουν ἕναν φοβερόν νοῦν, φαρισαϊκόν».

 
Ἡ φαρισαϊκή ἠθική κατακρίθηκε ἀπό τόν Χριστό, ὅπως τό βλέπουμε στήν σχετική παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου. Ἐκεῖνο πού χρειάζεται δέν εἶναι μιά ἐξωτερική ἠθική ζωή, πού καταντᾶ ἠθικολογία, ἀλλά ἡ μετάνοια ὡς θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου.

«Ἐκεῖνος πού ἀσχολεῖται μέ τήν ἠθική, μπορεῖ νά κάνη ὅλα ὅσα λέει ὁ νόμος καί πάλι νά ἔχη πεπωρωμένη συνείδηση, καί ἀντί νά διανύση τόν δρόμο τοῦ Τελώνου, διανύει τόν δρόμο τοῦ Φαρισαίου. Ὁπότε, δέν εἶναι μόνο ἡ ἠθική πού χρειάζεται· εἶναι κάτι παραπάνω ἀπό ἠθική δηλαδή, εἶναι καί ἡ μετάνοια πού χρειάζεται. Καί ἡ μετάνοια δέν σημαίνει, ἁπλῶς, νά πάω στόν ἐξομολόγο καί νά τοῦ πῶ τί ἔκανα, τά ἁμαρτήματά μου δηλαδή, δέν εἶναι μόνο αὐτό. Ἡ μετάνοια εἶναι καί νά περάσω τήν μετάνοια, νά φθάσω ἀπό κάθαρση στόν φωτισμό. Ἄν δέν φθάσω στόν φωτισμό, δέν εἶμαι ἕτοιμος νά ἀντικρύσω τήν δόξα τοῦ Θεοῦ».

Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δέν περιορίζεται σέ μιά φιλοσοφική, θρησκευτική καί κοινωνική ἠθική. Δέν εἶναι δυνατόν ὁ προορισμός τοῦ ἀνθρώπου νά περιορίζεται μόνον στήν ἠθική.
 

Σήμερα ταυτίζουν τό βίωμα τῆς θεολογίας μὲ τὴν ἠθική. 

Ναὶ, ἀλλὰ ἡ θεολογία δὲν εἶναι ἠθική.

Τό βίωμα τῆς θεολογίας εἶναι ἡ νοερὰ προσευχὴ καὶ ἡ θέωση, ὄχι ἡ ἠθική. 

«Γιατί ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δὲν ἔχει ἠθικὴ, ἔχει ἀσκητική.»


Δὲν ὑπάρχει ὀρθόδοξη ἠθική, ὑπάρχει εἰδωλολατρικὴ ἠθική, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀρετή, καὶ δὲν ἀνήκει στὴν Ὀρθοδοξία, ἀνήκει σ’ ὅλον τόν κόσμο. Ἑπομένως, τό βίωμα τῆς θεολογίας δὲν εἶναι ἡ ἀρετή, ἡ ἠθική, γιατί ἡ ἠθική εἶναι καὶ τῶν φιλοσόφων, καὶ γι’ αὐτό τό τόνισα καὶ προχθὲς ὅτι εἶναι καὶ τῶν ἀρχαίων ἀκόμα».

Ἠθική ἔχουν καί ἄλλα οὑμανιστικά καί κοινωνιολογικά κινήματα, ὅπως ὁ κομμουνισμός, πού ἐπαγγέλλεται τήν ἰσότητα καί τήν κοινοκτημοσύνη, ἔχει καλύτερη ἠθική ἀπό τόν καπιταλισμό. Ἀλλά καί ἡ ἀθεΐα τοῦ κομμουνισμοῦ δέν διαφέρει ἀπό τήν ἀθεΐα τῶν θρησκειῶν, ἀκόμη καί μερικῶν Χριστιανῶν. Γιατί ὅταν κανείς δέν
χη προσωπική γνώση τοῦ Θεοῦ, δέν γνωρίζει τόν Θεό, στήν πραγματικότητα πιστεύει σέ ἕναν ἀνύπαρκτο Θεό, τόν θεό τῆς φαντασίας του.

«Δηλαδή, οἱ κομμουνισταί δέν ἔχουν ἀρετή; Δέν ἔχουν ἠθική; Πῶς δέν ἔχουν ἀρετή; Καί πῶς δέν ἔχουν ἠθική; Σήμερα, πολλές φορές οἱ κομμουνισταί ἔχουν πολύ ἀνωτέρα ἠθική σέ πολλά θέματα ἀπό τούς καπιταλιστάς. Εἶναι γεγονός αὐτό. Οἱ δικές τους ἀντιλήψεις εἶναι ἀνώτερες ἀπό αὐτές τῶν καπιταλιστῶν, σέ πολλά θέματα. Καί ἐδῶ δέν πρέπει νά κρυβόμαστε, δηλαδή. Καλά, δέν μᾶς ἀρέσει, γιατί εἶναι ἄθεοι. Νά τούς βαρέσουμε πάνω στόν ἀθεϊσμό, τό δέχομαι, ἀλλά ἐκεῖ ὅμως πού κάνουν κάτι καλό, δέν μποροῦμε νά τούς βαρέσουμε. Αὐτή εἶναι ἡ πραγματικότης. Ἀλλά, καί ὅπως ἔχω τονίσει, καί στόν ἀθεϊσμό τους, σέ τί διαφέρουν ἀπό τούς Ὀρθοδόξους; Τό ἔχω τονίσει καί αὐτό.

Γιατί ὁ λόγος πού εἶναι ἄθεοι εἶναι ἀκριβῶς ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἡ Ὀρθοδοξία ἰσχυρίζετο μέχρι σήμερα ἤ μέχρι χθές ἤ προχθές, ὅτι οἱ θεοί τῶν ἄλλων θρησκειῶν δέν ὑπάρχουν, οἱ θεοί τῶν ἄλλων θρησκειῶν δέν ὑπάρχουν. Γιατί; Διαβάστε ὁποιοδήποτε κομμουνιστικό βιβλίο θέλετε. Καί νά δῆτε ἐκεῖ ὡραιότατα ἀνεπτυγμένα ἐπιχειρήματα, γιατί δέν ὑπάρχουν οἱ θεοί τῶν διαφόρων θρησκειῶν.Ἀλλά ὅμως ἐκεῖ, στήν ἐπιχειρηματολογία τους, δέν συμπεριλαμβάνεται καί ὁ Θεός τῆς Ὀρθοδοξίας. Γιατί; Διότι δέν γνωρίζουν τόν Θεό τῆς Ὀρθοδοξίας. Διότι οἱ Ὀρθόδοξοι δέν πιστεύουν στόν Θεό γιά τούς ἰδίους λόγους πού πιστεύουν οἱ ἄλλοι στίς φαντασιώσεις τους».

Δυστυχῶς, καί στήν Ἑλλάδα συνδέθηκε ἡ Ὀρθοδοξία μέ μιά «ἠθική θρησκεία».

«Ἡ σημερινή Ὀρθοδοξία στήν Ἑλλάδα ἔχει ταυτισθῆ μέ ἕνα ἠθικό σύστημα. Γι’ αὐτό ἀρέσει πολύ καί ἡ φιλοσοφία. Διότι ἡ φιλοσοφία, τό πολύ πολύ πού μποροῦσε νά κάνη εἶναι νά μᾶς δώση ὁρισμένα ἠθικά συστήματα εἴτε εἶναι πλατωνικά εἴτε στωϊκά κ.ο.κ.
»

 
Καί ὅταν ἔγινε ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση, ἀπεφάσισαν οἱ ἐθνοπατέρες μας, μέ ἀρχηγό τόν Ἀδαμάντιο Κοραῆ, νά καταργήσουντήν Ὀρθοδοξία ἀπό ἀσκητική θρησκεία πού ἦταν μέχρι τότε καί νά τήν κάνουν μιά «ἠθική θρησκεία», πού νά εἶναι ὡραία γιά τήν μεσαία τάξη τῶν μπουρζουά τοῦ Παρισιοῦ, νά βοηθάη τήν ἀστυνομία νά κάνη καλούς πολίτες. Αὐτό ἦταν.Τό πρόβλημα, λοιπόν, δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἠθική πού μπορεῖ νά βρῆ κανείς καί σέ ἄλλα θρησκευτικά, φιλοσοφικά καί κοινωνικά συστήματα, ἀλλά ἡ ἀσκητική πού ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή θεολογία καί ἐμπνέεται ἀπό αὐτήν. Γιά τήν διαφορά μεταξύ ἠθικῆς καί ἀσκητικῆς θά λεχθοῦν τά ἀπαραίτητα σέ μιά ἑπομένη ἑνότητα.
 


β) Χριστιανική ἠθική

Ὅπως ὅλα τά φιλοσοφικά καί θρησκευτικά συστήματα, ἔτσι καί ὁ Χριστιανισμός, πού ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Χριστό, ἔχει τήν δική του πρακτική ἐφαρμογή τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως. Βέβαια, ἡ λέξη Χριστιανός ἀποδίδεται σέ ὅλες τίς Ὁμολογίες.


Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διατηρεῖ τήν ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια, γι’ αὐτό καί θεωρεῖται ὡς ἡ ἱστορική Ἐκκλησία, εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία, ἐνῶ οἱ ἄλλες χριστιανικές Ὁμολογίες ἔχουν διαφοροποιηθῆ στό δόγμα καί τήν ἠθική. Ἐνῶ στήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ὅπως θά δοῦμε πιό κάτω, ἡ λεγομένη ἠθική συνίσταται στήν ἀσκητική, στίς ἄλλες Ὁμολογίες ἡ ἠθική ἔγινε ἐξωτερική, μιά ἠθικολογία. Ἔτσι, γίνεται λόγος γιά χριστιανική ἠθική. Ἡ δυτική χριστιανική μεταφυσική στηρίχθηκε στόν Ἀριστοτέλη, πού ἔκανε λόγο γιά ἀρετές, ὁπότε στήν Δύση ἀναπτύχθηκε ἡ χριστιανική ἠθική, ἐντελῶς διαφορετικά ἀπό αὐτό πού ὑπάρχει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως τήν συναντᾶμε στήν Ἁγία Γραφή καί τά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

«Οἱ Φράγκοι θεολόγοι εἶχαν ἀκολουθήσει τόσο πολύ τόν Ἀριστοτέλη, πού ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀριστοτέλη περί ἀρετῶν ἔγινε ἡ ἠθική τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας, καί ἐν συνεχείᾳ πολλῶν προτεσταντικῶν παραδόσεων. Δηλαδή καταργήθηκε ἡ ὀρθόδοξη ἀσκητική στούς Φράγκους κι ἀντικαταστάθηκε ἀπό ἠθικολογία, ἀπό ἠθική. Ὁπότε, τό ἔργο τῆς θείας Χάριτος εἶναι συνεχῶς νά βοηθῆ τόν ἄνθρωπο νά γίνη ἐνάρετος, νά ἀποκτήση τίς ἀρετές, ὅπως τίς δίδασκαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι.

Γι’ αὐτόν τόν λόγο, ἱδρύθηκε στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν ἡ ἕδρα τῆς δογματικῆς καί τῆς ἠθικῆς, ὁ ἴδιος ὁ καθηγητής πού δίδασκε δογματική ἦταν ὑποχρεωμένος νά διδάξη καί τήν ἠθική. Γιατί; Διότι ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μεγαλύτερος δογματολόγος τῆς δυτικῆς παραδόσεως ὅλων τῶν αἰώνων τῆς φραγκιᾶς, διδάσκει μέσα στό Summa Theologica καί τήν δογματική καί τήν ἠθική, καί εἶναι ἠθική, ἠθικολογία πού τώρα ἔχει ἀποκηρυχθῆ ἀπό ὅλη τήν Εὐρώπη. Κανένας σήμερα μοντέρνος ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά παραδεχθῆ αὐτήν τήν ἠθική κάποιου θεολόγου τῆς Δύσεως ἤ φιλοσόφου. Γιατί; Διότι ὅλα τά θεμέλια τῆς ἠθικῆς ἔχουν γκρεμιστεῖ, γι’ αὐτό ὑπάρχει καί ὁ χιπισμός στήν Εὐρώπη καί τήν Ἀμερική».

Ἡ ἠθικολογία αὐτή ἐπηρέασε καί τόν δυτικό μοναχισμό, ἀλλά καί ὅλη τήν χριστιανική ζωή.

«Στήν φραγκική παράδοση δέν μπορεῖ ποτέ νά γίνη καλόγρια μιά πού διετέλεσε πόρνη, ἄς ποῦμε. Αὐτό εἶναι μιά περίεργη ἀταξία.
» 

Καί, ἴσως, θά ἔπρεπε κανείς νά κάνη καί μιά διατριβή νά δῆ καί τά θεολογικά πλαίσια αὐτῆς τῆς διαφορᾶς στήν παράδοσή μας. Στήν δυτική παράδοση ὑπάρχει πάρα πολλή ἠθικολογία, διότι ἔχουν ἐπηρεασθῆ πολύ ἀπό τούς ἀρχαίους Ἕλληνας φιλοσόφους, ἀφοῦ οἱ κακοί δαίμονες τῆς σχολαστικῆς θεολογίας εἶναι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσο φοι. Καί ἐπειδή εἶχαν δελεασθῆ ἀπ’ αὐτούς, γι’ αὐτό καί βρῆκαν τόν μπελά τους οἱ καημένοι οἱ Φράγκοι».

Φυσικά, καί ἐδῶ ἰσχύει ὅ,τι ἀναφέρθηκε προηγουμένως, ὅτι δηλαδή, ἀφοῦ στήν Δύση, κατά τήν διάρκεια τοῦ Διαφωτισμοῦ, κατέρρευσε ἡ μεταφυσική, ἦταν ἑπόμενο νά καταρρεύση καί ἡ ἠθική πού στηριζόταν στήν μεταφυσική.

«Στήν φραγκική παράδοση ἡ μεταφυσική ἀπετέλεσε τήν σπονδυλική στήλη τῆς γνώσεως τῆς ἀληθείας ἀπό τό ἕνα μέρος, τοῦ νόμου καί τῆς ἠθικῆς ἀπό τό ἄλλο. Ἡ ἰδέα περί ἀληθείας, περί νόμου, περί ἠθικῆς βασίστηκε στήν μεταφυσική. Ὁπότε, ἐφ’ ὅσον γκρεμίστηκε ἡ μεταφυσική, ἄρχισε νά γκρεμίζεται μέ τούς φιλοσόφους τοῦ 18ου αἰῶνος καί ἡ χριστιανική ἠθική. 


Καί ὁλοκληρώθηκε τό γκρέμισμα μέ τήν ἐμφάνιση τῆς θεωρίας τῆς ἐξελίξεως τοῦ Δαρβίνου. Ἀλλά καί μέ τήν νεωτέρα ἀστρονομία, κυρίως ἀπό τίς ἀρχές αὐτοῦ τοῦ αἰῶνος, ἡ μεταφυσική πλέον γκρεμίστηκε καί δέν ὑπάρχει κανένας σοβαρός ἄνθρωπος νά παραδέχεται τήν μεταφυσική».

Σημαντικό ρόλο στήν διαμόρφωση τῆς ἠθικολογίας στήν Δύση καί τῆς ἠθικῆς διαδραμάτισαν οἱ ἀπόψεις τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου.
 

«Στήν αὐγουστίνεια παράδοση ἐμφανίσθηκε ἡ ἁμαρτία ὑπό μία ἠθική μορφή, ἐνῶ στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔχει μορφή ἀρρώστιας καί ἐμφανίζεται ἡ ἐξάλειψη τῆς ἁμαρτίας μέ μορφή θεραπείας. Ὁπότε ἔχουμε ἀρρώστεια καί ἔχουμε θεραπεία».

Ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος, δέν γνώριζε τήν ὀρθόδοξη ἀσκητική παράδοση, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τήν νηπτική θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
 

«Ὁ Αὐγουστῖνος δέν ἔχει ἰδέα περί νοερᾶς προσευχῆς, καρδίας, νοός κλπ., καί ἔχει μιά ἠθική ἀντίληψη περί τοῦ ἀνθρώπου,ἀλλά μέ διαφοροποίηση ὅτι ὁ ἄνθρωπος γιά νά κάνη καλά ἔργα, δέν μπορεῖ χωρίς τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, μιά παραλλαγή τῆς πατερικῆς διδασκαλίας ὅτι ὁ ἄνθρωπος μόνο ὅταν ἔχη νοερά εὐχή καί γίνει ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύμα τος μπορεῖ νά κάνη τά ἔργα σωστά, διότι ἔχει ἀγάπη, ἡ ὁποία "οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς" καί ἐξελίσσεται στήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καί ἑπομένως κάνει σωστά τά ἔργα του. Γι’ αὐτό καί τά ἔργα τοῦ Φαρισαίου εἶναι ἀπαράδεκτα στόν Θεό, διότι εἶναι ἠθικά ἔργα. Δέν εἶναι ἔργα πού προέρχονται ἀπό τήν ἀνιδιοτέλεια».

Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει χριστιανική ἠθική, ὅπως τήν συναντᾶμε στήν δυτική θεολογία. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἦταν πνευματικοί ἰατροί, πού θεράπευαν τούς ἀνθρώπους. Στά συγγράμματά τους συναντᾶμε μιά ἰατρική προοπτική.

                                                                                      
«Οἱ Πνευματικοί Πατέρες εἶναι γιατροί, δέν εἶναι ἠθικοπατέρες, δέν εἶναι γιά νά φυλάξουν τήν ἠθική τῶν ἀνθρώπων ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, γιά νά ἔχουμε καλύτερους Ἕλληνας. Δέν εἶναι αὐτός ὁ σκοπός τῆς ὀρθοδόξου πνευματικῆς ζωῆς. Γι’ αὐτό καί τονίζω στούς φοιτητές ὅτι δέν ὑπάρχει ὀρθόδοξη ἠθική, δέν ὑπάρχει γιά μᾶς χριστιανική ἠθική. Τό γεγονός ὅτι ἱδρύσαμε ἕδρες χριστιανικῆς ἠθικῆς, εἶναι μία ἀπόδειξη πόσο μακρυά φύγαμε ἀπό τήν Ὀρθοδοξία».

Σέ κάποια ἱστορική φάση μεταφέρθηκε καί στήν Ἑλλάδα ἡ χριστιανική δυτική ἠθική, ἡ ὁποία ἀντικατέστησε τήν ὀρθόδοξη ἀσκητική. Αὐτή ἡ ἐκκοσμικευμένη ἠθική διδασκόταν παλαιότερα στίς Θεολογικές Σχολές.

«Μέ τήν νεοελληνική θεολογία στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν πού τά ξέρανε οἱ καθηγητές αὐτοί πού σπουδάσανε στήν Ρωσία, Γερμανία –αὐτοί ἦσαν οἱ πλέον μορφωμένοι θεολόγοι, ξέρανε καλύτερα ἀπ’ αὐτούς τούς ἀγράμματους– καί ἀπό τήν ἕδρα τους τί μᾶς δίδαξαν; Χριστιανική ἠθική καί μιά θεολογία χωρίς κάθαρση, φωτισμό καί θέωση. Καί ἀντικατέστησαν τήν κάθαρση, φωτισμό, θέωση μέ τί; Ἡ κάθαρση ἔγινε ἀπαλλαγή ἀπό ἠθικά παραπτώματα, ἀπό ἠθικῆς ἀπόψεως».

γ) Ἡ ὀρθόδοξη ἠθική ὡς ἀσκητική

Σέ ἀντίθεση μέ τόν δυτικό Χριστιανισμό, στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν γίνεται λόγος γιά μία αὐτόνομη ἠθική, γιά μιά ἠθικολογία, πού συνδέεται μέ μιά ἐξωτερική βελτίωση τῆς ζωῆς, ἀλλά κυρίως γιά ἀσκητική.
 

«Κατ’ ἀρχάς, ὅπως προαναφέρθηκε, ἡ λεγόμενη ἠθική συνδέεται μέ τήν δογματική, δέν στηρίζεται δηλαδή σέ φιλοσοφικές καί μεταφυσικές ἰδέες, ἀλλά στίς ἀποκαλυφθεῖσες ἀλήθειες.Ἐδῶ φαίνεται σαφῶς, ὅτι ἐξ ἐπόψεως ἀνθρωπολογικῆς δομῆς ὅτι ὑπάρχει μιά εἰδική ἀν τίληψη τῆς λειτουργίας τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητας πού βέβαια ἔχει ἕναν χαρακτήρα πού ὁμοιάζει μέ τήν ἠθική, ἀλλά δέν εἶναι καθόλου ἠθική, διότι εἶναι ἀσκητική».

Διαβάζοντας τά πατερικά κείμενα, διακρίνουμε καθαρά ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν δέχονταν τήν ἠθική, ὅπως νοεῖται σήμερα. Ὅταν χρησιμοποιοῦσαν αὐτόν τόν ὅρο στά συγγράμματά τους, τά λεγόμενα ἀσκητικά, στήν πραγματικότητα ἐννοοῦσαν τήν ἀσκητική.



Ἔδιναν μεγάλη σημασία στόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, πού διαφοροποιεῖται ἀπό τήν λογική καί εἶναι ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς.
 

«Οἱ Πατέρες δέν δέχονται ἠθική, δέν ὑπάρχει ἠθική στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ἐννοῶ ὅτι οἱ Πατέρες διδάσκουν τήν ἀνηθικότητα, ἀλλά αὐτό πού σήμερα λέμε ἠθική, στούς Πατέρες λέγεται ἀσκητική. Λοιπόν, γιά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν δύο εἰδῶν ἄνθρωποι: Εἶναι ἄνθρωποι πού ἔχουν ἐσκοτισμένον τόν νοῦν καί, ἐπειδή ἔχουν ἐσκοτισμένον τόν νοῦν, ἔχουν τήν ὄψη ἀνήθικων ἀνθρώπων, αὐτό πού λέμε σήμερα εἶναι κακοί ἄνθρωποι, ἀνήθικοι ἄνθρωποι· ἀλλά οἱ Πατέρες τό ἐννοοῦν ὡς σκοτασμό τοῦ νοός. Καί εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν φωτισμό νοός».

«Ἑπομένως, τό κέντρο τῆς ἀσκητικῆς εἶναι ὁ φωτισμένος ἤ ἐσκοτισμένος νοῦς καί ὄχι ἁπλῶς μιά ἐξωτερική συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου.»
                                                                                      
«Καί ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἀσκητικῆς; Ὁ σκοπός τῆς ἀσκητικῆς εἶναι ἁπλούστατος. Διαβάστε ὅλα τά τροπάρια, διαβάστε τήν ἀκολουθία τοῦ Βαπτίσματος, διαβάστε τά τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας, τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὅλη τήν περίοδο ἀπό τό Πάσχα μέχρι τήν Πεντηκοστή, διαβάστε ὅλα τά λειτουργικά βιβλία προσεκτικά.
»

Ποιός εἶναι ὁ σκοπός; Ὁ σκοπός εἶναι ἡ κάθαρση καί ὁ φωτισμός τοῦ νοός.

«Καί κάτι ἄλλο. Ὁ Χριστιανισμός ὑπάρχει μέ μοναδικό σκοπό νά περνάη τούς ἀνθρώπους ἀπό τήν κάθαρση καί νά τούς ὁδηγῆ στόν φωτισμό. Ὑπάρχει κανένας ἄλλος σκοπός τοῦ Βαπτίσματος; Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός. Δέν ὑπάρχει ἄλλος σκοπός».
 

Κάθε ἠθικό σύστημα ἔχει διαφορετικά κριτήρια πού καθορίζουν τό ἠθικό καί τό ἀνήθικο. Στήν Ὀρθοδοξία συμβαίνει κάτι διαφορετικό.«Δέν μπορεῖς νά βασίσης ἕνα ἠθικό σύστημα σέ αὐτό, ὅτι δηλαδή αὐτό εἶναι ἠθικό καί αὐτό εἶναι ἀνήθικο. Δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ τήν ἠθική ἀπό αὐτῆς τῆς ἀπόψεως. Ὀρθόδοξη ἠθική δέν ὑπάρχει, ὑπάρχει μόνον ἀσκητική».

Τά κριτήρια στήν ὀρθόδοξη παράδοση εἶναι ἀσκητικά. Ἔτσι δικαιολογοῦνται οἱ ξαφνικές ἀλλαγές πορνῶν καί τελωνῶν. Στήν ἀκολουθία τῆς Μ. Τρίτης λέγεται γιά τήν πόρνη γυναίκα: «Ἡ πρώην ἄσωτος γυνή ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, μισήσασα τά ἔργα τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας». Πρόκειται γιά ἀλλαγή πού γίνεται μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
 

Ὑπάρχει, ἄς ποῦμε, μιά αἴσθηση ἱστορική μέσα στήν παράδοσή μας, ἡ ὁποία δέν βασίζεται πάνω σέ ἠθικά κριτήρια, ἀλλά βασίζεται σέ ἀσκητικά κριτήρια. 

«Διότι, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά εἶναι βουλιαγμένος, ἄς ποῦμε, μέσα σ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν ἁμαρτία κλπ., ἄξαφνα, μέ μία ἀλλαγή, γίνεται ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας.»
«Ἔχουμε τέτοια παραδείγματα ἀρκετά στήν Ὀρθοδοξία. Ἐδῶ γιά νά δῆ κανείς μιά διαφορά βλέπει ὅτι στήν δική μας Ἐκκλησία μπορεῖ μία πόρνη νά γίνει καλόγρια σ’ ἐμᾶς, δηλαδή, καί μάλιστα κι εὐπρόσδεκτη κιόλας».
 

Ἄλλωστε, καί αὐτή ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἠθική, ἀλλά πραγματική, πού συνετέλεσε στήν διαφθορά ὅλου τοῦ ἀνθρώπου, ἐπηρέασε ἀκόμη καί τήν κτίση. Ἡ πτώση ἐκφράζεται ὡς σκοτασμός τοῦ νοῦ, ὡς στέρηση «τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ΄, 23).
 

Πολλοί ἐννοοῦν τήν πτώση σήμερα ὡς ἠθική πτώση, ἐνῶ ὅταν μιλάη ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος γιά πτώση δέν ἐννοεῖ ἠθική πτώση, διότι δέν ἔχει ἠθική ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος.

Ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος εἶναι ἀσκητής. Διδάσκει ἀσκητική κι ὄχι ἠθική καί σκέφτεται ἀσκητικά καί ὄχι ἠθικά. Ἐννοεῖ ὅτι ἔχουν γίνει τώρα Ἐπίσκοποι ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν νοερά προσευχή. Αὐτό ἐννοεῖ. 


Γι’ αὐτό εἶναι σάν τούς παλαιοτέρους λαϊκούς, πού δέν εἶχαν ἀκόμα νοερά προσευχή, πού ἦσαν νεοφώτιστοι, ἀλλά ὄχι φωτισμένοι ἀκόμα».

Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος ὁμιλεῖ γιά θέωση καί ὄχι γιά μιά ἠθική.

«Ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, λέει, γιά νά γίνη κανείς Δεσπότης, ἔπρεπε τήν θεολογία νά τήν κάνη βίωμα. Τώρα τό διαβάζουμε αὐτό καί νομίζουμε ὅτι θέλει νά πῆ ὅτι κάνοντας βίωμα τήν θεολογία, σημαίνει ὅτι γινόμαστε καλά παιδιά. Ὅσοι τά βλέπουν σήμερα αὐτά ταυτίζουν τό βίωμα τῆς θεολογίας μέ τήν ἠθική. Ναί, ἀλλά τό βίωμα δέν εἶναι ἠθική. Τό βίωμα τῆς θεολογίας εἶναι ἡ νοερά προσευχή καί ἡ θέωση, ὄχι ἡ ἠθική». 


«Ἐπίσης, ὅταν κάνη λόγο ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος γιά τό ὅτι οἱ Κληρικοί ἔχουν ἐκπέσει, δέν ἐννοεῖ ἁπλῶς τά ἠθικά παραπτώματα, ἀλλά ὅτι ἔχασαν αἰσθητῶς τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δέν ἐννοεῖ ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος ὅτι οἱ παπάδες καί οἱ δεσποτάδες ἔχουν γίνει ἀνήθικοι, παλιάνθρωποι μουντζουρωμένοι κ.ο.κ.»

Ἔτσι, ἡ ἠθική δέν χωρίζεται ἀπό τό δόγμα τῆς Ἐκκλησίας καί εἶναι καθαρά ἀσκητική. Γι’ αὐτό διαφέρει σαφέστατα ἡ χριστιανική ἠθική, ὅπως ἐπικράτησε στήν Δύση, ἀπό τήν ἀσκητική.


«Κανένας ἀπό τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας δέν ἦταν φιλόσοφος καί ὁ τρόπος τῆς θεολογίας τους ἦταν καθαρά ἀντιορθολογικός, δηλαδή νοερά προσευχή κλπ. Ἡ ἄσκηση δέν ἦταν ἠθική.»
 

Ὑπάρχει διαφορά μεγάλη μεταξύ ἠθικῆς καί ἀσκητικῆς. Δέν εἶναι τό ἴδιο πράγμα. Διότι ἡ ἄσκηση εἶναι θεραπευτική, ἐνῶ ἡ ἠθική δέν βοηθᾶ σέ τίποτα. Ἡ ἠθική ὁδηγεῖ στήν κόλαση στό τέλος - τέλος. Δέν ἐννοῶ, νά εἶναι κανείς ἀνήθικος, ὄχι ὑπό αὐτή τήν ἔννοια.

Ἡ ὀρθόδοξη ἠθική εἶναι ἀσκητική, ἀλλά δέν ἔχει τά θεμέλια τῆς φιλοσοφίας. Δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τήν φιλοσοφική ἠθική. Οὔτε μέ τήν θρησκευτική ἠθική τῶν δυτικῶν Χριστιανῶν, σχολαστικῶν, προτεσταντῶν κλπ. Καμμιά σχέση μέ αὐτό τό φαινόμενο.

«Στήν Ὀρθοδοξία, ὁ χειρότερος ἄνθρωπος μπορεῖ νά καθαρισθῆ καί νά φθάση στήν φώτιση».
                                                                                 

Πηγή: Εμπειρική δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη † (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου) Επεξεργασία κειμένου: Δημήτρης Ρόδης για pneumatoskoinwnia.blogspot.gr

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2018

Η γέννηση του Ιησού, είναι η Γέννηση του ΧριστούΑπό Dogma

ιησού

Τι σημαίνει ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός;

Η σωτηρία του ανθρώπου δεν ήταν θέμα διδασκαλίας και καθοδήγησης.
Εάν ήταν τέτοιο ζήτημα, ο Θεός θα μπορούσε να διδάξει με διάφορους τρόπους τον άνθρωπο και να τον οδηγήσει στην σωτηρία.
Το θέμα όμως αυτό ήταν οντολογικό, πολύ πιο βαθύ από μία απλή τήρηση κάποιων εντολών. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να νικήσει τον θάνατο και την φθορά. Ακόμα και ως δίκαιος -μετα θάνατον- κατέληγε στον Άδη. Ο Θεός λοιπόν για να σώσει τον άνθρωπο γίνεται Άνθρωπος. Η Ζωή γίνεται ένας θνητός για να νικήσει δια του θανάτου τον Θάνατο. Η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού είναι σημαντική όχι με τον τρόπο που έγινε αλλά για το ότι έγινε. Πολλές φορές μένουμε σε μία συναισθηματική προσέγγιση της Γέννησης του Θεανθρώπου ξεχνώντας τον Γεγονός. Μένουμε στη φάτνη, στο κρύο, στη νύχτα (βεβαίως και αυτά δείχνουν την ταπείνωση και την απλότητα του Θεού) και όχι στην πραγμάτωση της Σωτηρίας του Ανθρώπου δια της Ενανθρωπήσεως. Είναι συνηθισμένο το φαινόμενο να εορτάζουμε Χριστούγεννα ρομαντικά και όχι εκκλησιαστικά. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το πρόβλημα, διότι ουσιαστικά καταλήγουμε να χαιρόμαστε χωρίς τον Λόγο της εορτής. Μένουμε στα πέριξ και όχι στην ουσία των Θείων γεγονότων.
Διαβάζοντας τα σχετικά κείμενα στην Καινή Διαθήκη, βλέπουμε ότι οι Ευαγγελιστές δεν μένουνε στις λεπτομέρειες, στο πώς δηλαδή γεννήθηκε ο Ιησούς, διότι δεν είναι το μείζον αυτό. Το μείζον είναι ότι γεννήθηκε.
Το μείζον είναι ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός και πλέον δια του Ιησού Χριστού η ανθρώπινη φύση θεώνεται.
Η Γέννηση του Ιησού Χριστού είναι το γεγονός αυτό που αλλάζει πλέον την ιστορία της ανθρωπότητας, όχι επειδή απλά την χωρίζει σε π.Χ. και μ. Χ. αλλά διότι πλέον η ανθρώπινη φύση μπορεί να γίνει κοινωνός Θείας φύσεως δια Ιησού Χριστού εν Πνεύματι Αγίω.
Το σημαντικό είναι νομίζω, αυτές τις ημέρες να εμβαθύνουμε σ’αυτό το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Σωτήρος Χριστού βλέποντας την Γέννησή Του ως το γεγονός της προσωπικής μας σωτηρίας, της προσωπικής μας δυνατότητας όχι απλά να μπούμε στον αισθητό παράδεισο των πρωτοπλάστων αλλά να εισέλθουμε σε κάτι απείρος ανώτερο, στην Βασιλεία του Θεού Πατρός.
Ο Θεός σώζει τον άνθρωπος από αγάπη και όχι από ανάγκη. Ο Θεός μπαίνει σ’αυτήν την διαδικασία της σωτηρίας του ανθρώπου ό,τι κι αν Του «στοιχίσει». Αυτός είναι ο Θεός μας. Πατέρας.
Η αγάπη του Θεού κινεί την Θεία Οικονομία και ο Θεός σώζει τον άνθρωπο.
αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Πως ο Χριστός με τη Γέννηση του αναγεννά την ανθρώπινη φύση μας;


Συνέντευξη του Μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης κ. Παύλου,
στο περιοδικό ΠΥΛΗ του Ινστιτούτου Περιφερειακής Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας,
με αφορμή την εορτή των Χριστουγέννων.
Κατ’ αρχήν σας ευχαριστώ θερμά που μου δίνετε την δυνατότητα να επικοινωνήσω με τους εκλεκτούς αναγνώστες σας και μάλιστα καθ’οδόν και εν πορεία προς την Μητρόπολη των εορτών, τα Χριστούγεννα.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι τα γεγονότα της ζωής του Χριστού είναι γεγονότα της προσωπικής μας ζωής και ιστορίας. Μας αφορούν άμεσα και προσωπικά. Έρχονται να απαντήσουν στα πιο καίρια υπαρξιακά μας ερωτήματα και να θεραπεύσουν τις πληγές μας. Ακόμη έρχονται να ερμηνεύσουν τα γεγονότα του σήμερα.
Η πτώση του ανθρώπου δέν ήταν μια ηθική παράβαση, αλλά ένας οντολογικός ακρωτηριασμός της ανθρωπίνης φύσεως. Ο πειρασμός του πρώτου ανθρώπου ήταν εάν θα θεωθεί δια της κοινωνίας του με το Θεό η αυτονομημένος από τον Θεό. Μιλάμε για το προπατορικό αμάρτημα λησμονώντας όμως το ουσιαστικό περιεχόμενο της λέξεως αμαρτία.
Το ρήμα αμαρτάνω σημαίνει αποτυχαίνω, κάνω λάθος. Αμαρτία λοιπόν σημαίνει αποτυχία. Ποιά λοιπόν είναι η αμαρτία, δηλαδή η αποτυχία, του πρώτου ανθρώπου;
Ο Αδάμ επεχείρησε να γίνει Θεός, χωρίς τον Θεό, αλλά απέτυχε. Αντί να θεωθεί υπέταξε την ζωή του στην φθορά, στον πόνο και τελικά στον θάνατο. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο Θεός δεν δημιούργησε τίποτα από αυτά. Η φθορά, ο πόνος και ο θάνατος ήταν ανύπαρκτα στην κατάσταση της αρχέγονης δικαιοσύνης, δηλαδή στην ζωή προ της πτώσεως.
Η πτώση λοιπόν οδήγησε στην έκπτωση από την κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό και στην οντολογική διαφθορά της ανθρωπίνης φύσεως. Ο άνθρωπος επεχείρησε πολλές φορές μέσα στην ιστορία να υπερβεί την θνητότητα του, αλλά ματαίως. Αυτή η ματαιότητα της αυτοσωτηρίας συνειδητοποιείται σε δύο εκφραστικά κείμενα της αρχαιοελληνικής παραδόσεως μας.
Στο ποίημα του Διγενή Ακρίτα. Ο Διγενής είναι ο δυνατός άνθρωπος που νικά όποιον επιχειρεί να παλέψει μαζί του. Έρχεται όμως η στιγμή που θα παλέψει με τον χάρο στα μαρμαρένια αλώνια. Εκεί για πρώτη φορά ο Διγενής θα νικηθεί. Εκεί για μια ακόμη φορά ο θάνατος θα νικήσει. Το δεύτερο κείμενο είναι η Τραγωδία του Αισχύλου «ο Προμηθέας Δεσμώτης».
Καταδικασμένος ο Προμηθέας να είναι δεμένος στον Καύκασο γιατί επεχείρησε να κλέψει το ιερόν πυρ από τους Θεούς και καθώς ένα όρνεο κατά καιρούς του κατατρώγει το συκώτι μάταια αγωνίζεται να ελευθερωθεί.
Ο Ερμής που περνάει από εκεί και βλέπει το μαρτύριο του του λέγει: «Ποτέ δεν θα πάρουν τέλος τα δεινά σου εκτός αν ο Θεός σε λυπηθεί και στείλει κάποιον δικό του να σε σώσει». Αυτή η συνείδητοποίηση της αδυναμίας για αυτοσωτηρία ορίζει το «πλήρωμα του χρόνου», τον κατάλληλο καιρό κατά τον οποίο ο Θεός στέλνει κάποιο δικό Του.
Ο Υιός και Λόγος του Θεού γίνεται άνθρωπος, προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση μας για να την θεραπεύσει. Τα Χριστούγεννα, στα άχραντα σπλάχνα της Θεοτόκου, η ανθρώπινη φύση μας μπολιάζεται με το θεϊκό μπόλι.
Ο Χριστός είναι ο Σωτήρας όχι με κάτι που κάνει, αλλά με αυτό που Είναι. Στο πρόσωπο του ενώνεται ασύγχυτα και αδιαίρετα ο Θεός με τον άνθρωπο. Η ένωση είναι ασύγχυτη.
Το κάθε πρόσωπο διατηρεί την ετερότητα του. Αυτό σημαίνει το σεβασμό της ανθρώπινης ελευθερίας, αλλά και α-διαίρετη. Όσο η ανθρώπινη φύση μας κοινωνεί με το Θεό εις το Πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ο θάνατος έχει νικηθεί και ο άνθρωπος εν Χριστώ και δια του Χριστού υπερβαίνει την θνητότητα.
Η οντολογική καταστροφή έχει πλέον θεραπευθεί. Με αυτό τον τρόπο η Γέννηση του Χριστού σηματοδοτεί την θεραπεία και αναγέννηση της ανθρωπίνης φύσεως.
Στήν Αγία Γραφή οι προφήτες μιλούν για την Γέννηση του Χριστού. Αυτό δεν είναι ένα μόνιμο θαύμα;
Πολύ σωστά το επισημαίνετε με την ερώτηση σας. Ο Χριστός είναι το μοναδικό πρόσωπο μέσα στην ιστορία του Οποίου όχι μόνο η Γέννηση, αλλά ολόκληρη η ζωή, ο σταυρικός Του θάνατος και η Ανάσταση Του προφητεύθηκαν αιώνες ολόκληρους πριν από την εμφάνιση Του στη γη.
Οι προφητείες μάλιστα αναφέρονται και σε λεπτομέρειες της ζωής Του. Ο προφήτης Ησαίας 800 χρόνια πριν, ομιλεί με πολύ καθαρό τρόπο δια την εκ της Παρθένου Μαρίας Γέννηση Του σαν να την βλέπει μπροστά του «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ ο εστί μεθερμηνευόμενον, μεθ’ημών ο Θεός».
Δεν αναφέρεται απλώς σε μία εκ Παρθένου Γέννηση ενός βρέφους, αλλά προσδιορίζει με απόλυτη ακρίβεια την ταυτότητα του. Είναι ο Εμμανουήλ, ο Θεός που είναι πλέον μαζί μας. Οι προφητείες είναι ο μεγάλος ογκόλιθος της ιστορικής παρουσίας του Θεού μέσα στον κόσμο.
Βλέπετε άλλωστε πόσο έντονο είναι το ενδιαφέρον να ερμηνεύσουμε το παρόν και το μέλλον δια του μοναδικού προφητικού βιβλίου της Καινής Διαθήκης, την « Αποκάλυψη του Ευαγγελιστού Ιωάννου.
Ποιά είναι η πνευματική αναγεννητική εμπειρία τής Γέννησης του Χριστού;
Η σάρκωση του Θεού νοηματίζει τη ζωή του ανθρώπου. Έξω από τόν Χριστό η ζωή δεν έχει νόημα γιατί τέλος της είναι ο θάνατος. Η διάρκεια των χρόνων της ζωής του ανθρώπου δεν έχει νόημα, αφού το τέλος θα είναι ο θάνατος και η ώρα του είναι αβέβαιη.
Χωρίς την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης από το Θεό, την κάθε μέρα το α-σκοπο θα συναγωνίζεται το παρά-λογο, αλλά τον αγώνα θα τον κερδίζει πάντα το τραγικό. Η σάρκωση του Θεού αφαιρεί την αλογία από τον άνθρωπο. Τα Χριστούγεννα «ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν.
Η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» θα μας πει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Κάθε φορά που τελούμε τη Θεία Λειτουργία βιώνουμε τα Χριστούγεννα, καθώς σε κάθε Λειτουργία προσφέρουμε τη ζωή μας στο Θεό μέσα από τα είδη του άρτου και του οίνου για να γίνουν δια του Αγίου Πνεύματος Σώμα και Αίμα Χριστού, ζωή του Χριστού η οποία προσφέρεται προς κοινωνία στον άνθρωπο.
Στο ερώτημα λοιπόν πως η Γέννηση του Χριστού θα γίνει εμπειρία της ζωής του καθενός μας η απάντηση είναι μία. Με την ένταξη μας την οργανική στη ζωή του Χριστού μέσα από τη λατρεία της Εκκλησίας. Στο Μυστήριο της Θείας ευχαριστίας ο Χριστός ανακλίνεται στήν καρδία μας σαν σε φάτνη.
Η προσπάθεια η δική μας είναι να ευπρεπίζουμε διαρκώς την φάτνη-καρδία μας με την άσκηση, τη νήψη, την εγρήγορση την πνευματική. Με αυτές τις προϋποθέσεις ο άνθρωπος αναγεννάται οντολογικά και φανερώνει στην καθημερινότητα του την ζωή του Χριστού. Αυτή την αλήθεια την φανερώνουν όλοι οι Άγιοι.
Όσοι γνωρίσαμε στην σύγχρονη εποχή μορφές όπως ο π. Παίσιος, ο π. Πορφύριος, ο π. Ιάκωβος, ο π. Σωφρόνιος, ο Παπά-Εφραίμ και τόσοι άλλοι νοιώθουμε πόσο αληθινό είναι αυτό.
Η παρουσία τους και το πέρασμα τους από τον κόσμο δείχνει στον καθένα τον τρόπο που εσωτερικεύει την Γέννηση του Χριστού, την καθιστά γεγονός της δικής του ζωής και αναγεννάται όχι συμβολικά, αλλά ουσιαστικά.
Πως η Γέννηση του Χριστού απαντά στα ερωτήματα: Ποιός είμαι; από που έρχομαι; Που πάω;
Τα Χριστούγεννα ο Θεός γίνεται άνθρωπος. Στο ερώτημα: γιατί ο Θεός γίνεται άνθρωπος; όλη η πατερική θεολογία απαντά: Για να κάνει τον άνθρωπο Θεό.
Η σάρκωση του Θεού φανερώνει την μεγαλωσύνη και την μοναδικότητα του ανθρώπου. Πόσο αξίζει ένας άνθρωπος; Τόσο, ώστε ο Θεός γίνεται άνθρωπος για χάρη του. Η Γέννηση του Χριστού είναι το μέτρο της ανθρώπινης αξίας.
Εάν αφαιρέσουμε αυτό το μέτρο τότε ο άνθρωπος παραμένει ένα αντικείμενο. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι όσοι στο διάβα της είχαν στόχο τον Θεό, στην πραγματικότητα είχαν στόχο τον άνθρωπο. Η πίστη στο Χριστό πολεμήθηκε για να κρημνίσει την αξία του ανθρώπου.
Βλέπουμε στις μέρες τον ευτελισμό και την υποτίμηση του ανθρώπινου προσώπου. Οι απρόσωπες δυνάμεις της οικονομίας, της παραγωγής και της κατανάλωσης αχρήστευσαν τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος λογαριάζεται σαν καταναλωτική μονάδα, σαν ένα γρανάζι σε μια μηχανή. Βλέπετε ότι ούτε η παιδεία μας υπολήπτεται τον άνθρωπο.
Στοχεύει στο μυαλό του η στα χέρια του αλλά όχι στην προσωπικότητα του και γι’αυτό τα παιδιά μας απορρίπτουν αυτή την παιδεία. Σκεπτόμαστε να την συνδέσουμε με την παραγωγή την στιγμή που την έχουμε αποσυνδέσει από την αγωγή.
Ενθυμούμαι, πριν πολλά χρόνια, είχα προσκληθεί στο Πολυτεχνείο της Ξάνθης από τους φοιτητές για να κάνω μία ομιλία.
Στα πλαίσια αυτής της επίσκεψης είχα μία συνάντηση στην έδρα της αστροφυσικής με μια ομάδα τότε βοηθών που σήμερα διαπρέπουν ως καθηγηταί και τιμούν την επιστήμη και τη χώρα μας εντός και εκτός Ελλάδος.
Οι εκκολαπτόμενοι –τότε- επιστήμονες μου έθεσαν, μεταξύ των άλλων, το ερώτημα: «Τι νόημα έχει η επιστήμη μας; Για μας, για την επιστήμη μας, μου είπαν, ο άνθρωπος είναι πρωτόνια, νετρόνια, ηλεκτρόνια. Αλλά πρωτόνια, νετρόνια, ηλεκτρόνια είναι και τα ζώα.
Γιατί λοιπόν να υπολογίσουμε τον άνθρωπο. Μόνο στη σκέψη ότι ο άνθρωπος είναι σφραγισμένος με την σφραγίδα του Θεού αντιλαμβανόμεθα την ευθύνη μας για να μην χρησιμοποιήσουμε την επιστήμη μας εναντίον του άνθρωπου».
Ο Θεάνθρωπος αποκαλύπτει ποιός είναι ο άνθρωπος. Φανερώνει ότι η αρχή του ανθρώπου είναι η αγάπη του Θεού και η πορεία του ανθρώπου δεν είναι προς το μηδέν και το πουθενά αλλά προς την θέωση του ανθρώπου και την μετοχή του στη βασιλεία του Θεού.
Ο Θεός μπαίνει μέσα στο χρόνο μας σαν ένα βρέφος για να μας φανερώσει την μεγαλωσύνη του κάθε παιδιού. Αυτήν που τόσο εύκολα ξεχνάμε, αυτήν που τόσο εγκληματικά καταστρέφουμε μέσα από την διαδικασία της εκτρώσεως.
Η φανέρωση του ίδιου του Θεού στο πρόσωπο του Μεσσία ενώνει τήν γη με τόν ουρανό; Το σκοτάδι με το φως;
Η φανέρωση του Θεού στο πρόσωπο του Μεσσία όντως ενώνει την γη με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το Θεό, αλλά όχι το σκοτάδι με το φως. Το φως της Θεογνωσίας διαλύει το σκοτάδι, φωτίζει και νοηματίζει τη ζωή του ανθρώπου.
Στο πρόσωπο του Χριστού κοινωνεί το κτιστό με το άκτιστο, το θνητό με το αθάνατο. Το κτιστό, η κτιστή και υποταγμένη στη φθορά ανθρώπινη φύση μας κοινωνώντας με τον άκτιστο Θεό υπερβαίνει την κτιστότητα και την θνητότητα της και αχρηστεύει τον έσχατο δυνάστη της ανθρώπινης φύσης που είναι ο θάνατος.
Ο ουρανός στήνει την σκηνή του στη γη και ανανεώνει τη ζωή της. Η σκηνή του Θεού μέσα στον κόσμο είναι η Εκκλησία Του. Ο Χριστός είναι πλέον το φως το αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο και του αποκαλύπτει το νόημα της ζωής του και την κλήση την οποία έλαβε, την κλήση της θεώσεως του.
Με το Μυστήριο του Αγίου Βαπτίσματος ο άνθρωπος μπολιάζεται στο Σώμα του Χριστού και γίνεται κοινωνός της ζωής του. Με το μπόλιασμα αυτό ο άνθρωπος γίνεται πιο δυνατός και από τον θάνατο και από τον διάβολο. Καλείται, μέσα στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, να αλληλοπεριχωρηθεί με τους άλλους αδελφούς και να συγκροτήσουν την κοινωνία των προσώπων ως μία αγαπητική κοινωνία κατά το πρότυπο της Τριαδικής.
Την εποχή που ο Σάρτρ έλεγε: «οι άλλοι είναι η κόλαση μου!» ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ όποιον συναντούσε στο δρόμο του τον προσφωνούσε με τα λόγια: «Χριστός ανέστη! χαρά μου!».
Βλέπετε, για τον ένα, ο άλλος είναι η κόλαση του! για τον άγιο Σεραφείμ, ο άλλος είναι η χαρά του! και για σύνολη την ασκητική παράδοση: «είδες τον αδελφό σου, είδες τον Θεόν σου». Μια καίρια και απόλυτη διάκριση ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως.
Πείτε μας τέλος πώς ένας Χριστιανός μπορεί να ζήσει βιωματικά τήν Γέννηση του Χριστού και όχι εθιμοτυπικά;
Το ερώτημα σας μου θυμίζει μια παλαιότερη εκπομπή μου σε ραδιόφωνο της ιδιαίτερης πατρίδας μου. Ήμουν καλεσμένος από μία δημοσιογράφο για άσχετο θέμα. Ξεκινώντας την εκπομπή, ήταν η εβδομάδα η μετά τα Θεοφάνεια, μου είπε: «Πριν ξεκινήσουμε την εκπομπή μας θέλω να σας θέσω ένα προσωπικό μου ερώτημα.
Χθες το απόγευμα είχαν έλθει στο σπίτι μου μερικές φίλες για να πιούμε καφέ. Συνειδητοποιήσαμε όλες ότι οι γιορτές είχαν περάσει και εμείς δεν είχαμε καταλάβει σχεδόν τίποτα. Κάναμε ένα απολογισμό και διαπιστώσαμε ότι και οικονομικά και ψυχολογικά και πνευματικά είμασταν χαμένες και μάλιστα νοιώθαμε μια κατάθλιψη να μας βαραίνει. Πείτε μου κάτι γι’ αυτό!».
Την ερώτησα πως πέρασε τα Χριστούγεννα και μου είπε ότι την παραμονή το βράδυ μαζί με κάποιες φιλικές οικογένειες είχαν πάει σε κάποιο κέντρο και γύρισαν σχεδόν ξημερώματα. Την ρώτησα εάν είχαν πάει στην Εκκλησία και μου απάντησε αρνητικά. Της ζήτησα να σκεφθεί τι σχέση είχαν όλα αυτά με τα Χριστούγεννα.
Σε ποιούς χώρους από αυτούς που πήγε, συνάντησε τον Χριστό. Γιατί θεωρεί ότι γιόρτασε Χριστούγεννα. Της εξήγησα ότι οι εορτές έχουν από μόνες τους μια προσδοκία χαράς και όταν οι γιορτές περνάνε και τη χαρά αυτή δεν την ζούμε, γιατί τις εορτάζουμε με λάθος τρόπο, τότε μετά τις εορτές η κατάθλιψη μας γίνεται μεγαλύτερη γι’αυτό αυτοί που μετά τις εορτές έχουν την μεγαλύτερη πελατεία είναι οι ψυχίατροι.
Ξεκίνησα στο ερώτημα σας από ένα περιστατικό αρνητικό για να καταλήξω στη θέση: Τα Χριστούγεννα είναι μια εορτή τής Εκκλησίας και δέν μπορούμε να τη ζήσουμε παρά μόνο στην Εκκλησία.
Έξω από τήν Εκκλησία τα Χριστούγεννα δέν λένε τίποτα στον άνθρωπο. Τα Χριστούγεννα είναι το συγκλονιστικότερο γεγονός της ιστορίας. Η ιστορία τέμνεται στα δύο στην προς και μετά Χριστόν εποχή.
Ζω μετά Χριστόν σημαίνει ότι ζω μαζί με το Χριστό. Τα μεγάλα γεγονότα η τα καταλαβαίνουμε και επηρεάζουν τη ζωή μας η δεν τα καταλαβαίνουμε και μας ξεπερνάνε και μένουμε στην πνευματική μας φτώχεια. Ζω βιωματικά τα Χριστούγεννα σημαίνει ότι τα ζω μέσα στην Εκκλησία.
Προετοιμάζομαι με τη νηστεία, ψηλαφώ με το δικό τους φως τον κόσμο σήμερα, εκκλησιάζομαι και μάλιστα την ημέρα των Χριστουγέννων, αφήνω την καρδιά μου να γλυκαθεί από τους γλυκύτατους και θεολογικότατους ύμνους των Χριστουγέννων, μετατρέπω την καρδιά μου σε φάτνη όπου δια της Θείας κοινωνίας ανακλίνεται ο αχώρητος Θεός και έτσι επιστρέφω στο σπίτι για να ζήσω τα έθιμα όχι σαν ξεκάρφωτες συνήθειες, αλλά σαν συνέχεια της ουσιαστικής βιώσεως των Χριστουγέννων.
Τα Χριστούγεννα δεν σημαίνουν κατανάλωση, αλλά σοβαρότητα και προβληματισμό. Τα Χριστούγεννα για μια ακόμη φορά στέλνουν το μήνυμα σ’ένα κόσμο που παραπαίει.
Η σωτηρία του κόσμου και του ανθρώπου είναι έργο της αγάπης του Θεού και όχι των δικών μας ικανοτήτων. Η κένωση-ταπείνωση του Θεού είναι η μοναδική οδός για το σύγχρονο άνθρωπο για να βρει τον χαμένο εαυτό του και να συναντήσει αγαπητικά τον συνάνθρωπο του.

Η τεχνη δοξαζει τη Γεννηση του Ιησου Χριστου H Γέννηση του Ιησού Χριστού μέσα από μεγάλα έργα τέχνης


«Xριστός γεννάται, δοξάσατε / Xριστός εξ ουρανών, απαντήσατε / Xριστός επί γης υψώθητε»


Nativity. Birth of Jesus, Giotto, c.1304 – c.1306
The Birth of Jesus, Cornelis de Vos, 1618
Birth of Jesus, Martin Schongauer, 1470
Adoration of the Magi, Nicolas Poussin, 1633
The Adoration of the Magi, Sandro Botticelli, 1475 – 1476
Adoration of the Magi, Francois Boucher, 1755 – 1760
The Adoration of the Magi, Hieronymus Bosch, 1510
The Adoration of the Magi, Albrecht Durer, 1504
Adoration of the Magi, Fra Angelico, 1423 – 1424
Adoration of the Magi, Peter Paul Rubens, 1618 – 1619
The Adoration of the Magi, Leonardo da Vinci, 1480; Italy *
Adoration of the Kings, Diego Velazquez, 1619
Adoration of the Magi, Paolo Veronese, c.1570
Adoration of the Magi, Pietro Lorenzetti, 1340
Adoration of the Magi, Hans Baldung, c.1510