Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2018

Τι ήταν το άστρο της Βηθλεέμ που οδηγούσε τους τρεις μάγους;



Έχουμε όλοι μας ακούσει και διαβάσει ότι την ημέρα της Γεννήσεως του Κυρίου μας παρουσιάστηκε στον ουρανό ένα αστέρι το οποίο βοήθησε και οδήγησε τους μάγους, τους αστρονόμους, δηλαδή της εποχής εκείνης και όχι μάγους με την ιδιότητα που εννοούμε σήμερα, να βρουν το σπήλαιο που γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός εκ Παρθένου Μαρίας.
Αυτό το αστέρι προβλημάτισε πάρα πολλούς επιστήμονες για το τι ακριβώς ήταν. Η Αγία Γραφή ξεκάθαρα μας λέει ότι ήταν ένα αστέρι το όποιο έφεγγε με μία λάμψη πάρα πολύ ισχυρή και έδειχνε το σημείο που βρισκόταν το θείο Βρέφος.
Κάποιοι αστρονόμοι ισχυρίζονται ότι το αστέρι αυτό ήταν μια σύνοδος Πλανητών, λέγοντας ότι τα χρόνια που γεννήθηκε ο Χριστός έγινε μια σύνοδος Πλανητών, ένα πολύ σπάνιο φαινόμενο.
Άλλοι πάλι λένε ότι το αστέρι αυτό ήταν πλανήτης στον οποίο ο Θεός έδωσε δύναμη και εξουσία ώστε να φωτίζει το θείο Βρέφος.
Τί απ” όλα άραγε να ήταν; Να ήταν αυτό το αστέρι που του έδωσε ο Θεός κάποια λάμψη; Να ήταν σύνοδος των Πλανητών; Αλλά αν εξετάσουμε επιστημονικά το φαινόμενο θα διαπιστώσουμε ότι η σύνοδος αυτή των Πλανητών έγινε 2-3 χρόνια πριν τη γέννηση του Χριστού. Για τους επιστήμονές λοιπόν, η σύνοδος των Πλανητών συμβόλισε κάτι μεγάλο που θα συνέβαινε στην ανθρωπότητα. Ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα προμήνυμα της Γέννησης του Ιησού Χριστού.
Σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο δεν ήταν αστέρι, αλλά κάποια αόρατη δύναμη που έλαβε μορφή άστρου.
Το άστρο αυτό το είδαν οι μάγοι της Ανατολής πριν από πολύ καιρό πάνω από την πατρίδα τους. Και αυτό είναι πολύ λογικό, γιατί θα τους χρειαζόταν πολύς χρόνος για το ταξίδι τους μέχρι να φτάσουν εγκαίρως στο νεογέννητο θείο Βρέφος. Διότι το αστέρι παρουσιάστηκε στην Ανατολή καθώς λέει η Γραφή «Μάγοι εξ ανατολών», ενώ ο Χριστός γεννήθηκε στην Παλαιστίνη, οπότε για να προλάβουν να τον δουν ως νήπιο στα σπάργανα θα χρειαζόταν πολύς χρόνος για την οδοιπορία τους, γι” αυτό και εμφανίστηκε ο αστέρας αυτός νωρίτερα.
Το παράξενο λοιπόν εκείνο αστέρι ήταν που προκάλεσε τεράστια εντύπωση στους μάγους. Έλαμπε πάρα πολύ και δεν φάνηκε στον ουρανό τη νύχτα, αλλά το μεσημέρι, όταν ο ήλιος ήταν ολόλαμπρος. Όπως γνωρίζουμε τα αστέρια την ημέρα, μπροστά στη λάμψη του ηλίου χάνονται. Αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβεί με κανένα άλλο αστέρι, ούτε καν και με την ίδια τη σελήνη που, αν και είναι μεγαλύτερη απ” όλα,κρύβεται και εξαφανίζεται αμέσως μόλις βγουν οι ακτίνες του ηλίου. Εκείνο το αστέρι όμως νίκησε με την υπερβολική λαμπρότητά του τις ακτίνες του ηλίου και αποδείχθηκε φωτεινότερο και από αυτές.
Αλλά και η πορεία που ακολουθούσε το αστέρι ήταν κάτι εντελώς παράδοξο. «Όπως γνωρίζουμε όλα τα αστέρια, ακόμη και ο ήλιος και η Σελήνη, ακολουθούν συγκεκριμένη πορεία, από την ανατολή προς τη Δύση. Δεν υπάρχει αστέρι που να ακολουθεί διαφορετική τροχιά. Αυτό το αστέρι όμως, πήγαινε από το Βορρά προς το Νότο. Ακολουθούσε την πορεία από την Περσία, που βρίσκεται στο Βορρά προς τη Βηθλεέμ που βρίσκεται Νότια, πράγμα αδύνατον για τα επιστημονικά δεδομένα.
Ένα ακόμα παράδοξο με αυτό το αστέρι είναι ότι ενώ τους οδηγούσε μέχρι την Παλαιστίνη, όταν έφτασαν στα Ιεροσόλυμα κρύφτηκε. Έπειτα φανερώθηκε πάλι όταν επρόκειτο ν” αναχωρήσουν, αφού ανακοίνωσαν στον Ηρώδη την αιτία της αφίξεώς τους.
Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για κίνηση άστρου, αλλά για κίνηση κάποιας πολύ λογικής δύναμης, αφού δεν είχε κάποια μόνιμη πορεία, αλλά κινείτο όταν έπρεπε να κινείται, σταματούσε όταν έπρεπε να σταματά και ρύθμιζε τα πάντα όπως έπρεπε.
Ένα άλλο στοιχείο που προκαλεί εντύπωση είναι ο τρόπος με τον οποίο τους οδηγούσε, καθώς δεν τους οδηγούσε από τον ουρανό, αφού είναι αδύνατο να κατατοπίζονταν με αυτόν τον τρόπο. Αλλά κατέβαινε χαμηλά και τους οδηγούσε. Είναι κατανοητό σε όλους ότι δεν είναι δυνατόν ένα αστέρι να κάνει γνωστό ένα τόπο τόσο μικρό όσο μία καλύβη ή μάλλον καλύτερα το σώμα ενός νηπίου. Και αυτό γιατί το αστέρι βρισκόμενο σε μεγάλο ύψος είναι αδύνατο να επισημάνει και να κάνει γνωστό ένα τόσο μικρό τόπο. Αυτό είναι δυνατό να το αντιληφθεί κανείς από τη Σελήνη η οποία, αν και είναι μεγαλύτερη από όλα τα αστέρια, δίνει την εντύπωση σε όλους τους κατοίκους της γης, ότι βρίσκεται κοντά τους, ανεξάρτητα από το σημείο της γης στο οποίο βρίσκεται ο καθένας. “Άρα λοιπόν, πώς θα έδειχνε ένα αστέρι ένα τόπο τόσο μικρό όσο είναι η φάτνη, αν δεν άφηνε το ύψος εκείνο και δεν κατέβαινε χαμηλά, πάνω από το κεφάλι του παιδιού;
Γιατί όμως, το αστέρι να δείχνει το παιδί; Για τον απλούστατο λόγο, για να γίνει ορατός ο Βασιλιάς. Γιατί δεν υπήρχε κανένα άλλο σημείο που να δείχνει ότι το τεχθέν παιδίο είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, ούτε το σπίτι ήταν μεγαλοπρεπές, ούτε η Μητέρα λαμπρά και επίσημη… Μέσα σ” ένα στάβλο, «ενδεδυμένος πτωχείαν» γεννήθηκε ο Σωτήρας Χριστός μας.
Από όλα αυτά συμπεραίνουμε, όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ότι το αστέρι αυτό ήταν άγγελος Κυρίου. Να λοιπόν τι ήταν το αστέρι που παρουσιάστηκε στη Βηθλεέμ: Άγγελος Κυρίου.
Γεννάται όμως μια απορία. Γιατί να παρουσιαστεί ως αστέρι και δεν παρουσιάστηκε ως Άγγελος που ήταν στην πραγματικότητα; Και ο λόγος είναι γιατί οι μάγοι ήταν ειδωλολάτρες και δεν πίστευαν στο Θεό και στις προφητείες. Οπότε αν παρουσιαζόταν κάποιος άγγελος δεν θα τον πίστευαν. Ό Θεός τους έδωσε σημείο που μπορούσαν να πιστέψουν. Αυτοί πίστευαν στα άστρα και γι” αυτό ο Θεός χρησιμοποίησε αυτό τον τρόπο για να τους φέρει κοντά Του. Γιατί όμως το αστέρι καθοδήγησε τους άπιστους μάγους στο Θείο Βρέφος; Για να καυτηριάσει την αναισθησία των Ιουδαίων. Επειδή δηλαδή, αν και άκουγαν συνεχώς τους προφήτες να μιλούν για την ενανθρώπιση του Χριστού, δεν έδιναν την απαιτούμενη σημασία, γι” αυτό και κάλεσε τους βάρβαρους από τη μακρινή Ανατολή ν” αναζητούν πρώτοι το Σωτήρα που βρισκόταν κοντά τους και ν” ακούσουν από περσική φωνή εκείνα που δεν θέλησαν να μάθουν από τους προφήτες.
Ας ακολουθήσουμε λοιπόν και μεις τους βαρβάρους μάγους και ας βαδίσουμε μακρινή απόσταση για να δούμε τον Χριστό, γιατί κι εκείνοι αν δεν ταξίδευαν μακριά από τη γη τους δεν θα Τον έβλεπαν και δεν θα Τον γνώριζαν ποτέ. Ας σηκωθούμε λοιπόν κι εμείς και ας τρέξουμε στο σπίτι του Παιδιού. Και αν μας εμποδίσουν στο δρόμο μας αυτό, είτε βασιλείς, είτε πλήθη, είτε τύραννοι, ας μην αφήσουμε τον πόθο μας να σβήσει. Άφησε λοιπόν κι εσύ τα πάντα και τρέξε προς την Βηθλεέμ. Αν είσαι βοσκός, θα δεις το παιδί στο κατάλυμα. Αν είσαι μάγος κανένα εμπόδιο από την ιδιότητα σου, φθάνει να έλθεις για ν” αποδώσεις τιμή και προσκύνηση. Πρόσεξε μόνο μην μοιάσεις με τον Ηρώδη και πεις Ας έλθω κι εγώ για να Τον προσκυνήσω» και όταν έλθεις, θελήσεις να Τον φονεύσεις….
«Του Ιησού Γεννηθέντος εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας εν ημέραις Ηρώδου του Βασιλέως ιδού μάγοι από ανατολών παρεγένετο εις Ιεροσόλυμα, λέγοντες· Που εστίν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων; είδομεν γαρ, αυτού τον αστέρα εν τη ανατολή και έλθομεν προσκυνήσαι αυτώ…»
(Ιερού Ιωάννου Χρυσοστόμου)
πηγή: http://www.orthodoxiagkalia.gr/

Η γέννηση του Ιησού – «Βρέφος Κείμενον εν Φάτνη»




Οι αρχαιότερες και πλέον αξιόπιστες πηγές που έχει στη διάθεσή της η έρευνα του βίου του Ιησού είναι αναμφισβήτητα τα Ευαγγέλια. Τα σχετικά με τη σύλληψη και γέννηση του θείου βρέφους διασώζονται σε δύο διηγήσεις, που περιέχονται στα Ευαγγέλια του Ματθαίου (1:18-2:23) και του Λου­κά (1:26-56 και 2:1-40). Οι δυο εκδοχές συμφωνούν σε πολλά σημεία, ωστόσο δεν λείπουν και οι διαφορές, οι οποίες δεν περιορίζονται στην παρουσίαση των γεγονότων, αλλά επεκτείνονται και στον τρόπο με τον οποίο ο Ματθαίος και ο Λουκάς συσχετίζουν τη γέννηση του Ιησού με την ευρύτερη ιουδαϊκή παράδοση. Οι διαφοροποιήσεις αυτές μπορούν να ερμηνευθούν ως αποτέλεσμα της εκά­στοτε ιστορικής συγκυρίας και των διαφορετικών ποιμαντικών προτεραιοτήτων που καλούνταν να εξυπηρετήσει καθένα από τα ευαγγελικά κείμενα.
Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος.
Από μια πληθώρα προφορικών και γραπτών παραδόσεων περί του Ιησού που είχε στη διάθεσή του, ο κάθε συγγραφέας αξιοποίησε τα σημεία εκείνα που ανταποκρίνονταν στους σκοπούς της συγγραφής και στις εθνικές ή πνευματικές ιδιαιτερότητες των παραληπτών του κειμένου.[1] Παρά τις διαφορές, όμως, είναι προφανές πως οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τις διηγήσεις της γεννήσεως προκειμένου να εντάξουν τον Ιησού στην ιστορία της σωτηρίας.
Ένα σημαντικό ζήτημα που απασχόλησε για αιώνες την έρευνα είναι αυτό της χρονολόγησης της γεννήσεως. Παρ’ όλο που σήμερα θεωρείται γενικώς λυμένο, το ακριβές έτος γέννησης παραμένει άγνωστο (όπως, άλλωστε, ο μήνας και η ημέρα). Οι ευαγγελιστές τοποθετούν τα γεγονότα «εν ημέραις Ηρώδου, του βασιλέως» (Μτ. 2:1, Λκ. 1:5)· αυτή φαίνεται να είναι η πιο ασφαλής ένδειξη που έχουμε στη διάθεσή μας από χρονολογικής απόψεως.
Ο Ηρώδης ο Μέγας βασίλευσε από το 37 π.Χ. έως το 4 π.Χ., οπότε και πέθανε από υδρωπικία στο ανάκτορό του στην Ιεριχώ. Ο Χριστός γεννήθηκε σίγουρα λίγο πριν από το θάνατο του Ηρώδη, αφού οι Μάγοι επισκέφθηκαν τον τελευταίο στα Ιεροσόλυμα, προτού, δηλαδή, αναχωρήσει βαριά άρρωστος για την Ιεριχώ. Έτσι, η πλειονότητα των σύγχρονων ερευνητών έχει καταλήξει ότι η γέννηση του Ιησού πρέπει να τοποθετηθεί στο διάστημα ανάμεσα στο 6 και το 4 «προ Χρι­στού».
Το παράδοξο που εμφανίζεται σ’ αυτή τη χρονολόγηση οφείλεται στο σφάλμα ενός Σκύθη μοναχού, του Διονυσίου του Μικρού, ο οποίος έζησε στη Ρώμη τον 4ο αιώνα μ.Χ. και επεξεργάστηκε ένα ημερολόγιο που είχε αφετηρία το έτος γέννησης του Χριστού. Λόγω των περιορισμένων πηγών του, ο Διονύσιος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια ούτε το θάνατο του Ηρώδη ούτε την απογραφή του Κυρηνίου, με αποτέλεσμα να τοποθετήσει τη γέννηση μερικά χρόνια αργότερα, δηλαδή το 754 από κτίσεως Ρώμης, αντί του ορθού 747. Όταν, από τον 6ο αιώνα και εξής, το ημερολόγιο του Διονυσίου έγινε γενικά αποδεκτό, το λάθος διαιωνίστηκε, ενώ οποιαδήποτε απόπειρα διόρθωσής του στις μέρες μας θα προκαλούσε χάος.

Η Παναγία και το Θείο Βρέφος με την Αγία Μαρτίνα και την Αγία Αγνή (1-597-99). Ελ Γκρέκο, Λάδι σε μουσαμά, Ουάσινγκτον, Εθνική Πινακοθήκη.

Σχετικά με το έτερο χρονολογικό στοιχείο που παρέχει το Ευαγγέλιο του Λουκά, τη ρωμαϊκή απογραφή, τα πράγματα είναι ακόμη πιο ασαφή. Ο ιερός συγγραφέας την αποδίδει σε απόφαση του Καίσαρα Αυγούστου (27 π.Χ,- 14 μ.Χ.)· επίσης, συνδέει τη διενέργειά της με τον έξαρχο της Συ­ρίας Κυρήνιο. Ωστόσο, η σύγχρονη έρευνα είναι σε θέση να γνωρίζει ότι στο διάστημα εντός του οποίου υπολογίζεται η γέννηση (6 – 4 π.Χ.) έξαρχοι στη Συρία ήταν αρχικά ο Σέντιος Σατουρνίνος και κατόπιν ο Κουιντίλιος Βάρος, ο οποίος βρισκόταν εν ενεργεία όταν πέθανε ο Ηρώδης ο Μέγας. Ο Κυρήνιος, που αναφέρει ο Λουκάς, ηγεμόνευε στη Συρία κατά την εποχή του θανάτου του Αρχέλαου, γιου και διαδόχου του Ηρώδη, το 6 μ.Χ., και ήταν πράγματι υπεύθυνος για τη διεξαγωγή απογραφής, προκειμένου να επανακαθοριστούν τα ποσά των φόρων.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Μικρογραφία βυζαντινού χειρογράφου.
Επομένως, η απογραφή που υποτίθεται πως ανάγκασε τον Ιωσήφ να μεταβεί με την έγκυο Μαρία στη Βηθλεέμ έγινε, στην πραγματικότητα, περίπου μια δεκαετία αργότερα.[2] Πρόκειται, άραγε, για σύγχυση του έτους της απογραφής με το έτος θανάτου του Ηρώδη, στην οποία περιπίπτει ο Λουκάς παρασυρόμενος από τις πηγές του; Ή μήπως το όλο σκηνικό της απογραφής είναι ένα συνειδητό τέχνασμα του συγγραφέα, στην προ­σπάθειά του να διασυνδεθεί τον γνωστό σε όλους ως «Ναζωραίο», Ιησού, με την πόλη του Δαβίδ, προσδίδοντάς του μεσσιανικό κύρος; Δεν είναι εύκολο να απαντήσει κανείς.
Όμως, η χρονολογική τοποθέτηση δεν είναι το μοναδικό ανακριβές στοιχείο σχετικά με την απογραφή του Κυρηνίου. Η τελευταία αφορούσε τους κατοίκους της Ιουδαίας, της Σαμάρειας και της Ιδουμαίας και όχι της Γαλιλαίας, επομένως δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθεί σ’ αυτήν ο Ιωσήφ, που κατοικούσε στη Ναζαρέτ. Ακόμη περισσότερο, η απογραφή αυτή (όπως, άλλωστε, οι περισσότερες απογραφές της αρχαιότητας) είχε σκοπό να συνδέσει τους υπηκόους της αυτοκρατορίας με τη γη τους, ώστε να καταγραφούν επακριβώς οι γαιοκτησίες και να υπολογιστούν οι φόροι. Το σύνηθες, επομένως, ήταν να μετακινούνται οι απογραφείς και όχι οι φορολογούμενοι.[3]
Όλα αυτά εισάγουν στο γενικότερο προβληματισμό αναφορικά με την ιστορική ακρίβεια των συνδεόμενων με τη γέννηση περιστατικών. Ο Λουκάς την τοποθετεί σ’ ένα ποιμενικό σκηνικό, περιγράφοντάς την ουράνια όραση των βοσκών της περιοχής, που τους μετέτρεψε σε πρώτους κήρυκες της ενανθρώπισης (Λκ. 2:13-20). Το σκηνικό του Κα­τά Ματθαίον είναι συνθετότερο. Αναφέρει ότι αμέσως μετά τη γέννηση, «μάγοι από ανατολών» επισκέφθηκαν την Ιερουσαλήμ, εκφράζοντας την επιθυμία να προσκυνήσουν τον αρτιγέννητο βασιλιά (Μτ. 2:1-2). Το γεγονός ότι σοφοί άνδρες από την Ανατολή (πιθανότατα Πέρσες ιερείς του ζωροαστρισμού) υπεβλήθησαν στον κόπο ενός μακρινού ταξιδιού προκειμένου να προσκυνήσουν ένα ταπεινό «παιδίον» (Μτ. 2:11), χαρίζοντάς του, μάλιστα, πολύτιμα δώρα, είναι από μόνο του εντυπωσιακό και αναδεικνύει τη σπουδαιότητα της γέννησης.

«Η γέννηση». Έργο του Costa Lorenzo (Μουσείο Καλών Τεχνών της Λυών).

Ο Ιησούς παρουσιάζεται ήδη από την παιδική του ηλικία ως βασιλιάς, ιερέας και προφήτης (τριπλός συμβολισμός των δώρων των Μάγων)· αυτό έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τη γενική εικόνα που είχαν για τον Ιησού, ως υιό του ξυλουργού Ιωσήφ, οι σύγχρονοί του. Ισχύει κι εδώ ό,τι και στην περίπτωση της υποδοχής του Ιησού στο Ναό από τον Συμεών, την ημέρα της περιτομής· ο δίκαιος και ευλαβής γέροντας «βλέπει» στο πρόσωπο του βρέφους εκείνο που δεν είναι σε θέση να δει ο πολύς κόσμος: τη θεία αποστολή του (Λκ. 2:25-35).
Η φύση του αστέρα που οδήγησε τους Μάγους απασχόλησε όχι μονάχα τη θεολογία, αλλά και την αστρονομία. Κατά καιρούς οι επιστήμονες έχουν δώσει διάφορες ερμηνείες: ότι επρόκειτο για σύνοδο πλανητών, για υπερκαινοφανή αστέρα, για κομήτη, ακόμη και για μετεωρίτη. Η σύγχρονη αστρονομία, ωστόσο, δεν θεωρεί πειστικές τις ερμηνείες αυτές. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι τόσο η φύση του φαινομένου όσο η αξία του ως «σημείου» της έλευσης του Μεσ­σία, της γέννησης ενός βασιλιά.
Στη συνέχεια ο Ματθαίος καταγράφει την αντίδραση του Ηρώδη: διέταξε τη σφαγή των νηπίων της Βηθλεέμ και των περιχώρων «από διετούς και κατωτέρω» (Μτ. 2:16). Η απόφαση αυτή δεν ξενίζει, καθώς γνωρίζουμε ότι ο Ηρώδης ο Μέγας υπήρξε μέγας παράφρων. Διακατεχόμενος από παθολογική φοβία μήπως συνωμοτούν εναντίον του, είχε δολοφονήσει κατά καιρούς πολλούς συγγενείς του, τις συζύγους του, ακόμη και ορισμένους γιους του, αλλά και αξιωματούχους και αρχιερείς που δεν κατόρθωναν να αποκτήσουν την εύνοιά του.

«Η Χριστού Γέννησις», Βασίλης Δήμας, Τοιχογραφία – Ανατολική καμάρα Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέα (Λαύριο).

Ενδεικτική του ήθους του ανδρός είναι η διαταγή που έδωσε λίγες ώρες πριν πεθάνει μέσα σε φρικτούς πόνους «σκωληκόβρωτος», να συγκεντρώσουν τους άρχοντες του ιουδαϊκού λαού στον Ιππόδρομο και να τους εκτελέσουν μόλις ξεψυχήσει, ώστε η μέρα αυτή να είναι αναγκαστικά ημέρα γενικού πένθους – αφού γνώριζε όχι κανείς δεν επρόκειτο να θρηνήσει για το δικό του θάνατο. Δεν είναι, επομένως, διόλου απίθανο ένας τέτοιος κακούργος να διέταξε τη σφαγή. Ωστόσο, αν αναλογιστούμε ότι η εν λόγω περιοχή δεν είχε περισσότερα από χίλια άτομα πληθυσμό, αλλά και ότι μια εκτεταμένη σφαγή θα προκαλούσε την εξέγερση του λαού, πρέπει να δε­χθούμε ότι ο αριθμός των σφαγιασθέντων νηπίων δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 30 – 40.[4]  Σε ποιο συμπέρασμα οδηγούν τα παραπάνω; Είναι, άραγε, το όλο σκηνικό της γέννησης δημιούργημα της φαντασίας των ευαγγελιστών; Μια τέτοια ακραία άποψη αδικεί, νομίζουμε, τους συγγραφείς των ιερών κειμένων.
Οι τελευταίοι αφ’ ενός δεν φιλοδοξούν να παρουσιάσουν μια λεπτομερειακή βιογραφία του Ιησού και αφ’ ετέρου διαθέτουν μια αίσθηση περί ιστορικότητας πολύ διαφορετική από τη δική μας. Η αξίωση για ορθολογική, αντικειμενική και χωρίς προϋποθέσεις καταγραφή των γεγονότων αποτελεί, ως γνωστόν, νεοτερικό ιστοριογραφικό εφεύρημα και ως εκ τούτου είναι άγνωστη στους αρχαίους συγγραφείς. Τα περιστατικά, συνεπώς, που περιγράφονται στα Ευαγγέλια δεν είναι αυθαίρετες κατασκευές, αλλά διαφορετικές αναγνώσεις της πραγματικότητας, που συντελούν στην ανάδειξη του βαθύτερου νοήματος των ιστορικών γεγονότων.
Τελικά, το ζητούμενο για τους ευαγγελιστές είναι να παρουσιαστεί μια αναντίρρητη, κατ’ αυτούς, ιστορική αλήθεια: ότι ο Ιησούς είναι Υιός θεού, συνελήφθη υπερφυώς και θαυματουργικά (ευαγγελισμός, εκ παρθένου γέννηση), είδε το φως σε έναν κόσμο ταραχών και ταλαιπωρίας, όπου πολύ νωρίς έγινε στόχος διεφθαρμένων και αντίθεων εξουσιών (απειλή Ηρώ­δη, δραπέτευση στην Αίγυπτο), αλλά και όπου αναγνωρίστηκε και υμνήθηκε ως θεϊκός σωτήρας – όχι μόνο του Ισραήλ, αλλά της οικουμένης ολόκληρης (προφητεία Συμεών, προσκύνηση Μάγων, αγγελικός ύμνος). Αποκαλύπτουν, επομένως, οι διηγήσεις αυτές το μέγα μυστήριο της θείας οικονομίας· διαβεβαιώνουν τους παραλήπτες των κειμένων ότι το βρέφος – Ιησούς ήταν εξαρχής ενταγμένο στο σχέδιο του θεού Πατρός για τη σωτηρία του κόσμου.

Η Προσκύνηση των Ποιμένων (περ. 1610). Ελ Γκρέκο, Λάδι σε μουσαμά, Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.

Θα κλείσουμε με μια θρησκειολογική παρατήρηση, που φωτίζει, πιστεύουμε, μια άλλη όψη της ενσάρκωσης. Η διαφορά του θείου βρέφους – Χριστού από κάθε άλλο θείο βρέφος μπορεί να συνοψιστεί στο εξής: για πρώτη φορά ο θεός δεν εμφανίζεται απλώς με τη μορφή ανθρώπου, αλλά γίνεται άνθρωπος πραγματικός. Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι κατέρχεται στον κόσμο, αλλά ότι εισέρχεται στο χρόνο, πράγμα πολύ διαφορετικό, καθώς υπογραμμίζει την ιστορικότητα, μοναδικότητα και αποφασιστική σημασία του γεγονότος. Οι άλλες εμφανίσεις είναι είτε εκδηλώσεις – ανθρωπόμορφες εκβλαστήσεις (αβατάρες) του απρόσωπου Απολύτου, όπως στην περίπτωση της Άπω Ανατολής, είτε προσωποποιημένες αναπαραστάσεις του φυσικού δράματος (θάνατος – επαναγέννηση), όπως στην περίπτωση των αρχαίων μυστηριακών λατρειών. Έχουν, δηλαδή, μυθικό και αρχετυπικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τις χαρακτηρίζει η περιοδικότητα, η επαναληπτικότητα και η ομοιομορφία. Τυπολογικά ανήκουν στο κυκλικό κοσμοείδωλο της αρχαϊκής θρησκευτικότητας ως ιεροφάνειες ενταγμένες στον αέναο φυσικό κύκλο.[5]
Αντίθετα, η γέννηση του Χριστού συνδέεται με το ιουδαιοχριστιανικό κοσμοείδωλο, όπου προκρίνεται η ευθύγραμμη κατανόηση του χρόνου και συλλαμβάνεται για πρώτη φορά η έννοια της ιστορικότητας (της μοναδικότητας των γεγονότων ως αυτοτελών συμβάντων). Από την άποψη αυτή, απ’ όλες τις γεννήσεις θεών, μονάχα η γέννηση του Ιησού είναι ιστορικό γεγονός – όχι επειδή οι άλλοι είναι ανύπαρκτοι ή ψευδείς θεοί, αλλά επειδή είναι υπάρξεις εξ ορισμού μυθικές, ανιστορικές. Δικαίως, επομένως, στέκει ως αφετηριακό σημείο μέτρησης του χρόνου, ως γεγονός που διχοτομεί και συνάμα ενοποιεί την ιστορία, παρέχοντάς της νόημα και λυτρωτική δυναμική.

Δημήτρης Μπεκριδάκης
θεολόγος – Θρησκειολόγος

 Υποσημειώσεις

[1] Εισαγωγικά βλ. Σ. Αγουρίδης, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Αθήνα 1971, σελ. 121-126, Ε. Π. Σάντερς, Το Ιστορικό Πρόσωπο του Ιησού, μτφρ. Γ. Βλάχος, Αθήνα 1998, σελ. 111-141.
[2] Βλ. Γ. Πατρώνος, Η Ιστορική Πορεία του Ιησού, Αθήνα, 1991, σελ. 120-123 και Σ. Αγουρίδης, Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη, 19854, σελ. 276-277.
[3] Βλ. Ε. Π. Σάντερς, ό.π., σελ. 156-157.
[4] Ο υπερβολικός αριθμός των 14.000 που αναφέρει το Συναξάρι δεν έχει ιστορική, αλλά αποκαλυπτική σημασία. Βλ. Γ. Πατρώνος, ό.π., σελ. 162-163.
[5] Για το αρχαϊκό και ιουδαιοχριστιανικό κοσμοείδωλο βλ. Μ. Eliade, Κόσμος και Ιστορία, μτφρ. Σ. Ψάλτου, Αθήνα 1999.
Πηγή

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η γέννηση των Θεών», τεύχος 165, 27 Δεκεμβρίου 2002.

Η προοπτική της Φάτνης και του Σπηλαίου, Η Γέννηση του Ιησού Χριστού Μητροπολίτη Κωνσταντίας -Ἀμμοχώστου Βασιλείου





Ἡ Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γίνεται γνωστὴ σὲ μᾶς σήμερα κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν μέσα ἀπὸ τὶς διηγήσεις δύο ἱερῶν Εὐαγγελίων, τοῦ Ματθαίου καὶ τοῦ Λουκᾶ. Ὑπάρχει ἐπίσης πληθώρα διηγήσεων γιὰ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ στὰ λεγόμενα ἀπόκρυφα κείμενα, τοῦ 3ου καὶ 4ου αἰώνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔχει ἀντλήσει κυρίως ἡ ὑμνολογία καὶ ἡ εἰκονογραφία. Τέτοια κείμενα εἶναι: Ἡ «Ἀνάληψη τοῦ Ἠσαΐα», τὸ «Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου», τὸ ψευδεπίγραφο «Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου» γιὰ τὴν παιδικὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ κ.λπ. Μέσα ἀπὸ τὰ ἀπόκρυφα αὐτὰ κείμενα λαμβάνει καὶ τὸ Κοράνι τὶς ἀναφορές του γιὰ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ[1]. Ἡ Γέννηση ἐντάσσεται μέσα σὲ ἕνα κοινωνικὸ – πολιτικὸ πλαίσιο ποὺ περιλαμβάνει τὴν ἱστορία τῆς ἐποχῆς, τὰ πρόσωπα, τὰ γεγονότα – φυσικὰ καὶ ὑπερφυσικὰ – βιβλικὰ δεδομένα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἢ ἀκόμα καὶ τὴν μὲ ποικίλους τρόπους παρέμβαση τοῦ Θεοῦ.
Θεολογικά, βεβαίως, καὶ δογματικά, δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι ἡ Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σημαίνει τὴν πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσεως ἀπὸ τὸν αἰώνιο Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Εἶναι, κατὰ τὴ θεολογικὴ ὁρολογία, ἡ ἐνσάρκωση ἢ ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνοψίζεται στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Τὸν δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα».
Ἐπειδὴ ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἐπὶ τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου (Διάρκεια τῆς Βασιλείας του: 27 π.Χ-14 μ.Χ.), ὅταν ἡγεμόνας τῆς Συρίας ἦταν ὁ Κυρήνιος (Λκ. 2:1-2), γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ γίνεται ἀναφορὰ στὴν ἱστορία τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ὅπως καὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως στὴν Παλαιστίνη κατὰ τὴν περίοδο ἐκείνη. Γίνεται ἀναφορὰ στὴ Μαρία ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, τὴ Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ δέχεται τὸν Εὐαγγελισμὸ ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος τῆς ἀναγγέλλει τὴν προαιώνια βουλὴ τοῦ Θεοῦ ὅτι θὰ γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Ἐμμανουὴλ (Λκ. 1:26-38). Γίνεται ἀναφορὰ στὸ μνήστωρα Ἰωσήφ, ποὺ καλεῖται νὰ διαδραματίσει τὸ δικό του ρόλο σ’ αὐτὸ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ (Μτ. 1:18-25). Γίνεται ἀναφορὰ στὸ γενεαλογικὸ δένδρο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς δύο συνοπτικοὺς Εὐαγγελιστὲς (Μτ. 1:1-17. Λκ. 3:23-38), ποὺ θὰ συνδέσει, τόσο τὸν Ἰωσήφ, ὅσο καὶ τὴν Μαρία καὶ κατὰ συνέπεια τὸν Χριστὸ μὲ τὸ βασιλικὸ γένος τοῦ Δαυίδ. Γίνεται ἀναφορὰ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ ἐπισκιάζει τὴν Παρθένο Μαρία κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ γιὰ νὰ γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ (Λκ. 1:35). Γίνεται ἀναφορὰ στὴ μετάβαση τῆς ἐγκύου Μαρίας καὶ τοῦ Ἰωσὴφ στὴν πόλη Βηθλεὲμ γιὰ νὰ λάβουν μέρος στὴν ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς

Αισθητική και Θεολογική ανάλυση της εικόνας της Γέννησης του Χριστού Ιωάννου Σκιαδαρέση Επίκουρου Καθηγητού ΑΠΘ


 
Εισαγωγικά Σχόλια

Τη σοβαρότητα και το βάθος που χαρακτηρίζουν το σωτήριο γεγονός της Γέννησης του Κυρίου, που θα γιορτάσουμε σε λίγες μέρες, απειλεί να παρα­μορφώσει μια συνήθη τάση ειδυλλιακής και  ρομαντικής προσέγγισής του.
Η ειδυλλιακή και ρομαντική αυτή προσέγγιση δεν είναι μια αθώα τάση, συμβατή προς ανθρώπινες ροπές, αλλά συνιστά παρέκκλιση από τα ορθόδοξα παραδεδομένα μας, παρέκκλιση προς την οποία γλιστράει πολλές φορές θεληματικά ο άνθρωπος του καιρού μας, ο οποίος συχνά αντί για χρήση γνήσιων αναγεννητικών φαρμάκων, με στόχο την υπέρβαση της τυραννίας του θανάτου, προτιμάει απλά παυσίπονα ή και ναρκωτικά για μια πρόσκαιρη φυγή από την πεζή και ένοχη καθημερινότητα.


Γι΄ αυτό στο τέλος κι ο πλούσιος διάκοσμος των ημερών αυτών και η ευσεβιστική φιλολογία και στάση μας δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα καλοστημένο και γενικευμένο καμουφλάζ. Κάτω κι απ΄ τα πιο ψηλά χριστουγεννιάτικα δένδρα και τις πιο φαντασμαγορικά στολισμένες πλατείες με τα πολλά φώτα, χάσκει η ανατριχιαστική παγωνιά του θανάτου και η απουσία μιας αυθεντικής ζωής. Βασιλεύει ουσιαστικά το πυκνό  σκοτάδι.


Η εκκλησία μας όμως, δεν παύει να καλεί τα μέλη της σε μια δυναμική πάλη κατά της εκτροπής που πιο πάνω ανέφερα ή, για να εκφρασθώ ορθότερα, δεν παύει από το να μας προφυλάσσει από παντός είδους μονομέρειες και μονοφυσιτισμούς, που γεννούν εκτροπές. Όπλα της: τα βιβλικά κείμενα, η υμνολογία και η αγιογραφία της.
Με τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ή αποδίδει το μυστήριο της Γέννησης και στις τρεις αυτές φανερώσεις της, κρατάει και αυτό και εμάς στην αλήθεια: Από τη μια δεν το υποβαθμίζει σε μια ρομαντική ιστορία ή σε ένα ειδυλλιακό επεισόδιο του μακρινού παρελθόντος· ούτε το μεταβάλλει σε νεκρό αντικείμενο της σκέψης.
Από την άλλη δεν μας αφήνει περιθώρια να το βλέπουμε απλά ως ένα χρειαζούμενο και γι' αυτό διατηρητέο εξάρτημα των ηθών και των εθίμων του τόπου μας αλλ΄ ούτε και ως μια αφορμή μόνο για ανάπαυλα από τον καθημερινό μας μόχθο. Θεωρώντας το στις πραγματικές του διαστάσεις, μας καλεί να το βιώσουμε ένδον της υπάρξεώς μας.
Μας υποβάλλει την ανάγκη μιας σοβαρής προσκύνησής του και ενός νηφάλιου γιορτασμού, που μεταμορφώνει την ασθένειά μας ή την οσμή του θανάτου σε χαρά, σε ελπίδα υπέρβασης όλων των αρνητικών της καθημερινότητας και σε γεύση μιας άλλης ζωής. Οι τόνοι είναι μεν γιορταστικοί και θριαμβευτικοί, απέχουν όμως από αυτό που καλούμε ανθρώ­πινο κομπασμό και τυραννία του εγώ. Καλούν σε δοξασμό του γεννηθέντος Θεού ταυτόχρονα όμως και σε δοξασμό του ανθρώπου, τον οποίο εκείνος προσέλαβε, εδόξασε και εθέωσε· Αυτός όμως ο δοξασμός υποβάλλει ταυτόχριονα συστολή και ταπείνωση.

Σήμερα όμως ο λόγος για την εικόνα της Γέννησης. Τη λαμπρή αυτή φανέρωση της πίστης, της ζωής και του πολιτισμού της Ορθόδοξης εκκλησίας μας. Ας εξειδικεύσουμε λοιπόν τις αναφορές μας σΆ αυτήν. Και πρώτα απΆ όλα ας προτάξουμε, τρεις γενικές εκτιμήσεις:
α) Στη βυζαντινή εικόνα της γέννησης, μέσα σε μια συμφωνία χρωμάτων, διαστάσεων, θεμάτων και μορφών αποτυπώνεται η ισορροπία και το συναμφότερο. Κυριαρχεί το θεανθρώπινο. Καμιά μονομέρεια από τις συνηθισμένες. Όλος ο Θεός παρών στην εικόνα και ταυτόχρονα όλος ο άνθρωπος. Σε  μια σώζουσα ενότητα και ισορροπία.
Η εικόνα δεν ιστορεί ένα γεγονός, στο οποίο δρα μονάχα ο Θεός. Ούτε μια πράξη που αρχίζει και τελειώνει στα ανθρώπινα όρια. Εδώ ο Θεός ευδοκεί και γίνεται άνθρωπος και το ανθρώπινο γένος, στο πρόσωπο της θεοτόκου, συνευδοκεί στο να συναντηθεί με τον Θεό. Και κάθε κτιστό μετέχει σΆ αυτή τη συνευδοκία. Για να γίνει εξαιτίας του Χριστοῦ ο άνθρωπος Θεός. Να πληρωθούν τα σύμπαντα χαράς.

β) Η βυζαντινή εικόνα, σε αντίθεση με ό,τι θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς για τη δυτική, ενώ δεν ανθρωποποιεί το γεγονός ή  δεν το αποτυπώνει αποκλειστικά σε ένα οριζόντιο – μόνο ανθρώπινο, άρα κοσμικό  επίπεδο, δεν μας εξάγει από το λίκνο μας, που είναι η γη μας. Δεν μας κάνει αιθεροβάμονες. Μας κρατάει, κατἀρχάς προσγειωμένους στο ανθρώπινο και το κτιστό. Μέσα στην ιστορία μας. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να μας βγάλει απΆ αυτήν γιατί μέσα σ΄ αυτή την ιστορία, την ανθρώπινη, εισέβαλε «το παιδίον» Ιησούς[1] και έκτοτε τη χειραγωγεί, παρά τα φαινόμενα, προς τον τελικό της δοξασμό.
Ωστόσο, η εικόνα της Γέννησης δεν μας εγκλωβίζει σΆ αυτήν ασφυκτικά. Μας προσανατολίζει προς ορίζοντα πλατύ και φωτεινό. Στον ορίζοντα του μυστηρίου της σάρκωσης. «Στη Βυζαντινή αγιογραφία», όπως θα πει ο Φώτης Κόνυογλου, «ζωγραφίζεται η Γέννηση του Χριστού σαν ένα πράγμα αποκαλυπτικό, χωρίς να πάψει να είναι μαζί και επίγειο. Τα υπερφυσικά ενώνονται με τα φυσικά, η ουράνια δόξα με την ταπεινότερη φτώχεια»[2]

Η Γέννηση του Xριστού και τα Eυαγγέλια Ματθαίου και Λουκά


Υπάρχουν στα Iερά Eυαγγέλια μερικά σημεία πολύ ουσιαστικά σχετικά με τη Γέννηση του Xριστού. Eιδικότερα από τους Eυαγγελιστές, οι Mατθαίος και Λουκάς είναι εκείνοι οι οποίοι γράφουν εκτενέστερα για το θείο και ιστορικό αυτό γεγονός.

Kατ’ αρχάς ο Mατθαίος, όταν στο A΄ Kεφάλαιο του Eυαγγελίου του με το οποίο αρχίζει η Kαινή Διαθήκη γράφει τη γενεαλογία απαριθμεί τους προγόνους του Xριστού κατά την κατιούσα τάξη αρχίζοντας από τον Aβραάμ αντί του Aδάμ, ενώ ο Λουκάς υιοθετεί την ανιούσα τάξη. Eπειτα ο Mατθαίος μάς αναφέρει την προσκύνηση των μάγων, ενώ ο Λουκάς μάς περιγράφει το χαρμόσυνο μήνυμα στους ποιμένες από τον άγγελο, την όλη αγγελική δοξολογία και την επίσκεψη των ποιμένων στο θείο βρέφος. O ίδιος Eυαγγελιστής μάς αναφέρει και την ιστορικότητα του γεγονότος όταν γράφει ότι με την αφορμή της απογραφής που είχε διατάξει συγκεκριμένα ο Καίσαρ Aύγουστος, ο Iωσήφ μετά της Mαρίας μετέβη στη Bηθλεέμ στον τόπο της πατρώας καταγωγής, προκειμένου να τύχουν της νομικής απογραφής.

Tην πόλη Bηθλεέμ την αναφέρουν και οι δύο Eυαγγελιστές, ως τον τόπο γέννησης του Iησού, μικρή κωμόπολη την οποία ήδη το 750 π.X. ο προφήτης Mιχαίας είχε καθορίσει στην προφητεία του ως τόπο της θείας γεννήσεως. «Kαι συ Bηθλεέμ, γη Iούδα, ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν Iούδα... εκ σου γαρ μοι εξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμανεί τον λαόν μου τον Iσραήλ» (Mιχ. 5, 1).

H εκ της Παρθένου Mαρίας κατά σάρκα γέννηση του Iησού είναι ένα, μοναδικό και μέγιστο θαύμα, ασύλληπτο για την ανθρώπινη διάνοια μυστήριο για το οποίο ο Mατθαίος δυο φορές υπογραμμίζει τη φράση «εκ Πνεύματος Aγίου». Στον στίχο 18 γράφει: «Tου δε Iησού Xριστού η γέννησις ούτως ην· μνηστευθείσης γαρ της μητρός αυτού Mαρίας τω Iωσήφ, πριν ή συνελθείν αυτούς ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Aγίου» και στον στίχο 20 «το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός εστιν Aγίου». Eπειτα είναι χαρακτηριστικό ότι το ιερό κείμενο γράφει στον στίχο 21 του κατά Mατθαίον Eυαγγελίου «τέξεται δε υιόν». Δεν γράφει «τέξεταί σοι». Tο γεννηθέν είναι πάσης της ανθρωπότητος. Tο όνομα «Iησούς» που θα λάμβανε σημαίνει Σωτήρ. H λέξη Xριστός είναι μετάφραση της αραμαϊκής meshicha και σημαίνει Mεσσίας, ο υπό του Θεού κεχρισμένος. Eτσι, Iησούς και Xριστός καθίστανται πλέον ταυτόσημες έννοιες. O Iησούς αναγνωρίζεται ως ο Xριστός, ο Xριστός δεν είναι άλλος από τον Iησού.

Eν προκειμένω άξιος ερμηνείας είναι και ο στίχος 25 της ευαγγελικής περικοπής του Mατθαίου. Γράφει: «Kαι ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκεν υιόν αυτής τον πρωτότοκον». Eδώ δηλώνεται το αειπάρθενον της Παναγίας. H φράση «έως ου» δεν σημαίνει ότι ο Iωσήφ «έγνω αυτήν» μετά τη γέννηση του Iησού. Tην ίδια έννοια έχει το «έως ου» και σε άλλα χωρία της Aγ. Γραφής, όπως π.χ. «Kαι εξελθών (ο κόραξ) ουκ ανέστρεψεν έως ου ξηρανθήναι το ύδωρ από της γης» (Γεν. 8, 7). Προφανώς και μετά. «Kαι τη Mελχόλ θυγατρί Σαούλ ουκ εγένετο παιδίον έως της ημέρας του αποθανείν αυτήν» (B΄ Bασιλ. 6, 22). Φυσικά και μετά τον θάνατόν της δεν γέννησε. Eνα ακόμη χωρίο. «Iδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Mατθ. 28, 20). Bεβαίως και μετά τη συντέλεια του κόσμου θα είναι παρών ο Kύριος. Eπίσης άξια ερμηνείας είναι και η φράση «τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον» (Mατθ. 1, 25 και Λουκ. 2, 7). Πρωτότοκος λέγεται ο πρώτος τεχθείς καν μη δεύτερος ετέχθη κατά την αξιόλογη παρατήρηση του Θεοφυλάκτου (PG 123, 721). Nα υπογραμμισθεί ακόμη ότι ενώ οι ποιμένες κατά τον Λουκά προσεκύνησαν στη Bηθλεέμ το βρέφος «κείμενον εν τη φάτνη», οι Mάγοι κατά τον Mατθαίο είδον το παιδίον «εις την οικίαν... και πεσόντες προσεκύνησαν αυτώ», εκεί όπου στάθηκε ο αστέρας που τους οδηγούσε, το έκτακτο αυτό φυσικό φαινόμενο, το οποίο έλαμπε όχι μόνο την νύκτα αλλά και την ημέρα. Eνα άλλο ακόμη αξιοσημείωτο στοιχείο στην περικοπή του Λουκά σχετικά με τη φάτνη είναι εκείνο της εμφάνισης και παρουσίας των αγγέλων. O κόσμος των Aγγέλων υπηρετεί το σχέδιο του Θεού στο υπερφυές γεγονός της Γεννήσεως του Xριστού και συμμετέχει όχι μόνον με την εκτέλεση συγκεκριμένων αποστολών, στην Παρθένο, στον Iωσήφ, στους ποιμένες, στους μάγους, αλλά και ευαγγελίζεται την «επί γης ειρήνη» και την «εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. 2, 13-14). Mε τη Γέννησή Tου ο Xριστός φέρνει στην ανθρωπότητα την ουσιαστική ειρήνη και την ευδοκία, δηλαδή την αγάπη και στοργή του Θεού στους ανθρώπους. Γι’ αυτό και οι άγγελοι ψάλλουν και δοξολογούν τη σωτηρία και τη λύτρωση των ανθρώπων.

Mετά από όλα αυτά δικαίως ο ιερός υμνογράφος μάς παροτρύνει: «Xριστός γεννάται, δοξάσατε / Xριστός εξ ουρανών, απαντήσατε / Xριστός επί γης υψώθητε».

Aιώνες τώρα, από τα πρώτα εκείνα Xριστούγεννα, μυριάδες ψυχές ανεζήτησαν, βρήκαν και βίωσαν τον Γεννηθέντα. O πικραμένος σύγχρονος άνθρωπος θα βρει άραγε τη Φάτνη των Eυαγγελίων;
* O αρχιμανδρίτης Xρυσόστομος K. Παπαθανασίου είναι ιεροκήρυκας του Kαθεδρικού Nαού των Aθηνών.

Γιατί ὁ Θεὸς῎Εγινε῎Ανθρωπος; π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ



«᾿Εγώ εἰμι τὸ Α καὶ τὸ Ω» (᾿Αποκ. αʹ 8)
π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ Τὸ χριστιανικὸ μήνυμα ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μήνυμα σωτηρίας καὶ γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριός μας ἀρχικὰ χαρακτηρίστηκε ὡς ὁ Σωτήρας, ὁ ῾Οποῖος λύτρωσε τὸν λαό Του ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς. Τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς Σαρκώσεως ἑρμηνευόταν συνήθως ἀπὸ τὴν πρώτη χριστιανικὴ θεολογία μέσα στὴν προοπτικὴ τῆς Λυτρώσεως. ᾿Εσφαλμένες ἀντιλήψεις γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὶς ὁποῖες ἡ πρώτη ᾿Εκκλησία ἔπρεπε νὰ παλέψει, ἀποδοκιμάστηκαν καὶ ἀπορρίφθηκαν ἀκριβῶς ὅταν αὐτὲς ἔτειναν νὰ ὑποσκάψουν τὴν πραγματικότητα τῆς Λυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
 Θεωρήθηκε γενικὰ ὅτι ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τῆς Σωτηρίας ἦταν ὅτι ἡ προσωπικὴ ἕνωση μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου ἀποκαταστάθηκε, καὶ ἄρα ὁ Λυτρωμένος ἔπρεπε νὰ ἀνήκει ὁ ῎Ιδιος καὶ στὶς δυὸ πλευρές, δηλαδὴ νὰ εἶναι συγχρόνως θεῖος καὶ ἀνθρώπινος, γιατὶ διαφορετικὰ ἡ σπασμένη κοινωνία μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου δὲ θὰ εἶχε ἀποκατασταθεῖ. Αὐτὴ ἦταν ἡ κύρια γραμμὴ σκέψεως τοῦ ῾Αγίου ᾿Αθανασίου στὸν ἀγώνα του κατὰ τῶν ᾿Αρειανῶν, τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ στὴν πολεμική του κατὰ τοῦ ᾿Απολλιναρισμοῦ, καὶ ἄλλων συγγραφέων τοῦ Δʹ καὶ Εʹ αἰώνα. ≪᾿Εκεῖνο σώζεται ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸ Θεό≫, λέγει ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός1.
῾Η λυτρωτικὴ ἄποψη καὶ ἐπίδραση τῆς Σαρκώσεως τονίστηκαν μὲ ἔμφαση ἀπὸ τοὺς Πατέρες. ῾Ο σκοπὸς καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς Σαρκώσεως ὁρίστηκαν μὲ ἀκρίβεια ὡς ἡ Λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ἡ ἀποκατάστασή του στὴν ἀρχέγονη κατάσταση ποὺ καταστράφηκε ἀπὸ τὴν πτώση καὶ τὴν ἁμαρτία. ῾Η ἁμαρτία τοῦ κόσμου καταργήθηκε καὶ ἀπαλείφθηκε ἀπὸ τὸν ᾿Ενανθρωπήσαντα, καὶ Αὐτὸς μόνο, ποὺ ἦταν Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, μποροῦσε νὰ τὸ κάνει αὐτό. ᾿Απὸ τὴν ἄλλη πλευρά, δὲ θὰ ἦταν σωστὸ νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι οἱ Πατέρες θεωροῦσαν αὐτὸ τὸ λυτρωτικὸ σκοπὸ ὡς τὴν μόνη αἰτία γιὰ τὴν ᾿Ενανθρώπηση, ἔτσι ὥστε ἡ ᾿Ενανθρώπηση νὰ μὴν εἶχε συμβεῖ καθόλου, ἂν δὲν εἶχε ἁμαρτήσει ὁ ἄνθρωπος.
῾Η ἐρώτηση μ᾿ αὐτὴ τὴ μορφὴ ποτὲ δὲν τέθηκε ἀπὸ τοὺς Πατέρες. Τὸ θέμα γιὰ τὸ ὕψιστο κίνητρο τῆς ᾿Ενανθρωπήσεως ποτὲ δὲν συζητήθηκε ἐπίσημα (formally) κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Πατέρων. Τὸ πρόβλημα τῆς σχέσεως ἀνάμεσα στὸ μυστήριο τῆς ᾿Ενανθρωπήσεως καὶ τὸν ἀρχικὸ σκοπὸ τῆς Δημιουργίας δὲν τὸ ἔθιξαν οἱ Πατέρες· δὲν ἐπεξεργάστηκαν ποτὲ αὐτὸ τὸ θέμα συστηματικά. ≪῎Ισως θὰ ἦταν σωστὸ νὰ ποῦμε ὅτι ἡ σκέψη μιᾶς ᾿Ενανθρωπήσεως ἀνεξάρτητης ἀπὸ τὴν Πτώση συμφωνεῖ μὲ τὸ γενικὸ πνεῦμα τῆς ῾Ελληνικῆς θεολογίας. Μερικὲς φράσεις τῶν Πατέρων φαίνεται νὰ δείχνουν πὼς ἡ σκέψη διατυπώθηκε μὲ σαφήνεια ἐδῶ κι᾿ ἐκεῖ, καὶ ἴσωςἀκόμα νὰ συζητήθηκε≫2.
Αὐτὲς οἱ ≪φράσεις τῶν Πατέρων≫δὲν συγκεντρώθηκαν καὶ δὲν ἐρευνήθηκαν. Πράγματι, στοὺς ἴδιους Πατέρες μπορεῖ νὰ παραπέμψει κανεὶς γιὰ τὴν ὑποστήριξη ἀντιθέτων ἀπόψεων. Δὲν ἀρκεῖ νὰ συγκεντρώσουμε χωρία, παίρνοντάς τα ἔξω ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα καὶ ξεχνώντας τὸν σκοπό, ποὺ εἶναι συχνὰ πολεμικός, γιὰ τὸν ὁποῖο γράφτηκαν ἐπὶ μέρους ἔργα. Πολλὲς ἀπὸ αὐτὲς τὶς ≪φράσεις τῶν Πατέρων≫ἦταν μόνο ≪περιστασιακὲς≫διατυπώσεις (≪occasional≫statements), καὶ πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦνται μόνο μὲ μεγάλη προσοχὴ καὶ σύνεση. ῾Η σωστὴ σημασία τους μπορεῖ νὰ ἐξακριβωθεῖ μόνο ὅταν διαβαστοῦν μέσα στὰ συμφραζόμενα, δηλαδὴ μέσα στὴν προοπτικὴ τῆς σκέψεως κάθε ἐπὶ μέρους συγγραφέα….
Κατὰ τὴν μακροχρόνια αὐτὴ συζήτηση μιὰ σταθερὴ ἀναφορὰ γινόταν στὴ μαρτυρία τῶν Πατέρων. Κατὰ ἀρκετὰ περίεργο τρόπο, τὸ πιὸ σπουδαῖο χωρίο/ἀναφορὰ παραγνωριζόταν σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀνθολογία τῶν περικοπῶν. ᾿Αφοῦ τὸ θέμα τοῦ κινήτρου τῆς ᾿Ενανθρωπήσεως ποτὲ δὲν τέθηκε ρητὰ (formally) στὴν ἐποχὴ τῶν Πατέρων, τὰ περισσότερα κείμενα ποὺ χρησιμοποιήθηκαν στὶς μεταγενέστερες συζητήσεις δὲν μπόρεσαν νὰ δώσουν καμιὰ ἀκριβὴ καθοδήγηση3.
῾Ο ῞Αγιος Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητὴς (580-662) φαίνεται πὼς εἶναι ὁ μόνος Πατέρας ποὺ ἐνδιαφέρθηκε ἄμεσα γιὰ τὸ πρόβλημα, ἂν καὶ ὄχι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὅπως οἱ μεταγενέστεροι θεολόγοι τῆς Δύσεως. Εἶπε ὁλοκάθαρα ὅτι ἡ ᾿Ενανθρώπηση θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρεῖται ὡς ἕνας ἀπόλυτος καὶ πρωταρχικὸς σκοπὸς τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴ Δημιουργία. ῾Η φύση τῆς ᾿Ενανθρωπήσεως, αὐτῆς τῆς ἑνώσεως τοῦ θεϊκοῦ μεγαλείου μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, εἶναι πραγματικὰ ἕνα ἀκατανόητο μυστήριο, ἀλλὰ μποροῦμε τουλάχιστον νὰ συλλάβουμε τὸν ≪λόγο≫καὶ τὸν ≪σκοπὸ≫αὐτοῦ τοῦ ὑπέρτατου μυστηρίου. Κι᾿ αὐτὸς ὁ πρωταρχικὸς λόγος, ἢ ὁ ἔσχατος σκοπὸς ἦταν, κατὰ τὴν γνώμη τοῦ ῾Αγίου Μαξίμου, ἀκριβῶς ἡ ἴδια ἡ ᾿Ενανθρώπηση καὶ ὕστερα ἡ δική μας ἐνσωμάτωση μέσα στὸ Σῶμα τοῦ Σαρκωθέντος.
Οἱ λόγοι τοῦ ῾Αγίου Μαξίμου εἶναι σαφεῖς καὶ ξεκάθαροι. ῾Η 60ὴ ≪ἐρώτησις πρὸς Θαλάσσιον≫εἶναι ἕνας ὑπομνηματισμὸςστὸ χωρίο Αʹ Πέτρου αʹ 19-20: ≪(῾Ο Χριστὸς ἦταν) ὡς ἀμνὸς ἄμωμος καὶ ἄσπιλος, προεγνωσμένος πρὸ καταβολῆς κόσμου≫. ῾Ο ῞Αγιος Μάξιμος πρῶτα συνοψίζει σύντομα τὴν ἀληθὴ διδασκαλία γιὰ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὕστερα συνεχίζει: ≪Αὐτὸ εἶναι τὸ εὐλογημένο τέλος, γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου τὰ πάντα δημιουργήθηκαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς ποὺ τέθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Δημιουργίας καὶ ποὺ τὸν ὀνομάζουμε προμελετημένη πλήρωση [προεπινοούμενον τέλος]. ῞Ολη ἡ δημιουργία ὑπάρχει γιὰ χάρη αὐτῆς τῆς πληρώσεως, ἐνῶ ἡ ἴδια ἡ πλήρωση δὲν ὑπάρχει ἐξαιτίας κανενὸς ἀπὸ ὅσαδημιουργήθηκαν. ᾿Επειδὴ ὁ Θεὸς εἶχε κατὰ νοῦν αὐτὸτὸ τέλος, δημιούργησε τὶς φύσεις τῶν πραγμάτων. Αὐτὸεἶναι πράγματι ἡ πλήρωση τῆς θείας Πρόνοιας καὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ. Διὰ μέσου αὐτῆς ὑπάρχει μιὰ ἀνακεφαλαίωση στὸ Θεὸ ὅσων δημιουργήθηκαν ἀπὸ Αὐτόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριο ποὺ περιλαμβάνει ὅλους τοὺς αἰῶνες, τὸ φοβερὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι περισσότερο ἀπὸ ἄπειρο καὶ ὑπάρχει ἀπείρως πρὶν ἀπὸ ὅλους τοὺς αἰῶνες. ῾Ο ῎Αγγελος (Messenger), ποὺ στὴν οὐσία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἔγινε ἄνθρωπος ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς πληρώσεως. Καὶ μπορεῖ κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι ἦταν Αὐτὸς ὁ ῎Ιδιος ποὺ ἀποκατέστησε τὰ ὁλοκάθαρα ἐνδότερα βάθη τῆς καλωσύνης ποὺ δόθηκαν ἀπὸ τὸν Πατέρα· καὶ φανέρωσε ἐν ῾Εαυτῷ τὴν πλήρωση, μὲ τὴν ὁποία ὁ κόσμος ἐπέτυχε τὴν ἀρχὴ τῆς ἀληθινῆς ὑπάρξεως. Γιατὶ ἐξαιτίας τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τοῦ μυστηρίου τοῦ σχετικοῦ μὲ τὸν Χριστό, ὅλος ὁ χρόνος καὶ ὅλα ὅσα εἶναι ἐν χρόνῳ βρῆκαν τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς ὑπάρξεώς τους ἐν Χριστῷ. Γιατὶ πρὶν ἀπὸ τὸν χρόνο τέθηκε μυστικὰ ὡς σκοπὸς μιὰ ἕνωση τῶν αἰώνων, τοῦ ὁρισμένου καὶ τοῦ ᾿Απροσδιόριστου, τοῦ μετρητοῦ καὶ τοῦ ᾿Αμέτρητου, τοῦ πεπερασμένου καὶ τοῦ ᾿Απείρου, τῆς δημιουργίας καὶ τοῦ Δημιουργοῦ, τῆς κινήσεως καὶ τῆς ἀκινησίας—μιὰ ἕνωση ποὺ φανερώθηκε ἐν Χριστῷ κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους καιροὺς≫(M., P.G., XC/90, 621, Α-Β). Πρέπει κανεὶς νὰ διακρίνει μὲ πολλὴ προσοχὴ ἀνάμεσα στὴν αἰώνια ὕπαρξη τοῦ Λόγου, στοὺς κόλπους τῆς ῾Αγίας Τριάδας, καὶ στὴν ≪οἰκονομία≫τῆς Σαρκώσεώς Του. ῾Η ≪πρόγνωση≫σχετίζεται ἀκριβῶς μὲ τὴ Σάρκωση: ≪῾Επομένως ὁ Χριστὸς προγνωρίστηκε, ὄχι ὅπως ἦταν κατὰ τὴν φύση Του, ἀλλὰ ὅπως ἐμφανίστηκε ἀργότερα σαρκωμένος γιὰ χάρη μας σύμφωνα μὲ τὴν τελικὴ οἰκονομία≫(M., P.G., XC/90, 624D).
῾Ο ≪ἀπόλυτος προορισμὸς≫τοῦ Χριστοῦ ἀναφέρεται πολὺ καθαρά4. Αὐτὴ ἡ πεποίθηση συμφωνοῦσε ἀπόλυτα μὲ τὸ γενικὸ πνεῦμα τοῦ θεολογικοῦ συστήματος τοῦ ῾Αγίου Μαξίμου, ὁ ὁποῖος ἐπανέρχεται στὸ πρόβλημα σὲ πολλὲς περιπτώσεις, καὶ στὶς ἀπαντήσεις του πρὸς Θαλάσσιον καὶ στὰ ≪᾿Αμφιβαλλόμενά≫του. Γιὰ παράδειγμα στὸ ᾿Εφεσ. αʹ 9 ὁ ῞Αγιος Μάξιμος λέγει: ≪(᾿Απὸ αὐτὴ τὴν Σάρκωση καὶ ἀπὸ τὴν ἐποχή μας) αὐτὸς μᾶς ἔδειξε γιὰ ποιό σκοπὸ δημιουργηθήκαμε καὶ ὅτι τὸ μέγιστο ἀγαθὸ γιὰ μᾶς θὰ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὸ τῶν αἰώνων≫(M., P.G., XC/90, 1097C). ᾿Απὸ τὴν ἴδια τὴν σύστασή του ὁ ἄνθρωπος ἀντιλαμβάνεται μέσα του ≪τὸ μεγάλο μυστήριο τοῦ σκοποῦ τοῦ Θεοῦ≫, τὴν τελικὴ ὁλοκλήρωση τῶν πάντων ≪ἐν τῷ Θεῷ≫.
῾Η ὅλη ἱστορία τῆς Θείας Προνοίας γιὰ τὸν ῞Αγιο Μάξιμο διαιρεῖται σὲ δύο μεγάλες περιόδους: ἡ πρώτη κορυφώνεται στὴν Σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς συγκαταβάσεως τοῦ Θεοῦ (≪μέσα ἀπὸ τὴν Σάρκωση≫)·ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀναβάσεως τοῦ ἀνθρώπου στὴν δόξα τῆς θεώσεως, μιὰ ἐπέκταση, τρόπον τινά, τῆς Σαρκώσεως σ᾿ ὁλόκληρη τὴν δημιουργία. ≪Γι᾿ αὐτὸ μποροῦμε νὰ διαιρέσουμε τὸ χρόνο σὲ δύο τμήματα σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιό του, καὶ μποροῦμε νὰ διακρίνουμε καὶ τὰ δυό, δηλαδὴ τὶς ἐποχὲς ποὺ ἀνήκουν στὸ μυστήριο τῆς Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς ἐποχὲς ποὺ ἀφοροῦν τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς χάριτος… καὶ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε μὲ συντομία: καὶ ἐκεῖνες τὶς ἐποχὲς ποὺ ἀφοροῦν τὴν κάθοδο τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἐκεῖνες ποὺ σημειώνουν τὴν ἔναρξη τῆς ἀνόδου τῶν ἀνθρώπων στὸν Θεό… ῎Η, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἀκόμα καλύτερα, ἡ ἀρχή, τὸ μέσο καὶ τὸ τέλος ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἐκείνων ποὺ ἔχουν περάσει, ἐκείνων ποὺ ἀνήκουν στὸ παρόν, καὶ ἐκείνων ποὺ πρόκειται ἀκόμα νὰ ἔλθουν, εἶναι ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς≫(M., P.G., XC/90, 320, B-C).
῾Η τελικὴ ὁλοκλήρωση συνδέεται κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ ῾Αγίου Μαξίμου μὲ τὴν πρωταρχικὴ δημιουργικὴ θέληση καὶ τὸν πρωταρχικὸ δημιουργικὸ σκοπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ ὅλη ἀντίληψή του εἶναι αὐστηρὰ ≪θεοκεντρική≫, καὶ συγχρόνως ≪Χριστοκεντρική≫. ῞Ομως, αὐτὸ δὲν ἐπισκοτίζει καθόλου τὴ θλιβερὴ πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας, τῆς τέλειας ἀθλιότητας τῆς ἁμαρτωλῆς ὑπάρξεως. ῾Η μεγάλη ἔμφαση δίνεται πάντοτε ἀπὸ τὸν ῞Αγιο Μάξιμο στὴν μεταστροφὴ καὶ τὴν κάθαρση τῆς ἀνθρώπινης θελήσεως, στὸν ἀγώνα κατὰ τῶν παθῶν καὶ τοῦ κακοῦ. ᾿Αλλὰ βλέπει τὴν τραγωδία τῆς πτώσεως καὶ τὴν ἀποστασία τῶν δημιουργημάτων μέσα στὴν εὐρύτερη προοπτικὴ τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου τῆς Δημιουργίας5.
Ποιά εἶναι ἡ πραγματικὴ βαρύτητα τῆς μαρτυρίας τοῦ ῾Αγίου Μαξίμου; ῏Ηταν αὐτὴ τίποτα περισσότερο ἀπὸ μιὰ ≪προσωπική του γνώμη≫, καὶ ποιό εἶναι τὸ κύρος τέτοιων ≪γνωμῶν≫;Εἶναι τελείως σαφὲς ὅτι στὸ θέμα τοῦ πρώτου καὶ ὕψιστου ≪κινήτρου≫τῆς Σαρκώσεως καμιὰ ἄλλη ἀπάντηση δὲν μπορεῖ νὰ δοθεῖ παρὰ μόνο μιὰ ≪ὑποθετικὴ≫(ἢ ≪ἁρμόζουσα≫[convenient]) ἀπάντηση. Πολλές, ὅμως, δογματικὲς προτάσεις εἶναι ἀκριβῶς τέτοιες ὑποθετικὲς προτάσεις ἢ ≪θεολογούμενα≫6. Καὶ φαίνεται ὅτι ἡ ≪ὑπόθεση≫μιᾶς Σαρκώσεως ἀνεξάρτητης ἀπὸ τὴν πτώση τοὐλάχιστον εἶναι θεμιτὴ μέσα στὸ σύστημα τῆς ᾿Ορθόδοξης θεολογίας καὶ ταιριάζει πολὺ καλὰ μέσα στὸ γενικὸ πνεῦμα τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων.
Μιὰ ἱκανοποιητικὴ ἀπάντηση στὸ θέμα τοῦ ≪κινήτρου≫τῆς Σαρκώσεως μπορεῖ νὰ δοθεῖ μόνο μέσα στὸ πνευματικὸ κλίμα τοῦ γενικοῦ δόγματος περὶ τῆς Δημιουργίας.
Σημειώσεις
1. ᾿Επιστολὴ 101, Πρὸς Κληδόνιον (M., P.G., 37, στλ. 118).
2. ᾿Επίσκοπος B.F. Westcott, ≪The Gospel of Greation≫ εἰς The Epistles of St. John, The Greek Text with notes and essays, Τρίτηἔκδοση (Macmillan, 1892), σελ. 288.
 
Ἀπό τό βιβλίο: ΓεωργίουΦλωρόφσκυ, Δημιουργία καὶ᾿Απολύτρωση,᾿Εκδόσεις Π. Πουρναρᾶ
Πηγή: www.imaik.gr
Γιατί ὁ Θεὸς῎Εγινε῎Ανθρωπος; Εκτύπωση

Tὰ δῶρα τῶν Μάγων Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς



«Καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν» (Ματθ. Β΄11).
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς Τρία δῶρα ἔφεραν στὸ νεογέννητο Βασιλιά. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλουν συμβόλισαν τὴν ἁγία καὶ ζωοποιὸ Τριάδα, στὸ ὄνομα τῆς Ὁποίας ἦρθε στὸν κόσμο τὸ παιδὶ Ἰησοῦς, ἀλλὰ καὶ τὴν τριπλή διακονία τοῦ Κυρίου: τὴ βασιλική, τὴν ἱερατικὴ καὶ τὴν προφητική, γιατί ὁ χρυσὸς συμβολίζει τὴν αὐτοκρατορική, τὸ λιβάνι τὴν ἱερατικὴ καὶ ἡ σμύρνα τὴν προφητικὴ ἢ τὴ θυσιαστική. Τὸ νεογέννητο βρέφος θὰ γινόταν ὁ Βασιλιᾶς τοῦ ἀθάνατου βασιλείου, ὁ ἀναμάρτητος ἱερέας καὶ προφήτης καί, ὅπως οἱ περισσότεροι προφῆτες πρὶν ἀπ’ Αὐτόν, θὰ θανατωνόταν.
Ὅλοι τὸ γνωρίζουν πὼς ὁ χρυσὸς μαρτυρεῖ κάποιον βασιλιὰ καὶ τὴ βασιλεία του. Ὅλοι γνωρίζουν πὼς τὸ λιβάνι μαρτυρεῖ ἱερωσύνη καὶ προσευχή. Κι ἐπίσης ὅλοι γνωρίζουν ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ πὼς τὸ λιβάνι μαρτυρεῖ τὴ θνητότητα. Ὁ Νικόδημος ἄλειψε τὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ Ἰησοῦ μὲ μύρα (Ἰωάν. Ιθ΄ 39-40). Ἄλειφαν τὰ σώματα γιὰ νὰ τὰ διατηρήσουν κάπως περισσότερο ἀπὸ τὴ φθορὰ τοῦ θανάτου. Ὁ κόσμος φωτίστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό, ποὺ ἔλαμψε σὰν χρυσός. Καὶ γέμισε ἀπὸ προσευχὲς καὶ θυμιάματα, ὅπως ἕνας ναός. Ἡ οἰκουμένη ὁλόκληρη γέμισε ἀπὸ τὸ ἄρωμα τῆς διδασκαλίας Του.
Τὰ τρία δῶρα ὅμως συμβολίζουν ἐπίσης τὴν καρτερία καὶ τὸ ἀμετάβλητο. Ὁ χρυσὸς παραμένει χρυσός, τὸ λιβάνι παραμένει λιβάνι καὶ τὸ μύρο παραμένει μύρο. Κανένα ἀπ’ αὐτὰ δὲ χάνει τὴν ἰδιότητά του ὅσα χρόνια κι ἂν περάσουν. Μετὰ ἀπὸ χίλια χρόνια ὁ χρυσὸς ἐξακολουθεῖ νὰ λάμπει, τὸ λιβάνι νὰ καίει καὶ τὸ μύρο διατηρεῖ τὸ ἄρωμά του. Δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ βρεθοῦν ἄλλα πιὸ ἀντιπροσωπευτικὰ ἀντικείμενα στὴ γῆ ποὺ νὰ συμβολίζουν τόσο πιστὰ τὴν ἐπίγεια ἀποστολὴ τοῦ Χριστοῦ ἢ νὰ δείχνουν πιὸ καθαρὰ καὶ ἐκφραστικὰ τὸν αἰώνιο χαρακτήρα τοῦ ἔργου Του στὴ γῆ, καθὼς καὶ ὅλες τὶς πνευματικὲς καὶ ἠθικὲς ἀξίες ποὺ ἔφερε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὸν κόσμο. Ἔφερε τὴν ἀλήθεια, τὴν προσευχή, τὴν ἀθανασία.
Μὲ ποιὸ ἄλλο ἀντικείμενο στὴ γῆ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ χρυσό, θὰ μποροῦσε νὰ συμβολιστεῖ καλύτερα ἡ ἀλήθεια; Ὅ,τι καὶ νὰ κάνεις στὸ χρυσό, αὐτὸς θὰ ἐξακολουθεῖ νὰ λάμπει.
Μὲ ποιὸ ἄλλο ἀντικείμενο θὰ μποροῦσε νὰ συμβολιστεῖ καλύτερα ἡ προσευχὴ ἂν ὄχι μὲ τὸ λιβάνι; Ὅπως ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸ λιβάνι γεμίζει τὴν ἐκκλησιὰ ὁλόκληρη, ἔτσι γεμίζει κι ἡ προσευχὴ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως ὁ καπνὸς ἀνεβαίνει ψηλά, ἔτσι ἀνεβάζει ἡ προσευχὴ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεό. «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου», λέει ὁ Ψαλμωδὸς (Ψαλμ. ρμα΄ 2). Εἶναι γεγονὸς πὼς κι ἄλλα πράγματα βγάζουν καπνό, μὰ κανένας καπνὸς δὲν ἐμπνέει τὴν ψυχὴ γιὰ προσευχή.
Ποιὸ ἄλλο ἐπίγειο ἀντικείμενο θὰ μποροῦσε νὰ συμβολίσει καλύτερα τὴν ἀθανασία ἀπὸ τὸ μύρο; Ἡ θνητότητα ἀποπνέει δυσωδία, ἐνῶ ἡ ἀθανασία ἔχει μία διαρκή εὐωδία.
Οἱ μάγοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ συμβόλισαν ἔτσι ἔστω κι ἀνεπίγνωστα ὁλόκληρη τὴ χριστιανικὴ πίστη. Ξεκίνησαν ἀπὸ τὴν Ἁγία Τριάδα κι ἔφτασαν ὡς τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν ἀθανασία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ τῶν πιστῶν Του. Δὲν εἶναι ἁπλοὶ προσκυνητές, μὰ πραγματικοὶ προφῆτες. Προφῆτες τόσο τῆς χριστιανικῆς πίστης ὅσο καὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ μόνοι τους, μὲ τὴ δική τους ἀντίληψη καὶ γνώση, δὲν θὰ τὰ ἤξεραν ὅλα αὐτά. Ἦταν ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ποὺ τοὺς ἔστειλε στὴ Βηθλεὲμ καὶ τοὺς ἔδωσε τὸ παράξενο αὐτὸ ἄστρο νὰ τοὺς ὁδηγεῖ.
«Θεὸς ἐπὶ γῆς, ἄνθρωπος ἐν Οὐρανῶ», Ὁμιλίες Α΄.
 Πηγή: www.imaik.gr
Tὰ δῶρα τῶν Μάγων Εκτύπωση