Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Χριστός Γεννάται δοξάσατε


Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος - Χριστὸς γεννᾶται

(Ἀποσπάσματα ἐκ τῆς Ὁμιλίας ΛΗ´)


Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε· Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε. ᾌσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ καί, ἵν᾿ ἀμφότερα συνελὼν εἴπω, Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, διὰ τὸν ἐπουράνιον, εἶτα ἐπίγειον.Κἀγὼ βοήσομαι τῆς ἡμέρας τὴν δύναμιν: Ὁ ἄσαρκος σαρκοῦται. Ὁ Λόγος παχύνεται. Ὁ ἀόρατος ὁρᾶται. Ὁ ἀναφὴς ψηλαφᾶται. Ὁ ἄχρονος ἄρχεται. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται, «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8)
Ἓν ἐκ δύο τῶν ἐναντίων, σαρκὸς καὶ Πνεύματος· ὧν τὸ μὲν ἐθέωσε, τὸ δὲ ἐθεώθη. Ὢ τῆς καινῆς μίξεως! ὢ τῆς παραδόξου κράσεως! ὁ ὢν γίνεται καὶ ὁ ἄκτιστος κτίζεται καὶ ὁ ἀχώρητος χωρεῖται, διὰ μέσης ψυχῆς νοερᾶς μεσιτευούσης Θεότητι καὶ σαρκὸς παχύτητι. Καὶ ὁ πλουτίζων πτωχεύει· πτωχεύει γὰρ τὴν ἐμὴν σάρκαν, ἵν᾿ ἐγὼ πλουτήσω τὴν αὐτοῦ Θεότητα. Καὶ ὁ πλήρης κενοῦται· κενοῦται γὰρ τῆς ἑαυτοῦ δόξης ἐπὶ μικρόν, ἵν᾿ ἐγὼ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως. Τίς ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος; Τί τὸ περὶ ἐμὲ τοῦτο μυστήριον; Μετέλαβον τῆς εἰκόνος καὶ οὐκ ἐφύλαξα· μεταλαμβάνει τῆς ἐμῆς σαρκός, ἵνα καὶ τὴν εἰκόνα σώσῃ καὶ τὴν σάρκα ἀθανατίσῃ. Δευτέραν κοινωνεῖ κοινωνίαν, πολὺ τῆς προτέρας παραδοξοτέραν· τότε μὲν τοῦ κρείττονος μετέδωκε, νῦν δὲ μεταλαμβάνει τοῦ χείρονος. Τοῦτο τοῦ προτέρου θεοειδέστερον· τοῦτο τοῖς νοῦν ἔχουσιν ὑψηλότερον.
Ὁ Χριστὸς γεννιέται, δοξάσατε. Ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ συναντῆστε (τον). Ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὴν γῆ ὑψωθεῖτε. Τραγουδῆστε γιὰ τὸν Κύριο ὅλη ἡ γῆ καὶ νὰ γιὰ νὰ πῶ καὶ τὰ δυὸ μαζί: Νὰ εὐφρανθοῦν οἱ οὐρανοὶ καὶ νὰ ἀγαλλιάσει ἡ γῆ γιὰ τὸν ἐπουράνιο, ἔπειτα ἐπίγειο.Καὶ ἐγὼ θὰ φωνάξω τὴν δύναμη (σημασία) τῆς ἡμέρας: Ὁ ἄσαρκος σαρκώνεται. Ὁ Λόγος γίνεται ὑλικός. Ὁ ἀόρατος ὀρᾶται. Ὁ ἀναφὴς ψηλαφιέται. Ὁ ἄχρονος ἀρχίζει, «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερα ὁ ἴδιος καὶ στοὺς αἰῶνες».
Ἕνα (πρόσωπο) ἀπὸ δυὸ ἀντίθετα (φύσεις), σάρκα (ἀνθρώπινη φύση) καὶ Πνεῦμα (Θεία φύση). Ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ μιὰ (ἡ Θεία) ἐθέωσε, καὶ ἡ ἄλλη (ἡ ἀνθρώπινη) ἐθεώθηκε. Ὢ τῆς καινούριας μίξεως! Ὢ τῆς παραδόξου συνθέσεως! Ὁ ὢν δημιουργεῖται καὶ ὁ ἄκτιστος κτίζεται καὶ ὁ ἀχώρητος χωρεῖται διὰ μέσου νοερῆς ψυχῆς ποὺ μεσιτεύει στὴν Θεότητα καὶ (διὰ μέσου) τῆς ὑλικότητας τῆς σάρκας. Καὶ ὁ πλουτίζων πτωχεύει. Ἐπειδὴ πτωχεύει (λαμβάνοντας) τὴν δική μου σάρκα, γιὰ νὰ πλουτήσω ἐγὼ ἀπὸ τὴν δική του Θεότητα. Καὶ ὁ πλήρης ἀδειάζει, ἐπειδὴ ἀδειάζει ἀπὸ τὴν δόξα του γιὰ λίγο, γιὰ νὰ μεταλάβω ἐγὼ ἀπὸ τὴν πληρότητά του. Ποιὸς ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητας; Τί εἶναι αὐτὸ τὸ μυστήριο (ποὺ ἔγινε) γιὰ μένα; Μετάλαβα τὴν εἰκόνα (του) καὶ δὲν τὴν ἐφύλαξα. Μεταλαμβάνει τὴν δική μου σάρκα, καὶ γιὰ νὰ σώσει τὴν εἰκόνα καὶ γιὰ νὰ ἀθανατήσει τὴν σάρκα. Δεύτερη πραγματοποιεῖ κοινωνία, πολὺ παραδοξότερη τῆς πρώτης (τῆς δημιουργίας). Τότε μετέδωσε τὸ καλύτερο (τὴν εἰκόνα του), ἐνῷ τώρα μεταλαμβάνει τὸ χειρότερο (τὴν σάρκα μου). Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὸ προηγούμενο θεοπρεπέστερο. Αὐτὸ εἶναι σὲ ὅσους ἔχουν νοῦ ὑψηλότερο.
«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε, Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθηκε. ᾌσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ…» Μ᾿ ἕνα λόγο: Ἂς εὐφραίνωνται οἱ οὐρανοὶ καὶ ἂς ἀγάλλεται ἡ γῆ γιὰ τὸν ἐπουράνιο, ποὺ κατόπιν ἔγινε ἐπίγειος. Ὁ Χριστὸς παρουσιάζεται μὲ ἀνθρώπινο σῶμα, ἀγαλλιᾶσθε μὲ τρόμο καὶ χαρά. Μὲ τρόμο γιὰ τὴν ἐνοχὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ μὲ χαρὰ γιὰ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας…
Πάλι διαλύεται τὸ σκοτάδι, πάλι ὑπάρχει τὸ φῶς. Πάλι τιμωρεῖται μὲ σκοτάδι ἡ Αἴγυπτος καὶ πάλι ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς φωτίζεται μὲ τὸν πύρινο στύλο. Ὁ λαὸς ποὺ καθόταν στὸ σκοτάδι τῆς ἀγνοίας, ἂς δὴ τὸ μεγάλο φῶς τῆς θεογνωσίας. «Τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε τὰ πάντα καινά». Τὸ νεκρὸ γράμμα ὑποχωρεῖ. Τὸ πνεῦμα ἐπικρατεῖ. Οἱ σκιὲς τοῦ νόμου περνοῦν. Ἡ ἀλήθεια θριαμβεύει. Ὁ Μελχισεδέκ, ποὺ ἦταν ἕνας τύπος, τώρα δείχνει ποιὸν προεσήμαινε, δηλαδὴ τὸν Χριστό. Αὐτός, ποὺ ὡς Θεὸς δὲν ἔχει μητέρα, γεννιέται χωρὶς πατέρα. Γιατί στὸν Δημιουργό της φύσεως δὲν ἰσχύουν οἱ φυσικοὶ νόμοι. Ὅλα τὰ ἔθνη χειροκροτῆστε, γιατί «παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ ὠμοῦ αὐτοῦ καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος». Ἂς φωνάζῃ δυνατὰ ὁ Ἰωάννης Βαπτιστής: «Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου». Καὶ ἐγὼ θὰ φωνάζω τὴν δύναμη καὶ τὴ σημασία τῆς μεγάλης αὐτῆς ἡμέρας (τῶν Χριστουγέννων).
Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἄναρχος καὶ αἰώνιος, τώρα λαμβάνει ἀρχή. Αὐτὸς ποὺ εἶναι αὐθύπαρκτος, δημιουργεῖται. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἄπειρος, χωρεῖται στὴν περιορισμένη ἀνθρώπινη φύση. Αὐτὸς ποὺ πλουτίζει μὲ τὰ ἀγαθά Του τὸν κόσμο, γίνεται φτωχὸς, παίρνοντας ἀνθρώπινο σῶμα, γιὰ νὰ πλουτίσω ἐγὼ μὲ τὴν θεότητά Του. Ποιὸς μπορεῖ νὰ παραστήσει πόσος εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητός Του; Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὺ μαζὶ μὲ τὸν Ἀστέρα τρέξε καὶ μαζὶ μὲ τοὺς Μάγους φέρε Του γιὰ δῶρα, χρυσὸ καὶ λιβάνι καὶ σμύρνα. Τίμησέ Τον ὡς Βασιλέα καὶ Θεὸ καὶ ὡς Λυτρωτή, ποὺ νεκρώθηκε γιὰ σένα. Μαζὶ μὲ τοὺς ποιμένες δόξασέ Τον, μὲ τοὺς ἀγγέλους ὕμνησέ Τον, μὲ τοὺς ἀρχαγγέλους σκίρτησε ἀπὸ χαρά. Ἂς εἶναι κοινὴ ἡ πανήγυρις τῶν οὐρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων δυνάμεων…»

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

Ἀστερίου Ξενοπολίτου*, περί τῶν πειρασμῶν Κατηγορία Αστερίου Ξενοπολίτου, Μοναχοί,



Ἀστερίου Ξενοπολίτου*, περί τῶν πειρασμῶν Κατηγορία Αστερίου Ξενοπολίτου, Μοναχοί, Ορθόδοξη ζωή Δόκιμός τις, ἀναλαβών παρά τοῦ προεστῶτος διακονίαν κανδηλάπτου καί προσερχόμενος μεσονυκτίως ἐν τῷ ναῷ μόνος πρό πάντων τῶν ἀδελφῶν, ἑπειράζετο πολλά ὑπό τοῦ διαβόλου, φόβον ἐκχέοντος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, ὡς δῆθεν ἐκ τοῦ σκότους προεχομένου, καί μήποτε ὁ μιαρός ὄπισθεν ἁρπάσῃ αὐτοῦ καί κρατήσῃ. Ἐντρεπόμενος δέ ὲξαγορεῦσαι τόν τοιοῦτον λογισμόν τῷ προεστῶτι, πολλάκις ἔντρομος ἔφερεν τήν διακονίαν, μέχρι τῆς διατεταγμένης ὥρας, καθ' ἥν ἅπαντες οἱ ἀδελφοί προσήρχοντο διά τήν κοινήν δέησιν καί ἱερουργίαν. Μιᾷ δέ νυκτί, ὅτε κατά τό σύνηθες ὑπό τοῦ πειρασμοῦ ἐταράττετο, καί μή δυνάμενος ἔτι τόν τρόμον φέρειν, προσέπεσεν ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου λέγων· «ἐγώγε Μητέρα σε καί προστᾶτιν ἔχω, ἐγκαταλείψας οἴκον πατρῷον καί γονεῖς καί ἀδελφούς, καί νῦν καθικετεύω σε ταύτην τήν ἀπειλήν φυγάδευσον ἀπ' ἐμοῦ τοῦ ασθενοῦς καί μή δυναμένου ἀντιστῆναι. Εἰ δέ πάλιν ἐπιτρέψῃς, καθ' ἅ σύ γιγνώσκεις καί βούλεσαι, παρακαλῶ σε, Μῆτερ, ἐμήν ψυχήν διαφύλαξον καί πᾶσαν προσβολήν πρός τό συμφέρον ποίησον». Καί παραχρῆμα, πρό τοῦ ἐκεῖνον περαιῶσαι τήν ἱκεσίαν, ἅπας ὁ φόβος καί ὁ τρόμος διελύθη, οὐ μή γε μόνον κατά τήν εἰρημένην, ἀλλ' οὐδέπω ἀπό τοῦδε ἐπανελθών. Ταύτην τήν ἱστορίαν διηγούμενος Ἀστέριος, μή θαυμάζετε, ἔλεγεν, ὅτι ταχυεῖα ἔρχεται ἡ παρά τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί πάντων τῶν Ἁγίων ἀντίληψις καί προστασία, ὅτε πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν παρατιθέμενοι τῇ τοῦ Θεοῦ προνοίᾳ, οὐκ ἐκζητοῦμεν μόνον τήν τῶν πειρασμῶν ἀπαλλαγήν ἀλλά καί πρόθυμοι παθεῖν διακείμεθα ὑπέρ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Καί γάρ ὁ Χρυσσορρήμων λέγει ὅτι τόν προθύμως δεχόμενον παθεῖν ὑπέρ Χριστοῦ, λύει μέν τό πῦρ καί δροσίζει, ἀπαλλάττει δέ ταχέως ὁ ἀγωνοθέτης Θεός ἀπό πάσης δοκιμασίας καί προσβολῆς, ἐπεί τῆς παιδαγωγίας ἄξιος ἐδείχθη ὁ πειρασθείς. Ἐπεί γάρ οὐ γιγνώσκομεν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ποῖον τό τῆς ἡμετέρας ψυχῆς συμφέρον, μή μόνον ζητεῖτε ἀπείραστοι εἶναι, μᾶλλον δέ ὑπομένειν προθύμως διά τόν Χριστόν πᾶσαν προσβολήν καί ἀπειλήν τῶν ὁρατῶν τε καί ἀοράτων ἐχθρῶν, τήν ἐλπίδαν ἔχοντες πρός τόν μόνον δυνάμενον ῥῦσαι ἡμᾶς. Καί γάρ ὁ Κύριος, ὅτε προσηύχετο παρακαλῶν τῷ Πατρί παρελθεῖν ἀπ' αὐτοῦ τό τοῦ πάθους ποτήριον, ταῦτα προσέθηκεν· «πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ' ὡς σύ» καί «εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον παρελθεῖν ἀπ' ἐμοῦ ἐὰν μὴ αὐτὸ πίω, γενηθήτω τὸ θέλημά σου». Τό λοιπόν ἀδελφοί, εἰ μέν ἀποσοβῇ τάς θλίψεις, τοῦτο πρός τό συμφέρον τῆς ψυχῆς γίγνεται, ὅτε τήν πρός τόν Θεόν ἐλπίδα προετάξαμεν ἰδότες ὅτι σμικροί καί ἀσθενεῖς ἐσμέν, εἰ δέ ἐπιτρέπῃ αὐτάς τοῦτο πρός ὠφέλειαν πάλιν, ὅπως διδαχθῶμεν ἡμεῖς τε καί οἱ περί ἡμᾶς ὅτι ἡ δύναμις αὐτοῦ ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. --- Πηγή: Απλά και Ορθόδοξα:

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016

Επιστολή αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς σε ένα μορφωμένο νέο που αποκηρύσσει την πίστη…

Νέε μου, επίτρεψέ μου να σου διηγηθώ μία ιστορία. Δύο καλοί φίλοι χώρισαν και πήγαν να ζήσουν σε δύο διαφορετικές και απομακρυσμένες πόλεις. Μετά από πολύ καιρό συναντήθηκαν πάλι. Ο ένας μιλούσε για τη μία πόλη ενώ ο άλλος για την άλλη. Όμως ο ένας από αυτούς δεν ήθελε με τίποτα να πιστέψει τον φίλο του αλλά άρχισε υπερήφανα να εκφέρει τη δική του γνώμη και για την άλλη πόλη, στην οποία δεν είχε πάει ποτέ.Τούτο, φυσικά, στενοχώρησε βαριά τον φίλο του, και αυτός σώπασε.
Αυτό είστε εσύ και οι γονείς σου. Εσύ ζούσες σε κάποια πόλη της Γνώσης ενώ εκείνοι στην πόλη της Καλοσύνης. Τώρα εσύ τους μιλάς για την εμπειρία σου από την πόλη της Γνώσης, ενώ εκείνοι σε ακούν και πιστεύουν τα λόγια σου. Όταν όμως εκείνοι μιλούν για την δική τους εμπειρία από την πόλη της Καλοσύνης, εσύ περιφρονητικά γελάς και τους αντιμετωπίζεις ως ψεύτες. Άραγε αυτό είναι το ήθος ενός επιστήμονα, να θεωρούμε τη δική μας εμπειρία ως αλήθεια, ενώ των άλλων ως ψέμα;
Η γνώση σου είναι καλή, αλλά η καλοσύνη είναι καλύτερη από τη γνώση. Οι γονείς σου έχουν αυτό το καλύτερο. Από ξένους μάθαινες τη γνώση, από τους γονείς μάθε τώρα την καλοσύνη. Φέρε σε συμφωνία την καλοσύνη και τη γνώση, αλλά με τρόπο που να εξουσιάζει η καλοσύνη τη γνώση και να τη χειραγωγεί.
Επάνω από κάθε τεχνική γνώση στέκεται η πιο σημαντική γνώση της επιστήμης του Χριστού, στην οποία η πιο υψηλή καλοσύνη λέγεται αγάπη, και η πιο υψηλή γνώση λέγεται σοφία. Όσο μεγαλύτερη είναι η κοσμική γνώση χωρίς αυτήν την άγια γνώση, τόσο μεγαλύτερη η ζημία. Και όσο μεγαλύτερος είναι ο κοσμικός πλούτος, χωρίς αυτόν τον ουράνιο πλούτο, τόσο πάλι μεγαλύτερη είναι η ζημιά. Αφού ο Χριστός είναι ο μόνος που μπορεί να προφυλάξει τον μεγάλο γνώστη από την κακή χρήση της γνώσης, τότε μπορεί και τον πολύ πλούσιο από την κακή χρήση του πλούτου. Θυμήσου εκείνον τον γνωστό επιστήμονα, που είπε: «Όλη η γνώση μου απέναντι στην αγνωσία μου είναι σαν μία χούφτα νερού απέναντι στον ωκεανό». Να είσαι κι εσύ μετριόφρων…
Πηγή: http://agiosvasileiospeiraiws.blogspot.gr/2012/10/blog-post_10.html?spref=fb

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ Του πρωτοπρ. Ιωάννη Σ. Ρωμανίδη (+)Καθηγητή Πανεπιστημίου


Pantokratoras
Του πρωτοπρ. Ιωάννη Σ. Ρωμανίδη (+)Καθηγητή Πανεπιστημίου Οι Πατέρες, όταν ομιλούν περί Θεού, αρχίζουν από την Αγία Γραφή καθώς και από το τι είπαν οι προηγούμενοι από αυτούς Πατέρες της Εκκλησίας. Μετά, μέχρις ότου αποκτήσουν την εμπειρία του φωτισμού, δεν θεολογούν οι ίδιοι. Διότι, πριν φθάσουν στον φωτισμό, είναι απλώς μαθηταί. Μαθητεύουν δηλαδή κοντά σε πνευματικούς πατέρες, οι οποίοι τους προετοιμάζουν για τον φωτι-σμό. Τους δίνουν δηλαδή να διαβάσουν Παλαιά και Καινή Διαθήκη, κάθονται μαζί τους και κάνουν ερμηνεία της Αγίας Γραφής για να κατάτοπισθούν ιστορικά επάνω στην Ορθόδοξη Πατερική Παρά-δοσι, τους δίνουν να ασχοληθούν με την νοερά προσευχή, κάνουν νηστεία κλπ. Και γενικά τους ασκούν, ώστε να συντελεσθή η κάθαρσις του νου. Έτσι, έχοντες καθαρό νου, να μπορέσουν οι μα-θηταί αυτοί να δεχθούν την επίσκεψι του Αγίου Πνεύματος.

Όταν έλθη το Άγιον Πνεύμα και αρχίση να προσεύχεται μέσα τους, μόνον τότε αρχίζουν να θεολο-γούν. Μεσα από μια τέτοια πορεία και διαδικασία συντελείται η θεραπεία του ανθρώπου. Στην πρά-ξη, αυτή επιτυγχάνεται με συνεχή, έντονο, μακροχρόνιο αγώνα. Κατ’ αυτόν τον αγώνα η Χάρις έρχεται και φεύγει επανειλημμένα, μέχρις ότου καθαρίση τον αγωνιστή από τα πάθη του και τον καταστήση δόκιμο κατά των Παθών.
Σε όλο αυτόν τον αγώνα δεν βοηθάει καθόλου, μα καθόλου η φιλοσοφία. Διότι αυτό που τελικά καθα-ρίζεται και φωτίζεται δεν είναι η λογική, η διάνοια του ανθρώπου αλλά ο νους του ανθρώπου. Η διάνοια του ανθρώπου καθαρίζεται γρήγορα, στο αρχικό στάδιο του αγώνα.Ο νους, η καρδιά του ανθρώπου χρειάζεται πολύ περισσότερο καιρό για να καθαρισθή, εφ’ όσον, εννοείται, τηρούνται οι ασκητικές προϋποθέσεις.
Όπως έχομε ήδη πει, η διάνοια του ανθρώπου είναι ένα πράγμα, και ο νους του ανθρώπου είναι άλλο πράγμα. Στις ανθρώπινες επιστήμες, εκείνο που φωτίζεται από την επιστημονική γνώσι, είναι η διάνοια του ανθρώπου. Ο πραγματικός θεολόγος όμως φωτίζεται διπλά. Σ’ αυτόν πρέπει να φωτισθεί και η λογι-κή, δια της Κατηχήσεως, κυρίως όμως ο νους, δηλαδή η καρδιά του, η πνευματική καρδιά.
Στην Δυτική Θεολογία όμως, επειδή οι θεολόγοι τους ταύτισαν την φώτισι του Αγίου Πνεύματος με την εναρμόνηση της λογικής σύμφωνα με τα αρχέτυπα του Πλάτωνος, τα οποία κατ’ αυτούς είναι μέσα στον Θεό, συνέβη ώστε η φώτιση – κατά τον Αυγουστίνο – να ταυτίζεται με το να γνωρίσει ο άνθρωπος τα αρχέ-τυπα αυτά, αν όχι απ’ ευθείας, τουλάχιστον μέσω των κτισμάτων. Συγκεκριμένα μέσω της μελέτης της Αγίας Γραφής, του στοχασμού επάνω στην Αγία Γραφή και της φιλοσοφίας. Έτσι, λένε, γνωρίζοντας ο άνθρωπος τα αρχέτυπα, αυτόματα γνωρίζει τους νόμους της αληθείας, της ηθικής συμπεριφοράς.
Εξ επόψεως Δυτικής θεολογικής παραδόσεως έχει μεγάλη σημασία η οντολογία, διότι η οντολογία είναι το θεμέλιο των θεολογικών διακρίσεως που διατυπώνονται στην Δυτική Θεολογία. Και τούτο, επειδή απε-κόπησαν οι Δυτικοί από την εμπειρία του φωτισμού και της θεώσεως της Πατερικής παραδώσεως. Οπότε, αντί να θεολογούν βάσει της εμπειρίας του φωτισμού και της θεώσεως, οι μεν Προτεστάντες, πιστεύουν ότι η μόνη πηγή αληθείας είναι η Αγία Γραφή, οι δε Παπικοί πιστεύουν ότι η Αγία Γραφή, τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας και η προφορική Παράδοση της Εκκλησίας και αμφότεροι κάθονται απλώς και διαβάζουν τα βιβλία αυτά, πιστεύοντας ότι την ώρα που τα διαβάζουν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα μέσα τους, το οποίο τους φωτίζει να κατανοούν ορθά εκείνα που διαβάζουν. Μάλιστα οι Προτεστάντες, επειδή πιστεύουν ότι το χάρισμα της ερμηνείας των Γραφών εδόθη σε ολόκληρη την Εκκλησία, την ανάγνωσι της Αγίας Γραφής την κάνει όλος ο σύλλογος, δηλαδή όλα τα μέλη μιας Προτεσταντικής Ομολογίας, άσχετα αν κάποιος είναι παπάς ή δεν είναι παπάς.
Στην Παπική Εκκλησία όμως πιστεύουν ότι το Άγιο Πνεύμα εδόθη κυρίως στην Ιεραρχία. Γι’ αυτό και κατά τις χειροτονίες οι επίσκοποι τους λένε στον χειροτονούμενο: «Λάβε Πνεύμα Άγιον»! θέλουν να δείξουν δηλαδή οι χειροτονούντες ότι είναι διάδοχοι των Αποστόλων. Όπως είπε ο Χριστός στους Αποστόλους «Λάβετε Πνεύμα Άγιον», έτσι και αυτοί υποτίθεται ότι έχουν και δίνουν Πνεύμα Άγιον. Και δίδεται Πνεύμα Άγιον στους επισκόπους τους, για να μπορούν αυτοί μαζί με τον Πάπα της Ρώμης, που έχει και αυτός το Πνεύμα το Άγιον, να αποφαίνονται σωστά περί των θεμάτων που τους απασχολούν.
Στην Ορθόδοξη Παράδοση όμως έχομε τους Προφήτες,τους Αποστόλους και τους Αγίους,οι οποίοι δεν είναι απλώς αυθεντίες αφ’ εαυτού των, αλλά είναι αυθεντίες εξ αιτίας της εμπειρίας της θεώσεως και μόνον. Οπότε και ο καθένας, ο οποίος φθάνει στην εμπειρία της θεώσεως, γίνεται και αυτός αυθεντία, επειδή μετέχει στην αυθεντία εκείνων. Αυτός δεν λέγει τίποτε διαφορετικό απ’ ότι είπαν εκείνοι, διότι απέκτησε κοινή εμπειρία με εκείνους. Όσοι έχουν την ίδια εμπειρία, λένε τα ίδια πράγματα.
Ο ορισμός της Μεταφυσικής ή της Οντολογίας είναι ότι είναι μία επιστήμη, η οποία ασχολείται με εκείνο που δεν αλλάζει, με εκείνο που παραμένει αναλλοίωτο, με το «όντος ον» ή ακόμη και με εκείνο το οποίο παραμένει αναλλοίωτο για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο όμως δεν μπορεί να ελεγχθή. Συμβαίνει όμως σήμερα οι θετικές επιστήμες να έχουν αποδείξει ότι στον κτιστό κόσμο τα πάντα είναι σχετικά, τα πάντα αλλάζουν. Γι’ αυτό σήμερα έχει πλήρως εγκαταλειφθή η άποψις ότι υπάρχει κάτι το «οντολογικόν», εξ επόψεως του παραμένοντος, του αμεταβλήτου. Από την Αστρονομία κυρίως ξέρομε ότι εδώ και περίπου 15 δισεκατομμύρια χρόνια, όσο είναι ή ηλικία του σύμπαντος, ο κόσμος συνεχώς αλλά-ζει και μαζί του όλα τα κτίσματα.
Στην Ορθοδοξία όμως, όταν μιλάμε για τον Θεό, λέμε ότι ο Θεός «πάντοτε υπήρχε και πάντοτε θα υπάρχει». Αυτό όμως τι σημαίνει; Μας αποκαλύπτει το είναι του Θεού; Όχι βέβαια, διότι είναι κάτι το αποφατικό. Σημαίνει δηλαδή η παραπάνω έκφρασις ότι ο Θεός δεν είναι σαν αυτά τα πράγματα του κτιστού κόσμου που μεταβάλλονται και τα οποία κάποτε δημιουργήθηκαν, υπάρχουν για ένα διάστημα και μετά σταματούν να υπάρχουν. Ο Θεός πάντα υπήρχε και πριν υπάρξει αυτός ο κόσμος και θα υπάρχει και μετά το τέλος αυτού του κόσμου, αναλλοίωτος. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός είναι αΐδιος και αθάνατος κατά φύσιν. Αυτή όμως η έκφρασις μας λέγει τι δεν είναι ο Θεός. Όχι το τι είναι.
Η μεταφυσική όμως επιστήμη είναι – σύμφωνα με τους οπαδούς της – η επιστήμη του όντος. Όχι του μη όντος. Εξετάζει δηλαδή αυτό που υπάρχει, αυτό που είναι. Όχι εκείνο που δεν είναι, που δεν υπάρχει.
Οι Πατέρες, όταν μιλούν για τον Θεό, λένε ότι ο Θεός είναι άγνωστος κατά την ουσία Του. Δεν γνω-ρίζουμε το «είναι» του Θεού, το τι είναι ο Θεός, το όντως ον. Λένε μάλιστα ότι ούτε μπορούμε ποτέ να γνωρίσουμε τον Θεόν κατά την ουσία Του. Ξέρομε μόνον ότι υπάρχει. Πώς το ξέρομε αυτό; Επειδή μας έχει αποκαλύψει την δόξα Του,την ενέργεια Του,το Φως Του.Και, όταν βλέπη κανείς το Φως του Θεού,δεν καταλαβαίνει, δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να γνωρίσει το «τι είναι ο Θεός». Γι’ αυτό λέμε ότι ο Θεός είναι Μυστήριο.
Ιωαννου Σ. Ρωμανίδου, Πατερική Θεολογία, Εκδόσεις Παρακαταθήκη, 2004, Πρόλογος Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μετάλληνου, Επιμέλεια – Σχόλια: Μοναχού Δαμασκηνού Αγιορείτου.

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

Ο καρπός μιας νυχτερινής προσευχής


- Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…, η φωνή του Αφυπνιστή* αντήχησε μέσα στην παγωμένη νύχτα του χειμώνα και ταυτόχρονα ένας ρυθμικός χτύπος ακούστηκε στην πόρτα του κελλιού. Ο μοναχός ξύπνησε. Κοίταξε γύρω του. Σκοτάδι απλώθηκε σ’ όλο το κελλί του. Η αμέλεια ρίχνει τα πρώτα βέλη της, για να λαβώσει τον αγωνιστή.

- «Είναι νωρίς ακόμη», του ψιθυρίζει. «Κοιμήσου λίγο να ξεκουραστείς και αργότερα με όρεξη… θα κάνεις τα πνευματικά σου».

Ο μοναχός όμως δε φαίνεται να συμφώνησε με το λογισμό.

- «Αμήν», απαντά αμέσως. Η πρώτη νίκη της νύχτας! Και ταυτόχρονα χαρά μεγάλη στον ουρανό. Οι άγγελοι χειροκρότησαν τον αγωνιστή. Αλλά ο δαίμονας της αμέλειας δεν αποθαρρύνεται.

- «Είναι νύχτα και έχει υγρασία. Πώς θα προσευχηθείς;»

Και είναι αλήθεια πως στον Άθω αυτή την εποχή έχει υγρασία. Το «δι’ ευχών» ακούγεται και πάλι έξω από την πόρτα.

- «Αμήν! Αμήν!», ξαναφώναξε ο Αδελφός. Δεν υπέκυψε στη φωνή του Πονηρού, που προσπαθούσε να τον δελεάσει με την πρόσκαιρη απόλαυση του ύπνου.

- «Ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι», ψέλισσε. Ύστερα επικαλέστηκε τον Κύριο: «Βοήθα με, Θεέ μου, να σηκωθώ». Ο φύλακας άγγελος της ψυχής, που αγρύπνησε όλη τη νύχτα στο κελλί του μοναχού, χαρούμενος τού έδωσε το χέρι, για να τον σηκώσει, κι έτσι ο αδελφός πετάχτηκε ολόρθος επάνω. Φόρεσε το μάλλινο χοντρό σκούφο του και ψηλαφώντας με τα ροζιασμένα χέρια του τους κρύους τοίχους, άναψε με δυσκολία το καντήλι.

Έπειτα σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια αργά-αργά κι ατένισε διστακτικά και με φόβο προς το αμόλυντο πρόσωπο του Κυρίου. Ύστερα γύρισε προς την Κυρία του Όρους. Εκεί πήρε η έκφραση του προσώπου του ένα παρακλητικό ύφος. Τέλος στράφηκε και πάλι προς τον Παντοδύναμο με αποφασιστικότητα.

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

π.ΣΑΒΒΑΣ ΛΑΠΠΑΣ ΤΗΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ - Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ


ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΗΝ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΣΕ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ Ο ΡΣ ΜΑΣ
pSavvasLappas_02


"Ο π.ΣΑΒΒΑΣ ΛΑΠΠΑΣ ΗΤΑΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΑΓ.ΣΑΒΒΑ ΤΗΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ ΚΑΙ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΜΟΥ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΜΑΚΡΗ .
ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΣ , ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΛΛΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΠΡΟΙΚΙΣΜΕΝΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ . Η ΣΙΩΠΗ ΚΑΙ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΟΥ ΔΙΕΚΡΙΝΑΝ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΑΣΚΗΣΗ . ΖΟΥΣΕ ΑΠΟ ΤΟ 1960 ΠΕΡΙΠΟΥ ΣΤΟ ΚΑΘΙΣΜΑ ΤΟΥ Τ.ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΟ ΚΑΝΤΟΥΝΙ ΚΑΛΥΜΝΟΥ ΕΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ . Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ π.ΜΩΥΣΗΣ ΕΓΡΑΨΕ ΟΜΩΝΥΜΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΒΛΕΠΕΙ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΥΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ( ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΗΝΟΣ )."
pSavvasLappas 01
pSavvasLappas 02
pSavvasLappas 03
pSavvasLappas 04
pSavvasLappas 05
pSavvasLappas 06
pSavvasLappas 07
pSavvasLappas 08
pSavvasLappas 09
pSavvasLappas 10
pSavvasLappas 11
pSavvasLappas 12
pSavvasLappas 14
pSavvasLappas 15
pSavvasLappas 16
pSavvasLappas 17
pSavvasLappas 18
pSavvasLappas 19
pSavvasLappas 20
pSavvasLappas 21

Ο ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΚΟΥΡΟΥΝΗΣ. ΙΕΡΑΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΛΥΜΝΟΥ.


   Ο ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΚΟΥΡΟΥΝΗΣ

Ο πατήρ Ιερόθεος Κουρούνης γεννήθηκε στην Κάλυμνο το 1855.

Δεν τελείωσε το σχολείο, γιατί σε ηλικία 9 ετών έφυγε για το  Άγιον Όρος. Εκεί παρέμεινε έξι περίπου χρόνια ως υποτακτικός σε Γέροντα. Ή υπακοή και η προσευχή του έδωσαν την δύναμη να μπορέσει να ακολουθήσει σταθερά τον δρόμο του μοναχισμού και να αναδεχθεί στο μέλλον ένας άξιος λειτουργός του Κυρίου. Κατά την παραμονή του στο Άγιον Όρος συνέβη κάτι πού του προξένησε θαυμασμό και μίμηση ενός θεάρεστου έργου του Γέροντά του. Παρατήρησε ότι ό Γέροντάς του έφευγε κάθε πρωί από το κελί και γύριζε πολύ αργά. Τού κίνησε την περιέργεια και κάποια ημέρα πήρε την απόφαση να τον ακολουθήσει, για να δει πού πάει και τί κάνει. Έμεινε κατάπληκτος, όταν τον είδε να περιποιείται ένα λεπρό μοναχό. Τόσο τον θαύμασε, πού ζήτησε την ευλογία του για να το κάνει και αυτός. Έτσι ο μικρός δόκιμος έπλεε σε πελάγη ευτυχίας! Το διακόνημά του κράτησε όσο έμεινε στο Άγιον Όρος. Εκεί πήρε το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα και χειροτονήθηκε Ιερέας.
 Μετά από αρκετά χρόνια πήρε την απόφαση να επιστρέψει στην πατρίδα του την Κάλυμνο. Στο νησί του εγκαταστάθηκε σε ένα δικό του κτήμα στην περιοχή Καμάρι στον Πάνορμο. Μέ προσευχή και ακούραστη θέληση τακτοποίησε το μικρό αγρόκτημα του, φυτεύοντας διάφορα δένδρα και ότι άλλο τού ήταν χρήσιμο. Εκτός της γεωργίας, ασχολούνταν και μέ την ζωγραφική. Στην αρχή φιλοτέχνησε τον Ταξιάρχη, μία μεγάλη εικόνα πού την χάρισε στον ‘Ιερό Ναό Ταξιάρχου στο Καμάρι, όπου εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα. Επίσης αγιογράφησε και μία ωραία εικόνα της Παναγίας, πού βρίσκεται ακόμη στο εκκλησάκι της Παναγίας «Ψιλιανης» κοντά στο Γυμνάσιο της Ενορίας Αναστάσεως.
 Ο διάβολος όμως φθόνησε τις πνευματικές του προσπάθειες και του δημιούργησε ένα θλιβερό περιστατικό. Μία γυναίκα υπό την επήρεια του διαβόλου τον συκοφάντησε ότι είχε πέσει σε σαρκικά αμαρτήματα μέ κάποια άλλη γυναίκα. Όταν το έμαθε, λυπήθηκε πάρα πολύ, την συγχώρησε, αλλά και της είπε: «Πήγαινε, κυρά μου, και ας σε ελεήσει η Παναγία». Όμως ο δικαιοκρίτης Κύριος την τιμώρησε μέ πολύ παράδοξο τρόπο, για να παραδειγματιστούν στο μέλλον και όσοι άλλοι υποφέρουν από το πάθος της φιλοκατηγορίας και ιεροκατηγορίας. Ξαφνικά μόλις πήγε να μιλήσει, η φωνή της έβγαινε σαν τού κόρακα, ενώ το σώμα της γέμισε φτερά…
 Κουρασμένος ψυχικά αποφάσισε να φύγει από το κτήμα του και να πάει επάνω στον λόφο, όπου σήμερα βρίσκονται οι Άγιοι Πάντες. Χάρισε το κτήμα σε συγγενικά πρόσωπα και ξεκίνησε για νέους αγώνες. Εκεί αναπαύτηκε το πνεύμα του και έμεινε για πάντα. Άρχισε να κτίζει κελλάκια και την εκκλησία των Αγίων Πάντων. Αγιογράφησε πολλές εικόνες τις όποιες τοποθέτησε στην εκκλησία του. Οι προσευχές, οι νηστείες και όλη εν γένει η αγία ζωή του συντέλεσαν, ώστε πολύς κόσμος να πηγαίνει να προσκυνά στην Μονή και να αναπαύεται μέ την ιερά εξομολόγηση. Απέκτησε συνοδεία εβδομήντα γυναικών, από τις όποιες οι δέκα μόνασαν. Όλος ο κόσμος τον αγαπούσε. Τον είχε επισκιάσει η Θεία Χάρις και τον εκτιμούσαν όλοι. Συχνά τού έκαναν την ερώτηση: «Γέροντα, γιατί σε αγαπά τόσο πολύ ο κόσμος; Υπάρχει κανένα μυστικό;». Μετά από πολλές πιέσεις τούς διηγήθηκε την Αγάπη πού χάρισε στον λεπρό μοναχό…