Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2024

Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ

 


*Που είναι ό Χριστός της Ευρώπης; Που θα γεννηθή ό Χριστός; Μήπως στην ατσαλένια κονίστρα πού γεννήθηκε το γερμανικό βρέφος, ό ευρωπαϊκός πόλεμος; Χριστιανισμοί εδώ, χριστιανισμοί εκεί, στην έρημο και στις πόλεις, στα κανόνια και στους φόνους, μα ό Χριστός πουθενά: «Ότι ήραν τον Κύριον μου και ουκ οίδα που έθηκαν αυτόν» (Ίω. 20, 13). Ήρθαν πολλοί με το ένδυμα του Χριστού επάνω τους και τον λύκο μέσα τους. Ήρθαν πολλοί με το ό­νομα του Χριστού λέγοντας: «Εγώ ειμί ό Χριστός», μα διέκρινα πώς αγάπη Χριστού δεν είχαν μέσα τους....

*Τροφή μου είναι τα βιβλία, γράμματα τρώω - με τα γράμματα τρέφομαι. Βιβλιοφάγος και γραμματοφάγος, για αυτό είμαι μονίμως πεινασμένος και διψασμέ­νος. Σαν να μου έχουν πέσει τα αυτιά και δεν ακούω τούς λόγους Εκείνου: «Εμόν βρώμα έστιν, ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με» (Ίω. 4, 34). Το γράμμα αποκτείνει, το πνεύμα ζωοποιεί. Όλη ή σοφία του αν­θρώπου και όλη ή επιστήμη δεν είναι τάχα ένα κομποσκοίνι από γράμματα; Ό άνθρωπος έγινε γραμματισμένος, έγινε όλος ένα αλφάβητο και νομίζει πώς έ­γινε το αλφάβητο όλου του κόσμου και του Θεού. Ό πολιτισμός μας γεννήθηκε μέσα στα τυπογραφεία, και κάθε τί το πολιτισμένο υποκλίνεται μπροστά στα γράμματα, σε αυτά τα λεπτεπίλεπτα είδωλα. Έτσι, τα γράμματα έγιναν ό θησαυρός και οι εκτιμητές κάθε α­ξίας. Ακόμα και ό Θεός άρχισε να εκτυπώνεται αφού έπαψε να βιώνεται και να επιβιώνει. Τα τυπογραφεία μεταμορφώθηκαν σε ναούς, σε βασίλεια των γραμμά­των, αυτός είναι ό πολιτισμός μας. Βασίλευσε το γράμμα και σήμερα σκοτώνει την Ευρώπη, αφού «το γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β' Κορ. 3,6).

*Όταν μπαίνω σε αίθουσα δίχως εικόνα, μου μοιάζει τυφλή, απρόσωπη, δίχως παράθυρο στον ου­ρανό.

*Ή προσευχή είναι πρόσφορο ζυμωμένο από δά­κρυα και καρδιά.

*Για ποιό λόγο υπάρχει ό χρόνος; Ποιό το νόημα του χρόνου; Μα για να σαρκώσει την αιωνιότητα, διά της σαρκώσεως του Θεού σε άνθρωπο. Για να επιτελέ­σει την θέωση του ανθρώπου, διά του Θεανθρώπου, και διά μέσου του ανθρώπου την θέωση του χρόνου και του χώρου, δηλ. του κόσμου (Ρμ. 8, Έφ. 1 και 4, Κολ. 2). Η σάρκωση του Θεού Λόγου, η ενανθρώπηση Του αποτελεί το κέντρο του χρόνου και της ύλης, του ανθρώπου ως ψυχοφυσικής υπάρξεως.

*Από τότε πού εμφανίστηκαν σε μας οι εφημερί­δες, ή ανάγνωση δηλαδή των εφημερίδων, έγιναν ή «πρωινή προσευχή του μοντέρνου ανθρώπου». Αυτός ό «μοντέρνος» άνθρωπος μεταλλάσσεται γοργά σε «υπάνθρωπο» του οποίου ό πρόγονος μα και ό έσχα­τος απόγονος είναι ό «απάνθρωπος».

*Στον Οικουμενισμό, όλες οι αδυναμίες, οι απο­κλίσεις, τα λάθη, προέρχονται από την κατάχρηση του Αγίου Πνεύματος. Στην περίπτωση αυτή απαιτού­νται οι αυστηρότατοι περιορισμοί και ή διορατικότη­τα των Πατέρων: το Άγιο Πνεύμα δίδεται μονάχα στην Εκκλησία του Θεανθρώπου, ως ανταμοιβή της πίστεως στον Θεάνθρωπο. Απόδειξη αυτού είναι ή Πεντηκοστή. Δεν δίδεται εκτός Εκκλησίας, εκτός Θε­ανθρώπου. Όλες οι αποκλίσεις δεν είναι παρά ανθρω­πιστικές πλάνες. Αυτή είναι η αποστολική παράδοση και κληρονομιά.

*Εξάλλου, έτσι δικαιολογούνται όλες οι δυτικές «εκκλησίες» και αιρέσεις, τα φορτώνουν όλα στο Πνεύμα το Άγιο. Πορεύονται «κατ' άνθρωπον» με τον ακόλουθο τρόπο: αντί της μεθόδου του Σωτήρος -της αναγεννήσεως του έσω άνθρωπου- οδεύουν την οδό του ευρωπαϊκού ουμανισμού πασχίζοντας να με­ταμορφώσουν το πρόσωπο, διά της κοινωνίας και όχι διά της οδού του Σωτήρος ή οποία συνίσταται στη σωτηρία του άνθρωπου, διά του Θεού και όχι διά της κοινωνίας.

*Μην πορεύεσαι μονάχος κανένα δρόμο του κό­σμου αυτού παρά μονάχα έχοντας μπροστά σου τον Κύριο Ιησού ή με την ευχή του Ιησού εμπρός σου, με την πίστη σε Εκείνον εμπρός σου, με την αγάπη προς Εκείνον εμπρός σου, με την ανάσα, το δάκρυ και την κραυγή προς Εκείνον εμπρός σου. Τότε θα φεύγει από μπροστά σου κάθε θάνατος και κάθε πει­ρασμός, μα όχι εξαιτίας σου αλλά εξαιτίας Εκείνου πού στέκει μπροστά σου.

*Ό Κύριος χάριν της νηστείας δίδει την προσευ­χή σε αυτόν πού νηστεύει. Για χάρη πάλι της προσευ­χής, δίδει την νηστεία.

*«Ου γάρ έστιν ή βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Αγίω Πνεύματι» (Ρμ. 14, 17). Ό χριστιανοσοσιαλισμός ή ό κομμουνισμός υπερτονίζει το αντίστροφο ρητό: ή βα­σιλεία του Θεού είναι βρώσις και πόσις!

*Δία του Βαπτίσματος, ό καθένας μας καθίσταται ένας πιθανός άγιος. Οι Άγιοι εφάρμοσαν στην ζωή τους όλο το πρόγραμμα της ζωής, προδιαγεγραμμένο διά του αγίου Βαπτίσματος, σπερματικώς δοσμένο.

*Εκείνο πού δεν μπορεί να συνθλίψει ή μυλόπε­τρα της λογικής θα το συνθλίψει ή μυλόπετρα της Χάριτος... Ή προσευχή λεπτύνει σταδιακά την ψυχή, εξαλείφει ακάθαρτους λογισμούς και αισθήματα, με­ταπλάθει ατέλειες. Το σώμα στο τέλος καθίσταται να­ός του Αγίου Πνεύματος. Αυτός είναι ό δρόμος του Χριστιανού: από τον εαυτό του προς τον Θεό, πού ση­μαίνει από τον διάβολο προς τον Θεό. Και αν ακόμη ό Θεός απέσυρε όλα τα θαυμάσια Του από αυτό τον σκοτισμένο πλανήτη, δεν έχει αποσύρει όμως το πιο αγαπητό Του θαύμα: τούς οικτιρμούς και το έλεος. Αυτά θα τα αποσύρει τελευταία, κατά την ήμερα της Φοβέρας Κρίσεως.

*Τι είναι οι Βίοι των Αγίων; Είναι τα δόγματα μεταφρασμένα σε ζωή. Και τι είναι τα δόγματα; Είναι οι βίοι των Αγίων στην πράξη.

*Με την προσευχή να ξηραίνεις τα πάθη της δια­νοίας σου, με την νηστεία τα πάθη του σώματος. Για­τί μέσα από αυτές τις δύο αρετές ενεργούν όλες οι υ­πόλοιπες.

*Την αμαρτία και το κακό θα πρέπει να τα εκλά­βουμε ως ασθένεια της ανθρώπινης φύσης και όχι σαν φυσική αναγκαιότητα, σαν ένα ατύχημα, αρρώστια, σαν τον ορμαθό όλων των ασθενειών: τον θάνατο, τον όποιο καλούμαστε να θεραπεύσουμε.

*Ούτε ό θάνατος είναι αναγκαιότητα, ούτε ή δου­λεία στην αμαρτία και το κακό, ούτε και ή υπηρεσία στο διάβολο. Όποιος με αυτό τον τρόπο σκέφτεται ή έτσι διδάσκει ή το ισχυρίζεται, δεν είναι Χριστιανός. Αντίθετα, είναι χριστιανομάχος αφού απορρίπτει την ουσία του Χριστιανισμού και όλο τον αγώνα του Χριστού, την σωτηρία. Επειδή Εκείνος ήρθε για να μας σώσει: από τον θάνατο, την αμαρτία, τον διάβολο. Έτσι για πολλούς ό Χριστιανισμός έπαψε να είναι ά­σκηση και αναγκαιότητα και κατήντησε: κόσμημα ή εθνικό έθιμο, λαϊκή παράδοση, μνημείο, ηθικισμός, φιλοσόφημα, όλα έκτος από ριζοσπαστική μεταμόρ­φωση του ανθρώπου, από θνητό σε αθάνατο, από αμαρτωλό σε αναμάρτητο, από διαβολεμένο σε άνθρω­πο του Θεού. Ο Χριστιανισμός έγινε ρηχός, τόσο ρη­χός πού καταστράφηκε πλήρως. Έτσι, ό υλικός πολι­τισμός έγινε το πάν. Χάθηκε ή αίσθηση της αθανα­σίας και κατά συνέπεια της ευλάβειας; του ουρανού, της ουρανίου καταγωγής του ανθρώπου, της θεοειδείας του.

*Ή διάνοια του ανθρώπου αποσυντίθεται επειδή δεν έχει μέσα του Θεό, δεν έχει εντός του τίποτε το θεϊκό, είναι σαν το κρέας δίχως το αλάτι. Ή διάνοια σαπίζει, φθείρεται, εξαιτίας της αθεΐας και της απι­στίας και διαχέεται, «και ο μη συνάγων μετ' εμού σκορπίζει» (Μτ. 12, 30).

*Μετάνοια! Μόλις ό Πανοικτίρμων Κύριος αφυ­πνίσει μέσα στον άνθρωπο την συναίσθηση της αμαρτωλότητος, τον εισάγει ήδη στον αγώνα κατά της α­μαρτίας.

*Ή αλήθεια της Εκκλησίας δεν είναι ένα αξίω­μα, δεν είναι μία διδασκαλία, δεν είναι ένα συλλογιστικό συμπέρασμα, δεν είναι μία λογική έννοια, αλλά Πρόσωπο Ζωντανό, ό Θεάνθρωπος Χριστός, πάντοτε παρών, ως σώμα και Κεφαλή της Εκκλησίας.

*Ή Ορθοδοξία δεν αποδεικνύεται αλλά επιδει­κνύεται: «έρχου και ίδε», πρώτιστα τον Θεάνθρωπο Χριστό, τούς Αγίους, τούς Μάρτυρες....

*Εκκλησιολογία, είναι ή καθολική, γενικευμένη Χριστολογία, ή Χριστοποίηση. Είναι ή εφαρμοσμένη Χριστολογία ή οποία περικλείει ολόκληρη την σωτηριολογία. Μια εμπειρική Χριστολογία, αυτό είναι ή Εκκλησιολογία.

*Να μελετάς την Αγία Γραφή, διά μέσου των Α­γίων Πατέρων και ταυτόχρονα να μιμείσαι την βιοτή τους.

*Ό ναός είναι ένα κομμάτι του ουρανού επί της γης, μια εξουράνωση της γης, μια όαση αθανασίας.... μια όαση παραδείσου μέσα στο πέλαγος της επιγείου κολάσεως.

* Είθε ή ζωή μας έξω από τον ναό να γίνει προέ­κταση της ακολουθίας του ναού: προέκταση της προ­σευχής μας, της κατάνυξης και της ταπείνωσης μας.

*Ή γνώση δεν είναι απαραίτητη για την αιώνια ζωή. Για την αιώνια μακαριότητα δεν είναι απαραίτη­τη ή εμπειρική γνώση του κακού.

*Κύριε, το σώμα μου δεν είναι δικό μου εφόσον διά της νηστείας και της προσευχής δεν το καταστή­σω, δικό Σου. Ή ψυχή μου, ή συνείδηση μου, δεν εί­ναι δικά μου εφόσον διά της ευαγγελικής ασκήσεως δεν τα καταστήσω δικά Σου. Τα μάτια μου δεν είναι δικά μου και τα αυτιά μου το ίδιο, εφόσον διά της χα­ριτωμένης βιοτής δεν τα καταστήσω δικά Σου.

*Ή σκέψη είναι πάντοτε μια καρφίτσα: πάνω της δεν μπορείς ποτέ σου να σταθής. Μονάχα ή προσευχή είναι βράχος ακλόνητος επάνω στον όποιο μπορώ ολόκληρος να στέκομαι και να επιβιώνω.

*Ή αθεΐα έγινε συστατικό μέρος της κρατικής ι­δεολογίας, της πολιτικής ιδεολογίας και κατά συνέπειαν ένα καθήκον του πολίτη, του υπηκόου. Ότι δεν είναι στην ιδία γραμμή, είναι άντιεξουσιαστικό, ενά­ντιο στους υπηκόους. Αυτή είναι ή πολιτική νομιμο­φροσύνη: όποιος αντιτίθεται στην αθεΐα είναι προδό­της του κράτους. Ό αντίθεος είναι το θεμέλιο των αθεϊστικών και ολοκληρωτικών κυβερνήσεων. Αποτε­λεί όμως το θρησκευτικό, θεοκρατικό και αντιθεοκρατικό θεμέλιο του κράτους, τον τύπο του. Ή αθεΐα έγι­νε η πίστη του ουτοπικού σοσιαλισμού.

*Αγώνας με τα πάθη. Ή γνώση είναι σαν ένα μι­κρό νησάκι στον ωκεανό της ανθρωπινής υπάρξεως. Για μια στιγμή το πλημμυρίζει κάποιο πάθος με τα οργισμένα του κύματα. Τότε είναι πού ό άνθρωπος κα­τανοεί πόσο λίγο έχει εμπεδώσει, έχει εμβαθύνει, έχει ριζώσει την γνώση του στον Κύριο και Χριστό. Για παράδειγμα το πάθος του θύμου, προς στιγμήν θολώ­νει αυτή την ελάχιστη γνώση μέσα στον άνθρωπο, το ίδιο και το πάθος της φιλαργυρίας, της φιληδονίας, του φθόνου, της γαστριμαργίας. Ποιό είναι το καινό στους Αγίους; Το ότι διεύρυναν αυτή τους την γνώ­ση, την εμβάθυναν και την ρίζωσαν στον Χριστό. Έτσι, δεν μπορεί να τούς καταπιεί το πάθος, μπορεί μο­νάχα να τούς πειράξει. Βρίσκονται σε μια συνεχή νήψη ψυχής και καρδίας και γι' αυτό ποτέ δεν έχουν α­νάπαυση στον αγώνα τους.

*Στον σύγχρονο Οικουμενισμό, όλα βασίζονται στην ακόλουθη θέση, στο ουμανιστικό αξίωμα: ή Εκ­κλησία δεν είναι μία αλλά πολλές. Είναι σαν ή Εκ­κλησία να κομματιάστηκε. Ή Εκκλησία όμως δεν μπορεί να διαιρεθεί. Από αυτήν μπορεί κανείς μονά­χα να εκπέσει και όχι να αποκοπεί. Στην ουσία της ή Εκκλησία είναι Θεανθρώπινος οργανισμός, Θεανθρώπινο σώμα, το Πρόσωπο του Θεανθρώπου και για αυτό είναι πάντοτε μία, σε όλους τούς κόσμους μία. Σε αυτό έγκειται ή οικουμενικότητα της, ή καθολικό­τητα. Ό σύγχρονος Οικουμενισμός δεν είναι τίποτε περισσότερο από ψεύτικους χριστούς, ψεύτικους μεσ­σίες, ψεύτικους προφήτες, γεμάτος από ποικιλότητα πίστεων, ολιγοπιστίας και τέλος παντελούς απουσίας. Ή προβληματική του συγχρόνου Οικουμενισμού εί­ναι καθαρά κοσμική, πολιτικάντικη και στην ουσία της κομμουνιστική - παπιστική. Τα πάντα ανάγονται σε «κοινωνικές» αξίες και μάλιστα γήινες και παροδι­κές. Δεν υπάρχει το Θεανθρώπινο επίκεντρο, ή προ­βληματική του Ευαγγελίου: δεν επιζητείται «πρώτον ή Βασιλεία του Θεού» και ή δικαιοσύνη Του αλλά το βασίλειο του κόσμου αυτού και όλα όσα είναι εξ αυτού.

*Το ζήτημα της ενότητος δεν μπορεί να επιλυθεί με κανέναν «διάλογο» παρά μονάχα διά της μετανοίας ενώπιον του Θεανθρώπου, ό όποιος είναι ή Εκκλη­σία: «μνημόνευε ουν πόθεν πέπτωκας και μετανόησον» (Αποκ. 2, 5). Δίχως τον Θεάνθρωπο, οι δήθεν εκκλησίες δεν είναι τίποτε περισσότερο από «συνα­γωγές του Σατανά» (Αποκ. 2, 9). Ή έξοδος από την αίρεση είναι: «μετανόησον...» (Αποκ. 2, 16). Αυτό ι­σχύει για κάθε αίρεση, για όλες τις «232» αιρέσεις -εκκλησίες. «Μνημόνευε ουν πώς είληφας και ήκουσας (την Ιερά Παράδοση της Αληθείας) και τήρει και μετανόησον...» (Αποκ. 3, 3). Διά του οικουμενισμού εισέβαλε στην Εκκλησία και επεβλήθη ή καθα­ρώς κοσμική και διεθνής αθεϊστική, κομμουνιστική προβληματική. Σήμερα είναι αδύνατον για την γνή­σια Εκκλησία να εκφραστεί γιατί, που είναι οι γνή­σιοι μάρτυρες της - οι Μάρτυρες, μα και οι πρώτοι της θεολόγοι; Έτσι επλήθυναν οι ρηχοί, ουμανίζοντες, παπίζοντες, αιρετίζοντες και προτεσταντίζοντες θεολόγοι....

*Κάθε στιγμή της ζωής μου είναι του Θεού. Τότε για ποιό λόγο να φοβούμαι οτιδήποτε ή οποιονδήπο­τε πλην του Θεού;

*Ό Κύριος κυριαρχεί, ό διάβολος διαβάλλει και ό Θεός Θεώνει. Είναι όμως το ίδιο φοβερό, όταν ό άν­θρωπος θεώνει ή διαβάλλει, πάντοτε γίνεται εκτός εαυτού. Βάραθρο, όταν ό άνθρωπος θεώνει. Βάραθρο, όταν ό άνθρωπος διαβάλλει. Στη δεύτερη περίπτωση, θρίαμβος του σατανισμού, στη πρώτη φαρισαϊσμός: «έχοντες μόρφωσιν ευσέβειας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι» (Β'Τιμ. 3, 5).

*Διά της εκβιομηχάνισης ανατέλλει ή εποχή του λίθου. Λιθολατρεία, αυτή είναι ή ευρωπαϊκή κουλτού­ρα μαζί με τα υποκατάστατα της. Κατασκευαστές ει­δώλων οι πετρωμένες ψυχές φτιάχνουν πέτρινα είδω­λα και ιδανικά. Τα πάντα ξηραίνονται, μαραίνονται και πετρώνουν σε αυτό το πολιτιστικό μίγμα της λα­τρείας των κτισμάτων στην Ευρώπη. Οι αρχιτέκτονες της εποχής του λίθου: όλες οι ουμανιστικές δυνάμεις της Ευρώπης.

*Κανόνας: να προσεύχεσαι στον Θεό για κάθε άνθρωπο πού επισκέφτηκες, συνάντησες ή αποχαιρέ­τησες. Ας σε αποχαιρετά με την ευχή σου, είναι ό κα­λύτερος συνοδοιπόρος.

*Αλίμονο στην κάθε σκέψη που δεν εξελίσσεται, δεν μεταμορφώνεται σε προσευχή.

*Αυτό είναι πού επιζητεί συνεχώς ό διάβολος: να εμφανίσει την αμαρτία ως αναπόφευκτη, να δείξει πώς ή αμαρτία είναι κάτι το φυσικό για να δικαιολογήσει έτσι τον εαυτό του. Ή αμαρτία είναι κατά τον Άγιο Μακάριο της Αιγύπτου, ή λογική του Σατανά. Έχει ή αμαρτία την δική της λογική, την δική της απολογη­τική για να μπορεί να δικαιολογηθεί η ίδια, για να μπορεί να αναδειχθεί ως αναγκαία, ως κάτι το φυσικό. Αυτό κάνει συνεχώς ό διάβολος. Ο Χριστός όμως εί­ναι ο μόνος αληθινός Λόγος του κόσμου, ή Θεία  Λο­γική του κόσμου, είναι ή λογική του αγαθού, ή Θεία λογική του αγαθού. Ή Λογοποίηση είναι ή ουσία του κόσμου.

*Αυτός πού θα συναντηθεί ειλικρινώς με τον Κύ­ριο και Χριστό, βιώνει να αλλάζουν όλα μέσα του. Θυμηθείτε ότι συναντήθηκε μαζί Του ένας χωρικός ψαράς και από εκείνη την συνάντηση προέκυψε ένας Απόστολος Πέτρος. Συναντήθηκε μαζί Του ό Σαύλος, ο πιο μορφωμένος άνθρωπος της εποχής του, συνά­ντησε τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού και έγινε ο πιο φημισμένος ανάμεσα στους ανθρώπους. Γιατί, ποιος του έδωσε όλη εκείνη την δύναμη πού είχε αν όχι ο ίδιος ό Χριστός; Συναντήθηκε με τον Κύριο και ο Ζακχαίος, ο τυφλός και αμαρτωλός τελώνης και ό­λη του ή ψυχή μεταμορφώθηκε. Το ίδιο και ή δαιμο­νισμένη Μαγδαληνή με τα επτά της δαιμόνια, συνα­ντώντας τον Κύριο μεταβάλλεται σε Μυροφόρα. Μα και ό κακούργος επάνω στο σταυρό, συναντήθηκε με τον Θεό και αμέσως εισήλθε στον Παράδεισο. Με τον Κύριο συναντήθηκε και ό Ιουστίνος ό Φιλόσοφος και κατέστη Μάρτυρας του Χριστού. Το ίδιο και ό Μέγας Βασίλειος και ό Επίσκοπος Νικόλαος Αχρίδος και ό Ράστκο - Άγιος Σάββας ό Σέρβος. Έτσι, ή συνάντηση με τον Κύριο αποτελούσε πάντα το σημα­ντικότερο γεγονός για τον κάθε άνθρωπο, είτε αυτός κινείται προς τον Κύριο Ιησού είτε εναντίον Εκεί­νου.

*Όταν ό άνθρωπος ζει μονάχα για τον εαυτό του και διά του εαυτού του, όταν δηλαδή δεν χρειάζεται τίποτε από τον Θεό, τότε δεν είναι άνθρωπος. Ό γνή­σιος ουμανισμός ή ανθρωπισμός, είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα γιατί αποτελεί την πλήρη απόρριψη του Θεού και όλων όσων προέρχονται από Θεού. Το αμάρτημα του Αδάμ δεν συνίσταται στην διάπραξη κά­ποιου εγκλήματος αλλά στην επιθυμία και κίνηση προς την αποδέσμευση του ανθρώπου από τον Θεό, δηλαδή στον ουμανισμό. Δεν μπορεί το πνεύμα του ανθρώπου να υπάρχει και να ενεργεί αφ' εαυτού. Του είναι απαραίτητη ή συνεχής άρδευση εξ ουρανού, εκ του Πνεύματος του Θεού. Ό Αδάμ, με την παρακοή του, έπαψε να δέχεται αυτή την πληρότητα από το Πνεύμα του Θεού, γι' αυτό και ένιωσε την γύμνια του.

Με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος επάνω στους Α­ποστόλους, ανανεώθηκε αυτή ή πλήρωση και επεκτεί­νεται διαρκώς μέσα στην Εκκλησία. Το πνεύμα του ανθρώπου είναι αφ' εαυτού σαν ένας κενός δοκιμαστι­κός σωλήνας ό όποιος πρέπει να πληρωθεί, με το Πνεύμα του Θεού για να είναι ακέραιος και πλήρης. Δεν υπάρχει πλήρης ανθρώπινη σκέψη. Ό άνθρωπος σκέφτεται είτε εν Θεώ είτε, εν διαβόλω. Αυτό φανερώ­νει και ό Ντοστογιέβσκι στον Ιβάν Καραμαζώφ ό ό­ποιος χτυπά τον διάβολο με το μελανοδοχείο επειδή εκείνος τον βεβαιώνει πώς του έχει ψιθυρίσει κάποιαν ιδέα.

*Οι Άγιοι Πατέρες είναι οι ιεροί και αθάνατοι ο­δηγοί και διδάσκαλοι της αιωνίου ζωής. Οι αθάνατοι στρατηγοί στην αθάνατη στρατιά του Κυρίου. Μόνο σαν τούς ακολουθούμε και συμπορευόμαστε με τούς Αγίους και Οικουμενικούς Πατέρες, μπορούμε εμείς οι σημερινοί Χριστιανοί να είμαστε γνήσιοι Χριστια­νοί, να νικήσουμε και να διαφυλάξουμε την πίστη μας. Είμαστε Χριστιανοί και μάλιστα γνήσιοι εφόσον φυλάττουμε την πίστη των Αγίων Πατέρων. Δίχως ετούτη την πίστη σωτηρία δεν έχουμε, μα μήτε και αιώνια ζωή. Μόνον έτσι μπορούμε να έχουμε την χα­ριτωμένη συναίσθηση του ορθοδοξείν ή όποια δίδεται μέσω της προσευχητικής κοινωνίας μετά των Αγίων.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

 
ΑΒΒΑ  ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ  ΠΟΠΟΒΙΤΣ  (1894-1979)

ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ

ΣΥΝ ΠΑΣΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ Ὁ Πρόλογος καί ὁ Ἐπίλογος εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» Ἁγ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ Πόποβιτς

 



Πρό τῆς ἐλεύσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ εἰς τόν ἐπίγειόν κόσμον μας, ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἠξεύραμεν μόνον τόν θάνατον.καί ὁ θάνατος ἡμᾶς. Κάθε τί τό ἀνθρώπινον ἦτο διαπεποτισμένον μέ τόν θάνατον, αἰχμαλωτισμένον καί κατανικημένον ἀπ᾽ αὐτόν. Ὁ θάνατος μᾶς ἦτο πλησιέστερος καί ἀπό τόν ἑαυτόν μας καί περισσότερον πραγματικός ἀπό ἡμᾶς τούς ἰδίους. δυνατώτερος, ἀσυγκρίτως δυνατώτερος, ἀπό κάθε ἄνθρωπον χωριστά καί ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους μαζί. Ἡ γῆ ἦτο μία φρικαλέα φυλακή τοῦ θανάτου καί ἡμεῖς ἀνίσχυροι δέσμιοι καί δοῦλοι του (πρβλ. Ἑβρ. 2, 14-15). Μόνον μέ τήν ἔλευσιν τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ «ἡ ζωή ἐφανερώθη». ἐφανερώθη «ἡ ζωή ἡ αἰώνιος» εἰς τούς ἀπηλπισμένους θνητούς, τούς ἀθλίους δούλους τοῦ θανάτου, ἡμᾶς (πρβλ. 1 Ἰωάνν. 1, 2). Αὐτήν τήν «ζωήν αἰώνιον» «ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν». αὐτήν ἡμεῖς οἱ χριστιανοί «μαρτυροῦμεν καί ἀπαγγέλλομεν» πρός πάντας (1 Ἰωάνν. 1, 1-2). Διότι ζῶντες ἐν κοινωνίᾳ μέ τόν Σωτῆρα Χριστόν, ζῶμεν ἤδη ἐδῶ εἰς τήν γῆν τήν αἰωνίαν ζωήν (πρβλ. 1 Ἰωάνν. 1, 3). Ἀπό προσωπικήν μας ἐμπειρίαν τό γνωρίζομεν: Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι «ὁ ἀληθινός Θεός καί ζωή αἰώνιος». Διά τοῦτο καί ἦλθεν Αὐτός εἰς τόν κόσμον: διά νά μᾶς δείξῃ τόν ἀληθινόν Θεόν καί ἐν Αὐτῷ τήν αἰωνίαν ζωήν (1 Ἰωάνν. 5, 11).

Εἰς τοῦτο καί μόνον ἔγκειται ἡ ἀληθινή, ἡ πραγματική φιλανθρωπία: «ὅτι τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεός εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι᾽ Αὐτοῦ» (1 Ἰωάνν. 4, 9) καί ἐν Αὐτῷ τήν αἰωνίαν ζωήν. Δι᾽ αὐτό «ὁ ἔχων τόν Υἱόν ἔχει τήν ζωήν. ὁ μή ἔχων τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ τήν ζωήν οὐκ ἔχει» (1 Ἰωάνν. 5, 12), ἀλλ᾽ εὑρίσκεται ὅλος ἐν τῷ θανάτῳ. Ἡ μόνη ἀληθινή ζωή μας, εἶναι ἡ ζωή ἐν τῷ μόνῳ ἀληθινῷ Θεῷ καί Κυρίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ, ἐπειδή εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου αἰωνία καί ἰσχυροτέρα τοῦ θανάτου. Διότι, πῶς δύναται νά ὀνομασθῆ ζωή ἐκείνη, πού εἶναι μολυσμένη ἀπό τόν θάνατον καί τελειώνει εἰς τόν θάνατον; Ὅπως τό μέλι, ὅταν ἀναμιχθῆ μέ τό δηλητήριον δέν εἶναι πλέον μέλι, διότι μεταβάλλεται ὅλον εἰς δηλητήριον, ἔτσι καί ἡ ζωή, ἡ ὁποία τελειώνει μέ τόν θάνατον, δέν εἶναι πλέον ζωή.

Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ δέν ἔχει ὅρια καί τέλος. Διότι, διά νά ἀποκτήσωμεν ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι τήν αἰωνίαν ζωήν, τήν ἐν Αὐτῷ καί νά τήν ζήσωμεν, δέν μᾶς ζητεῖται οὔτε μόρφωσις, οὔτε δόξα, οὔτε πλοῦτος, οὔτε τίποτε ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἠμπορεῖ κάποιος ἀπό ἡμᾶς νά μή ἔχη, ἀλλ᾽ ἀπαιτεῖται ἐκεῖνο μόνον, τό ὁποῖον δύναται καθένας μας νά ἔχη: ἡ πίστις εἰς τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Διά τοῦτο Αὐτός – ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος – ἀνήγγειλε εἰς τό ἀνθρώπινον γένος τό θαυμαστόν εὐαγγέλιον: «Οὕτω ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον… Ὁ πιστεύων εἰς τόν Υἱόν ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάνν. 3, 16, 36). Ἀπό ὁλόκληρον τό ἀνθρώπινον γένος, μόνος ὁ Χριστός, ὡς μόνος ἀληθινός Θεός, πού δίδει εἰς τόν ἄνθρωπον ἐκεῖνο τό ὁποῖον κανείς ἐκ τῶν ἀγγέλων ἤ τῶν ἀνθρώπων δέν δύναται νά δώσῃ, Αὐτός μόνος εἶχε τήν ἐξουσίαν καί τό κῦρος νά δηλώσῃ: «Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάνν. 6, 47) καί «μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν» (Ἰωάνν. 5, 24) ἀκόμη καί εἰς αὐτήν τήν ζωήν.

Ἡ πίστις εἰς τόν Χριστόν «ἑνώνει τόν ἄνθρωπον μέ τόν αἰώνιον Κύριον, ὁ Ὁποῖος κατά τό μέτρον τῆς πίστεως τοῦ ἀνθρώπου πληροῖ τήν ψυχήν του μέ τήν αἰωνίαν ζωήν καί τότε αἰσθάνεται καί κατανοεῖ τόν ἑαυτόν του ὡς αἰώνιον. Αὐτό γίνεται τόσον περισσότερον, ὅσον ὁ ἄνθρωπος ζῆ κατ᾽ αὐτήν τήν πίστιν, ἡ ὁποία ἁγιάζει βαθμηδόν τήν ψυχήν του, τήν καρδίαν του, τήν συνείδησίν του, ὅλον τό εἶναι του μέ τάς θείας ἐνεργείας τῆς χάριτος. Ἀνάλογα πρός τήν πίστιν τοῦ ἀνθρώπου αὐξάνει καί ὁ ἁγιασμός τῆς φύσεώς του. καθώς γίνεται ἁγιώτερος ὁ ἄνθρωπος, ἀποκτᾶ ὁλονέν καί περισσότερον δυνατήν, περισσότερον ζωντανήν αἴσθησιν τῆς προσωπικῆς του ἀθανασίας. ἀποκτᾶ ἐπίγνωσιν τῆς ἰδικῆς του καί τῆς τῶν πάντων αἰωνιότητος. Πράγματι, ἡ ἀληθινή ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἀρχίζει μέ τήν πίστιν του εἰς τόν Χριστόν, ἡ ὁποία πίστις παραδίδει εἰς τόν Κύριον ὅλην τήν ψυχήν, ὅλην τήν καρδίαν, ὅλον τόν νοῦν, ὅλην τήν δύναμίν του, – Αὐτός δέ ἁγιάζει, μεταμορφώνει καί θεώνει ὅλα αὐτά βαθμιαίως. Δι᾽ αὐτοῦ τοῦ ἁγιασμοῦ, τῆς μεταμορφώσεως καί θεώσεως, διαχέει ὁ Κύριος εἰς τόν ἄνθρωπον τάς θείας ἐνεργείας τῆς χάριτος, αἱ ὁποῖαι τοῦ δίδουν τήν παντοδύναμον αἴσθησιν καί ἐπίγνωσιν τῆς προσωπικῆς του ἀθανασίας καί αἰωνιότητος. Πραγματικῶς: Ἡ ζωή μας εἶναι τόσον ζωή, ὅσον εἶναι ζωή ἐν Χριστῷ. Πόσον δέ εἶναι ἐν τῷ Χριστῷ; Αὐτό φανερώνεται ἀπό τήν ἁγιότητά της. ὅσον περισσότερον ἁγία ἡ ζωή, τόσον περισσότερον ἀθάνατος καί αἰωνία.

Τό ἀντίθετον πρός αὐτό συμβαίνει μέ τόν θάνατον. Τί εἶναι ὁ θάνατος; Θάνατος εἶναι ἡ «ἀποτελεσθεῖσα» ἁμαρτία (Ἰακ. 1, 15). ἡ «ἀποτελεσθεῖσα» ἁμαρτία εἶναι ὁ χωρισμός ἀπό τόν Θεόν, εἰς τόν Ὁποῖον καί μόνον εὑρίσκεται ἡ ζωή καί ἡ πηγή τῆς ζωῆς. Εὐαγγελική, θεία ἀλήθεια εἶναι: Ἡ ἁγιότης εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἁμαρτωλότης θάνατος. ἡ εὐσέβεια εἶναι ζωή, ἡ ἀσέβεια θάνατος. ἡ πίστις εἶναι ζωή, ἡ ἀπιστία θάνατος. ὁ Θεός εἶναι ζωή, ὁ διάβολος εἶναι θάνατος. Ὁ θάνατος εἶναι χωρισμός ἀπό τόν Θεόν, ἡ δέ ζωή ἐπιστροφή πρός τόν Θεόν καί ζωή ἐν τῷ Θεῷ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ἡ πίστις: ἡ ἀναζωοποίησις τῆς ψυχῆς ἀπό τήν νέκραν, ἡ ἐκ νεκρῶν ἀνάστασις τῆς ψυχῆς: «νεκρός ἦν, καί ἀνέζησε» (Λουκ. 15, 24). Αὐτήν τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν τῆς ψυχῆς, τήν ἔζησεν ὁ ἄνθρωπος διά πρώτην φοράν μέ τόν Θεάνθρωπον Χριστόν. καί τήν ζῇ διαρκῶς εἰς τήν ἁγίαν Ἐκκλησίαν Του, διότι ὁ Θεάνθρωπος ὅλος εὑρίσκεται εἰς αὐτήν, μεταδίδων Ἑαυτόν εἰς ὅλους τούς πιστούς διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν. Ὅπου εἶναι Αὐτός, ἐκεῖ πλέον δέν ὑπάρχει θάνατος, ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ἐκεῖ ζῇ ἤδη τήν αἰωνίαν ζωήν. Μέ τήν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ ἡμεῖς «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν»1.

Ἡ ἀληθινή ζωή ἐπί τῆς γῆς ἀρχίζει ἀκριβῶς ἀπό τήν ἀνάστασιν τοῦ Σωτῆρος, διότι εἶναι ζωή πού δέν τελειώνει μέ τόν θάνατον. Ἄνευ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀνθρωπίνη ζωή δέν εἶναι ἄλλο παρά ἕνα ἀργόν ψυχομάχημα, πού καταλήγει ἀναπόφευκτα εἰς τόν θάνατον. Ἀλλά ἀληθινή ζωή εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δέν τελειώνει μέ τόν θάνατον. Καί μία τοιαύτη ζωή ἔγινε δυνατότης ἐπάνω εἰς τήν γῆν, μόνον διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἡ ζωή εἶναι ἀληθινή ζωή μόνον ἐν τῷ Θεῷ. Διότι αὐτή εἶναι ἁγία ζωή καί ὡς ἐκ τούτου ἀθάνατος ζωή. Ὅπως μέσα εἰς τήν ἁμαρτίαν εὑρίσκεται ὁ θάνατος, οὕτω καί εἰς τήν ἁγιότητα ἡ ἀθανασία. Μόνον διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν ὁ ἄνθρωπος ζῇ τό περισσότερον ἀποφασιστικόν θαῦμα τῆς ὑπάρξεώς του: τήν μετάβασιν ἀπό τόν θάνατον εἰς τήν ἀθανασίαν, ἀπό τό πεπερασμένον εἰς τήν αἰωνιότητα, ἀπό τόν ᾅδην εἰς τόν παράδεισον. Μόνον τότε εὑρίσκει ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτόν του, τόν ἀληθινόν, τόν αἰώνιον ἑαυτόν του: «ἀπολωλώς ἦν, καί εὑρέθη», διότι – «νεκρός ἦν, καί ἀνέζησε» (Λουκ. 15, 24).

Τί εἶναι οἱ χριστιανοί; Οἱ χριστιανοί εἶναι χριστοφόροι, καί ἑπομένως φορεῖς καί κάτοχοι τῆς αἰωνίου ζωῆς. τοῦτο δέ κατά τό μέτρον τῆς πίστεώς των καί κατά τό μέτρον τῆς ἁγιότητός των, ἡ ὁποία εἶναι καρπός τῆς πίστεως. Οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ περισσότερον τέλειοι χριστιανοί, διότι ἔχουν ἁγιασθῆ εἰς τόν μέγιστον, κατά τό δυνατόν, βαθμόν διά τῆς ἀσκήσεως τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα καί αἰωνίως ζῶντα Κύριον Ἰησοῦν. Πράγματι, αὐτοί εἶναι οἱ μοναδικοί καί ἀληθινοί ἀθάνατοι μέσα εἰς τό ἀνθρώπινον γένος, διότι μέ ὅλον τό εἶναι των ζοῦν ἐν τῷ Ἀναστάντι καί διά τόν Ἀναστάντα Χριστόν, καί οὐδείς θάνατος ἔχει ἐξουσίαν ἐπάνω των. Ἡ ζωή των ὁλόκληρος εἶναι ἐκ τοῦ Χριστοῦ, καί δι᾽ αὐτό ὅλη εἶναι χριστο-ζωή. ἡ σκέψις των εἶναι χριστο-σκέψις. ἡ αἴσθησίς των χριστο-αἴσθησις. Ὅ,τι εἶναι ἰδικόν των εἶναι πρῶτα τοῦ Χριστοῦ καί κατόπιν ἰδικόν των. Ἄν εἶναι ἡ ψυχή, αὐτή εἶναι πρῶτα τοῦ Χριστοῦ καί μετά ἰδική των. Εἰς αὐτούς δέν εἶναι αὐτοί, ἀλλά τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός Κύριος2.

Δι᾽ αὐτό οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων δέν εἶναι ἄλλο, παρά ἡ ζωή τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἡ ἐπαναλαμβανομένη εἰς κάθε ἅγιον, ὀλίγον ἤ πολύ, κατά τοῦτον ἤ ἐκεῖνον τόν τρόπον. Ἤ ἀκριβέστερον, εἶναι ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ παρατεινομένη διά τῶν ἁγίων. ἡ ζωή τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου, τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, ὁ Ὁποῖος δι᾽ αὐτό καί ἔγινεν ἄνθρωπος, διά νά μᾶς δώσῃ καί μεταδώσῃ («παραδώσῃ») ὡς ἄνθρωπος τήν θείαν ζωήν Του. διά νά ἁγιάσῃ καί ἀπαθανατίσῃ καί αἰωνοποιήσῃ μέ τήν ζωήν Του ὡς Θεός, τήν ἰδικήν μας ἀνθρωπίνην ζωήν ἐπί τῆς γῆς. «Ὅ τε γάρ ἁγιάζων καί οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνός πάντες» (Ἑβρ. 2, 11). Ὅλα αὐτά τά κατέστησε δυνατά καί πραγματοποιήσιμα διά τόν ἀνθρώπινον κόσμον ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ἀπό τότε πού ἔγινεν ἀνθρωπος καί «κεκοινώνηκε σαρκός καί αἵματος», δηλαδή ἔγινε κοινωνός τῆς ἀνθρωπίνης μας φύσεως καί τοιουτοτρόπως ἀδελφός τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφός κατά σάρκα καί αἷμα (πρβλ. Ἑβρ. 2, 14, 17). Γενόμενος ἄνθρωπος ἀλλά παραμένων Θεός, ὁ Θεάνθρωπος ἔζη τήν ἁγίαν, ἀναμάρτητον, θεανθρωπίνην ζωήν ἐπί τῆς γῆς καί διά τῆς ζωῆς Του, τοῦ θανάτου Του καί τῆς ἀναστάσεώς Του, κατήργησε τόν διάβολον καί τό κράτος τοῦ θανάτου. Τοιουτοτρόπως ἔδωσε καί δίδει συνεχῶς εἰς ὅλους ὅσοι πιστεύουν εἰς Αὐτόν τάς ἐνεργείας τῆς χάριτος, διά νά καταργοῦν καί αὐτοί τόν διάβολον καί κάθε θάνατον καί κάθε πειρασμόν (πρβλ. Ἑβρ. 2, 14, 15, 18). Αὐτή ἡ θεανδρική ζωή ὑπάρχει ὅλη εἰς τό θεανθρώπινον σῶμα τοῦ Χριστοῦ – τήν Ἐκκλησίαν – καί βιοῦται συνεχῶς ἀπό αὐτήν, καί ἀπό τό ἐπίγειον –ἐπουράνιον πλήρωμά της καί ἀπό τά ἐπί μέρους μέλη της, κατά τό μέτρον τῆς πίστεώς των. Ἡ ζωή τῶν ἁγίων εἶναι εἰς τήν πραγματικότητα αὐτή ἡ ζωή τοῦ θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ ὁποία διοχετεύεται εἰς τούς ἀκολουθοῦντας Αὐτόν καί βιοῦται ἀπό αὐτούς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Του. Διότι, ἀκόμη καί τό κάθε τι αὐτῆς τῆς ζωῆς ἔρχεται πάντοτε ἐκ τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή Αὐτός εἶναι ἡ ζωή (Ἰωάνν. 14, 6. 1, 4), ζωή ἄπειρος καί ἀτελεύτητος καί αἰωνία, πού μέ τήν θείαν δύναμίν της ἀνιστᾷ ἀπό κάθε θάνατον καί νικᾷ ὅλους τούς θανάτους. Ὅπως ἀκριβῶς λέγει τό παναληθές Εὐαγγέλιον τοῦ Παναληθοῦς Κυρίου: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή» (Ἰωάνν. 11, 35). Ὁ θαυμαστός Κύριος, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὅλος «ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή», κατοικεῖ μέ ὅλον τό εἶναι Του, ὡς θεανθρωπίνη πραγματικότης, εἰς τήν Ἐκκλησίαν Του. Δι᾽ αὐτό καί δέν ὑπάρχει τέλος εἰς τήν διάρκειαν τῆς πραγματικότητος αὐτῆς. Ἡ ζωή Του συνεχίζεται εἰς ὅλους τούς αἰῶνας. κάθε χριστιανός εἶναι σύσσωμος τοῦ Χριστοῦ (Ἐφ. 3, 6), καί δι᾽ αὐτό εἶναι χριστιανός διότι ζῇ τήν θεανθρωπίνην ζωήν αὐτοῦ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς ὀργανικόν κύτταρόν του.

Τί εἶναι ὁ χριστιανός; Ὁ χριστιανός εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ζῇ διά τοῦ Χριστοῦ καί ἐν τῷ Χριστῷ. Διά τοῦτο ἡ θεία ἐντολή τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ λέγει: «Περιπατεῖτε ἀξίως τοῦ Κυρίου» (Κολ. 1, 10), ζῆτε, δηλαδή, ἀξίως τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐσαρκώθη καί παρέμεινε ὡς Θεάνθρωπος ὅλος εἰς τήν Ἐκκλησίαν Του, ἡ ὁποία δι᾽ Αὐτοῦ ζῇ καί ὑπάρχει αἰωνίως. Τότε ζῇ κανείς «ἀξίως τοῦ Θεοῦ», ὅταν ζῇ κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. Διά τοῦτο εἶναι αὐτονόητον νά ὑπάρχῃ καί ἡ ἑπομένη εὐαγγελική ἐντολή: «Ἀξίως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ πολιτεύεσθε» (Φιλ. 1, 27).

Ἡ ζωή κατά τό Εὐαγγέλιον, ἡ ἁγία ζωή, ἡ θεία ζωή – αὐτή εἶναι ἡ φυσική καί κανονική ζωή διά τούς χριστιανούς. Διότι οἱ χριστιανοί κατά τήν κλῆσιν των εἶναι ἅγιοι. Αὐτή ἡ καλή ἀγγελία καί ἐντολή ἀκούεται μέσα ἀπό ὁλόκληρον τό Εὐαγγέλιον τῆς Καινῆς Διαθήκης. Τό νά ἁγιασθῶμεν ὁλοτελεῖς, καί κατά τήν ψυχήν καί κατά τό σῶμα, αὐτή εἶναι ἡ κλῆσις μας (πρβλ. 1 Θεσ. 5, 22-23). Καί τοῦτο δέν ἀποτελεῖ θαῦμα, ἀλλά κανόνα, τόν κανόνα τῆς πίστεως, τήν φύσιν καί τήν λογικήν τῆς εὐαγγελικῆς πίστεως. Εἶναι πρόδηλος καί σαφής ἡ ἐντολή τοῦ θείου Εὐαγγελίου: «Κατά τόν καλέσαντα ὑμᾶς Ἅγιον καί αὐτοί ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε» (1 Πετρ. 1, 15). Τοῦτο δέ σημαίνει: Κατά τόν Χριστόν = τόν Ἅγιον, ὁ Ὁποῖος σαρκωθείς καί ἐνανθρωπήσας ἔδειξεν ἐν Ἑαυτῷ τήν ἀπολύτως ἁγίαν ζωήν, καί ὡς τοιοῦτος δίδει ἐντολήν εἰς τούς ἀνθρώπους: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι» (1 Πετρ. 1, 16). Αὐτός ἔχει τό δικαίωμα νά ἐντέλλεται αὐτά, διότι γενόμενος ἄνθρωπος, δίδει δι᾽ Ἑαυτοῦ ὡς Ἁγίου, πάσας τάς θείας δυνάμεις («ἐνεργείας») εἰς τούς ἀνθρώπους τάς ἀναγκαίας «πρός ζωήν καί εὐσέβειαν» εἰς αὐτόν τόν κόσμον (πρβλ. 2 Πετρ. 2, 3). Καί οἱ χριστιανοί, ἑνούμενοι πνευματικῶς καί κατά χάριν διά τῆς πίστεως μέ τόν Ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, λαμβάνουν ἀπό Αὐτόν αὐτάς τάς θείας δυνάμεις διά νά ζήσουν τήν ζωήν τήν ἁγίαν.

Ζῶντες ἐν Χριστῷ οἱ ἅγιοι κάνουν τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ, διότι δι᾽ Αὐτοῦ γίνονται ὄχι μόνον δυνατοί ἀλλά καί παντοδύναμοι: «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλ. 4, 13). Κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον γίνεται πραγματικότης ὁ λόγος τῆς Αὐτοαληθείας, τοῦ Χριστοῦ, ὅτι οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτόν θά κάνουν ἔργα τά ἰδικά Του καί ἀκόμη μεγαλύτερα: «Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τά ἔργα ἅ ἐγώ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καί μείζονα τούτων ποιήσει» (Ἰωάνν. 14, 12). Καί ὄντως ἡ σκιά τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου θεραπεύει τούς ἀρρώστους. ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀθηναῖος μέ τόν λόγον του μετακινεῖ τό ὄρος καί πάλιν τό σταματᾶ… Ὅταν ὁ Θεός ἔγινεν ἄνθρωπος, τότε ἡ Θεία Ζωή ἔγινε καί τοῦ ἀνθρώπου ζωή. ἡ Θεία Δύναμις ἔγινε καί δύναμις τοῦ ἀνθρώπου. ἡ Θεία Ἀλήθεια καί τοῦ ἀνθρώπου ἀλήθεια καί ἡ Θεία Δικαιοσύνη καί τοῦ ἀνθρώπου δικαιοσύνη. ὅλα τά τοῦ Θεοῦ, ἔγιναν καί τοῦ ἀνθρώπου.

Τί εἶναι «Πράξεις τῶν ἁγίων Ἀποστόλων»; – Εἶναι τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα κάνουν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μέ τήν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ, ἤ μᾶλλον τά κάνουν διά τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ζῆ ἐν αὐτοῖς καί ἐνεργεῖ δι᾽ αὐτῶν. Καί ἡ ζωή τῶν ἁγίων Ἀποστόλων τί εἶναι; – Ἡ βιώσις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ζωή μεταδίδεται μέσα εἰς τήν Ἐκκλησίαν, εἰς ὅλους τούς πιστούς ἀκολούθους Του καί συνεχίζεται ἐσαεί δι᾽ αὐτῶν μέσῳ τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν.

Οἱ δέ «Βίοι τῶν Ἁγίων» τί εἶναι; Τίποτε ἄλλο παρά ἕνα εἶδος συνεχίσεως τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων». Μέσα εἰς αὐτούς τούς «Βίους» συναντᾶ κανείς τό ἴδιον Εὐαγγέλιον, τήν ἰδίαν ζωήν, τήν ἰδίαν ἀλήθειαν, τήν ἰδίαν δικαιοσύνην, τήν ἰδίαν ἀγάπην, τήν ἰδίαν πίστιν, τήν ἰδίαν αἰωνιότητα, τήν ἰδίαν «δύναμιν ἐξ ὕψους», τόν ἴδιον Θεόν καί Κύριον. Διότι «Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8): ὁ αὐτός δι᾽ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, διαμοιράζων τά ἴδια χαρίσματα καί τάς ἰδίας θείας ἐνεργείας εἰς ὅλους τούς πιστεύοντας εἰς Αὐτόν. Αὐτή ἡ συνέχισις ὅλων τῶν θείων δυνάμεων καί ζωοποιῶν ἐνεργειῶν, τῶν παραμενουσῶν καί παρατεινομένων εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ διά μέσου τῶν αἰώνων καί ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν, ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τήν ζῶσαν Ἱεράν Παράδοσιν. Ἡ ἁγία αὐτή Παράδοσις συνεχίζεται ἀδιακόπως ὡς ζωή χαρισματική εἰς ὅλους τούς χριστιανούς, μέσα εἰς τούς ὁποίους διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν ζῆ ἐν χάριτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὅλος παρών εἰς τήν Ἐκκλησίαν Του, οὕτως ὥστε νά εἶναι αὐτή τό πλήρωμά Του. «Τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου (Ἐφ. 1, 23). Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός εἶναι τό ὑπερτέλειον πλήρωμα τῆς Θεότητος: «ὅτι ἐν Αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς» (Κολ. 2, 9). Οἱ δέ χριστιανοί πρέπει, διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν, νά πληρωθοῦν «εἰς πᾶν τό πλήρωμα τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 3, 19). Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» ἐμφανίζουν ἀκριβῶς αὐτά τά πρόσωπα, τά πεπληρωμένα διά Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, πρόσωπα χριστοφόρα, ἅγια, εἰς τά ὁποῖα διαφυλάσσεται καί διά τῶν ὁποίων μεταδίδεται ἡ ἁγία παράδοσις αὐτῆς τῆς ἐν χάριτι ζωῆς. Διαφυλάσσεται καί μεταδίδεται διά τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας των. Διότι οἱ βίοι τῶν ἁγίων δέν εἶναι ἄλλο, παρά αἱ εὐαγγελικαί θεῖαι ἀλήθειαι μεταφερθεῖσαι εἰς τήν ἀνθρωπίνην ζωήν μας διά τῆς χάριτος καί τῶν ἀσκήσεων. Δέν ὑπάρχει εὐαγγελική ἀλήθεια, ἡ ὁποία νά μή ἠμπορῇ νά μεταβληθῇ εἰς ζωήν. Ὅλαι αἱ ἀλήθειαι αὐταί ἐδόθησαν ἀπό τόν Χριστόν δι᾽ ἕνα σκοπόν: διά νά γίνουν ζωή μας, πραγματικότης μας, κτῆμα ἰδικόν μας, χαρά μας. Καί οἱ ἅγιοι, ὅλοι των μέχρις ἑνός, ζοῦν αὐτάς τάς θείας ἀληθείας ὡς τό κέντρον τῆς ζωῆς των καί ὡς τήν οὐσίαν τοῦ εἶναι των. Ἀκριβῶς, δι᾽ αὐτό «οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων» ἀποτελοῦν ἀπόδειξιν καί μαρτυρίαν ὅτι ἡ καταγωγή μας εἶναι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. ὅτι ἡμεῖς δέν εἴμεθα ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλά ἐκ τοῦ ἄλλου. ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀληθινός ἄνθρωπος μόνον ἐν τῷ Θεῷ. ὅτι ζῶμεν ἐπί τῆς γῆς διά τοῦ οὐρανοῦ. ὅτι «ἡμῶν τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλ. 3, 20) καί ὅτι ὁ σκοπός μας εἶναι νά οὐρανώσωμεν τόν ἑαυτόν μας, τρεφόμενοι μέ τόν «οὐράνιον ἄρτον», τόν καταβάντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ εἰς τήν γῆν (πρβλ. Ἰωάνν. 6, 33, 35, 51). Ὁ οὐράνιος αὐτός ἄρτος κατέβη εἰς τήν γῆν διά νά μᾶς τρέφῃ μέ τήν αἰωνίαν Θείαν Ἀλήθειαν, μέ τήν αἰωνίαν Θείαν ἀγαθότητα, τήν αἰωνίαν Θείαν Δικαιοσύνην, τήν αἰωνίαν Θείαν Ἀγάπην, τήν αἰωνίαν Θείαν Ζωήν, – διά τῆς Θείας Εὐχαριστίας, διά τῆς ζωῆς μας ἐν τῷ μόνῳ ἀληθινῷ Θεῷ καί Κυρίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ (πρβλ. Ἰωάνν. 6, 50-51, 53-57). Μέ ἄλλους λόγους, ἡ κλῆσις μας εἶναι: νά πληρωθῶμεν μέ τόν Θεάνθρωπον Χριστόν, μέ τάς θείας καί ζωοποιούς ἐνεργείας Του, νά φθάσωμεν εἰς τήν ἐνχρίστωσιν καί χριστοποίησίν μας. Ἐάν ἐργάζεσαι δι᾽ αὐτό, τότε εὑρίσκεσαι ἤδη εἰς τόν οὐρανόν, παρ᾽ ὅλον ὅτι περιπατεῖς ἐπί τῆς γῆς. εἶσαι ἤδη ὅλος ἐν τῷ Θεῷ, μολονότι τό εἶναι σου παραμένει εἰς τά ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ὁ ἄνθρωπος χριστοποιούμενος ξεπερνᾷ τόν ἑαυτόν του ὡς ἄνθρωπον, τόν ξεπερνᾷ διά τοῦ Θεοῦ, διά τοῦ Θεανθρώπου, ἐν τῷ Ὁποίῳ ἐδόθη ὁ τέλειος τύπος τοῦ ἀληθινοῦ, τοῦ πλήρους, τοῦ θεοειδοῦς ὄντως ἀνθρώπου. Ἐν Αὐτῷ ἀκόμη ἐδόθησαν παντοδύναμοι θεῖαι ἐνέργειαι διά τῶν ὁποίων ἀνυψώνεται ὁ ἄνθρωπος ὑπεράνω κάθε ἁμαρτίας, κάθε θανάτου, κάθε κολάσεως. καί τοῦτο, μόνον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί διά τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν» (Ματθ. 16, 18), διότι ἐν αὐτῇ ζῇ ὅλος ὁ θαυμαστός Θεάνθρωπος Κύριος μέ ὅλας Του τάς θείας δυνάμεις, τάς ἐνεργείας, τάς ἀληθείας, τάς πραγματικότητας, τάς τελειότητας, τάς ζωάς καί τάς αἰωνιότητας.

Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» εἶναι ἱεραί μαρτυρίαι περί τῆς θαυματουργικῆς δυνάμεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἰς τήν πραγματικότητα, αὐτοί δέν εἶναι ἄλλο παρά αἱ ἴδιαι αἱ μαρτυρίαι τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων συνεχιζόμεναι διά μέσου τῶν αἰώνων. Ἐπειδή καί οἱ ἅγιοι δέν εἶναι ἄλλο, παρά μάρτυρες ἅγιοι, ὅπως καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, πού εἶναι οἱ πρωτομάρτυρες. Τίνος μάρτυρες; – Τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Αὐτοῦ: Τοῦ σταυρωθέντος, τοῦ ἀναστάντος, τοῦ ἀναληφθέντος, τοῦ αἰωνίως ζῶντος. μάρτυρες τοῦ Εὐαγγελίου τῆς σωτηρίας, τό ὁποῖον συνεχίζει νά γράφεται ἀδιάκοπα μέ τά ἅγια εὐαγγελικά ἔργα, ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν. Διότι ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ αὐτός εἰς τούς αἰῶνας, θαυματουργεῖ συνεχῶς μέ τήν ἰδίαν θείαν δύναμιν, διά τῶν ἁγίων μαρτύρων του. Οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι εἶναι οἱ πρῶτοι ἅγιοι μάρτυρες τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καί τῆς θεανθρωπίνης Του οἰκονομίας τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου (Πρβλ. Πράξ. 1,8,22. 2, 32. 3, 15. 4, 33. 5, 32. 10, 39, 41-42. 13, 31. 22, 15. 26, 16. Ἰωάνν. 21, 24-25. Λουκ. 24, 48.). καί οἱ βίοι αὐτῶν ἀποτελοῦν τάς ζωντανάς καί αἰωνίας μαρτυρίας περί τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Σωτῆρος, ὡς νέας ζωῆς, ζωῆς κεχαριτωμένης, ζωῆς ἁγίας, θείας, θεανδρικῆς καί ἑπομένως ζωῆς θαυματουργικῆς καί ἀληθινῆς, ὅπως εἶναι θαυματουργική καί ἀληθινή ἡ ἰδία ἡ ζωή τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Καί οἱ χριστιανοί; – Εἶναι οἱ ἄνθρωποι, διά τῶν ὁποίων συνεχίζεται ἡ ἁγία θεανθρωπίνη ζωή τοῦ Χριστοῦ ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ὅλοι τους ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ = τήν Ἐκκλησίαν, καί εἶναι σύσσωμοι τοῦ Χριστοῦ καί μέλη μεταξύ των (1 Κορ. 12, 27, 12-14. 10, 17. Ρωμ. 12, 5. Ἐφ. 3, 6.). Ὁ ποταμός τῆς ἀθανάτου θείας ζωῆς ἄρχισε νά ρέη, νά κυλᾶ ἀκατάπαυστα ἀπό τόν Θεάνθρωπον Χριστόν. καί οἱ χριστιανοί εἰσέρχονται δι᾽ αὐτοῦ εἰς τήν αἰωνίαν ζωήν. Οἱ χριστιανοί εἶναι τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ συνεχιζόμενον διά μέσου ὅλων τῶν αἰώνων τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ὅλα εἶναι συνηθισμένα, ὅπως καί εἰς τό εὐαγγέλιον, ἀλλά καί ὅλα εἶναι παράδοξα, ὅπως εἰς τό Εὐαγγέλιον. ἐν τούτοις καί εἰς τάς δύο περιπτώσεις εἶναι ὅλα πραγματικά καί ἀληθινά, κατά ἕνα μοναδικόν τρόπον. Ἀληθινά δέ καί πραγματικά κατά τήν ἰδίαν θεανθρωπίνην ἀλήθειαν καί τήν ἰδίαν θεανδρικήν πραγματικότητα, καί μεμαρτυρημένα μέ τήν ἰδίαν ἁγίαν δύναμιν – θείαν καί ἀνθρωπίνην – κατά τρόπον θεϊκῶς καί ἀνθρωπίνως τέλειον.

Λοιπόν, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων»; – Ἰδού, εὑρισκόμεθα εἰς χῶρον οὐράνιον, διότι ἡ γῆ γίνεται οὐρανός διά τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ. Ἰδού ὅτι εὑρισκόμεθα μεταξύ τῶν ἐν σώματι ἀγγέλων, μεταξύ τῶν χριστοφόρων. Ὅπου δέ εἶναι αὐτοί, ἐκεῖ καί ὅλος ὁ Κύριος ὁ Θεός, ἐν αὐτοῖς καί μεθ᾽ αὐτῶν καί ἐν μέσῳ αὐτῶν («ὁ Θεός ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος», «Θεός ἐν μέσῳ θεῶν»). ἐκεῖ καί ὅλη ἡ αἰωνία Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί ὅλη ἡ αἰωνία Δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καί ὅλη ἡ αἰωνία Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ὅλη ἡ αἰωνία Ζωή τοῦ Θεοῦ.

Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων»! – Ἰδού εὑρισκόμεθα εἰς τόν παράδεισον, ὅπου φυτρώνει καί αὐξάνει ὅ,τι τό θεῖον, τό ἅγιον, τό ἀθάνατον, τό αἰώνιον, τό δίκαιον, τό ἀληθινόν, τό εὐαγγελικόν. Διότι εἰς κάθε ἕνα ἅγιον ἤνθησε διά τοῦ Σταυροῦ τό δένδρον τῆς ζωῆς, τῆς αἰωνίας, θείας καί ἀθανάτου ζωῆς, καί ἐκαρποφόρησε πολλούς καρπούς. Ὁ δέ Σταυρός εἰσάγει εἰς τόν παράδεισον, εἰσάγει καί ἡμᾶς μετά τόν ληστήν, ὁ ὁποῖος, πρός ἐνθάρρυνσίν μας, εἰσῆλθεν πρῶτος εἰς τόν παράδεισον μετά τόν Πανάγιον Θεῖον Σταυροφόρον, τόν Χριστόν. εἰσῆλθε δέ μέ τόν σταυρόν τῆς μετανοίας.

Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων»! – Ἰδού εὑρισκόμεθα εἰς τήν αἰωνιότητα.χρόνος δέν ὑπάρχει πλέον: «Χρόνος οὐκέτι ἔσται» (Ἀποκ. 10, 7), διότι εἰς τούς ἁγίους τοῦ Θεοῦ βασιλεύει ἡ αἰωνία Θεία Ἀλήθεια, ἡ αἰωνία Θεία Δικαιοσύνη, ἡ αἰωνία θεία Ἀγάπη, ἡ αἰωνία Θεία Ζωή. Καί «ὁ θάνατος οὐκ ἔστι ἔτι» εἰς αὐτούς, διότι ὅλον τό εἶναί των εἶναι γεμᾶτον ἐκ τῶν ἀναστασίμων θείων δυνάμεων τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, τοῦ μοναδικοῦ Νικητοῦ τοῦ θανάτου καί ὅλων τῶν θανάτων εἰς ὅλους τούς κόσμους. Δέν ὑπάρχει θάνατος δι᾽ αὐτούς – τούς ἁγίους ἀνθρώπους, διότι ὅλον τό εἶναί των εἶναι πεπληρωμένον ἀπό τόν Μόνον Ἀθάνατον – τόν Ὑπεραθάνατον Κύριον καί Θεόν μας Ἰησοῦν Χριστόν. Εὑρισκόμενοι μεταξύ αὐτῶν ἡμεῖς ἐπάνω εἰς τήν γῆν, εὑρισκόμεθα μεταξύ τῶν μοναδικά ἀληθινῶν ἀθανάτων, οἱ ὁποῖοι ἐνίκησαν κάθε ᾅδην. Ὅταν εἴμεθα μέ αὐτούς κανένα εἶδος θανάτου δέν ἠμπορεῖ νά μᾶς βλάψῃ, διότι οἱ ἅγιοι εἶναι σάν ἀλεξικέραυνα τοῦ θανάτου.

Οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπί τῆς γῆς ζοῦν τάς ἁγίας, αἰωνίας, θείας ἀληθείας. Δι᾽ αὐτό καί οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» ἀποτελοῦν εἰς τήν πραγματικότητα τήν ἐφηρμοσμένην Δογματικήν, ἐπειδή ἔχουν βιωθῆ ἀπό αὐτούς ὅλαι αἱ ἅγιαι καί αἰώνιαι δογματικαί ἀλήθειαι, εἰς ὁλόκληρον τήν ζωογόνον καί δημιουργικήν δύναμίν των. Εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» καταδεικνύεται κατά τόν πλέον ὀφθαλμοφανῆ τρόπον, ὅτι τά δόγματα δέν εἶναι μόνον ὀντολογικαί ἀλήθειαι καθ᾽ ἑαυτάς καί δι᾽ ἑαυτάς, ἀλλ᾽ ὅτι τό κάθε δόγμα εἶναι πηγή τῆς αἰωνίου ζωῆς καί τῆς ἁγίας πνευματικότητος, σύμφωνα μέ τό παναληθές Εὐαγγέλιον τοῦ μοναδικοῦ καί ἀναντικατάστατου Σωτῆρος καί Κυρίου: «Τά ρήματά μου πνεῦμά ἐστι καί ζωή ἐστι» (Ἰωάν. 6, 63). Διότι, κάθε «ρῆμα Κυρίου, κάθε λόγος τοῦ Θεοῦ, προχέει μίαν δύναμιν σωστικήν, ἁγιαστικήν, ἡ ὁποία χαριτώνει, ζωοποιεῖ καί μεταμορφώνει.

Ἄνευ τῆς ἁγίας δογματικῆς ἀληθείας περί τῆς Ἁγίας Τριάδος, δέν θά εἴχομεν τάς θείας ἐνεργείας ἀπό τήν Ἁγίαν Τριάδα, τάς ὁποίας ἀντλοῦμεν διά τῆς ὀρθῆς πίστεως, καί αἱ ὁποῖαι μᾶς ζωοποιοῦν, μᾶς ἁγιάζουν, μᾶς σώζουν καί μᾶς θεώνουν. Ἄνευ τῆς ἁγίας ἀληθείας περί τοῦ Θεανθρώπου, δέν ὑπάρχει σωτηρία διά τόν ἄνθρωπον, διότι ἀπό τήν ἀλήθειαν αὐτήν, ὅταν τήν ζῇ ὁ ἄνθρωπος, πηγάζει ἡ θεία δύναμις, πού σώζει ἀπό τήν ἁμαρτίαν, ἀπό τόν θάνατον, ἀπό τόν διάβολον. Καί αὐτή ἡ δογματική ἀλήθεια περί τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ μήπως δέν ἔχει μαρτυρηθῆ σαφέστατα καί ἐμπειρικώτατα εἰς τούς βίους ἀναριθμήτων ἁγίων; Ἐπειδή, δι᾽ αὐτό ἀκριβῶς οἱ ἅγιοι εἶναι ἅγιοι, διότι ζοῦν ὅλον τόν Θεάνθρωπον Κύριον Ἰησοῦν ὡς τήν ψυχήν τῆς ψυχῆς των, ὡς τήν συνείδησιν τῆς συνειδήσεώς των, τόν νοῦν τοῦ νοῦ των, τήν ὕπαρξιν τῆς ὑπάρξεώς των, τήν ζωήν τῆς ζωῆς των. Τοιουτοτρόπως κάθε ἕνας ἀπό αὐτούς βροντοφωνεῖ μαζί μέ τόν θεῖον Ἀπόστολον τήν ἀλήθειαν: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20). – Ἐμβαθύνατε εἰς τούς βίους τῶν ἁγίων: Ἰδού, ἀπό ὅλους αὐτούς ἀκτινοβολεῖ ἡ χαρισματική, ἡ ζωοποιός καί σωστική δύναμις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ Ὁποία τούς ὡδήγησεν ἀπό ἄσκησιν εἰς ἄσκησιν, ἀπό ἀρετήν εἰς ἀρετήν, ἀπό νίκην κατά τῆς ἁμαρτίας εἰς τήν νίκην κατά τοῦ θανάτου, ἀπό τήν νίκην κατά τοῦ θανάτου εἰς τήν νίκην κατά τοῦ διαβόλου. Αὐτή τούς εἰσάγει εἰς τήν πνευματικήν χαράν, ὅπου δέν ὑπάρχει ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός, ἀλλά «εἰρήνη καί χαρά ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Ρωμ. 14, 17). χαρά καί εἰρήνη ἀπό τήν κερδισμένην νίκην ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας, κάθε πάθους, κάθε θανάτου, κάθε πονηροῦ πνεύματος. Ὅλα αὐτά ἀναμφιβόλως, μαρτυροῦν βιωματικῶς καί ἐμπειρικῶς τό ἀληθές τοῦ ἁγίου δόγματος περί τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς ὄντως «τιμιωτέρας τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέρας ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». Αὐτό τό δόγμα τό φυλάσσουν εἰς τήν καρδίαν των οἱ ἅγιοι διά τῆς πίστεως καί μέ φλογεράν ἀγάπην ζοῦν δι᾽ αὐτοῦ. – Ἐάν δέ πάλιν θέλετε μίαν ἤ δύο χιλιάδας ἀναμφισβητήτους μαρτυρίας περί τῆς ζωηφόρου καί ζωοποιοῦ δυνάμεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, πού νά εἶναι συγχρόνως καί ἐμπειρικαί ἀποδείξεις τῆς ἀληθείας τοῦ δόγματος τοῦ σωτηριώδους σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου, ξεκινήσατε μέ τήν πίστιν εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων». Θά ἰδῆτε τότε καί θά αἰσθανθῆτε ὁπωσδήποτε ὅτι δι᾽ ἕκαστον ἅγιον καί δι᾽ ὅλους μαζί, ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ ἀποτελεῖ τό ἀήττητον ὅπλον μέ τό ὁποῖον αὐτοί νικοῦν ὅλους τούς ὁρατούς καί ἀοράτους ἐχθρούς τῆς σωτηρίας των. Θά ἰδῆτε, ἀκόμη, τόν Σταυρόν παντοῦ ἐντός των: εἰς τήν συνείδησίν των, εἰς τόν νοῦν των, εἰς τήν θέλησίν των, εἰς τό σῶμά των. θά τόν ἰδῆτε ὡς ἀστείρευτον πηγήν σωστικῶν καί ἁγιαστικῶν δυνάμεων πού τούς ὁδηγοῦν ἀσφαλῶς ἀπό τελειότητα εἰς τελειότητα, ἀπό χαράν εἰς χαράν, μέχρις ὅτου τούς φέρουν εἰς τήν αἰωνίαν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, «ἔνθα ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καί ἡ ἀνέκφραστος ἡδονή τῶν καθορόντων τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου τό κάλλος τό ἄρρητον».

Ἀλλά μέ τήν ἁγίαν ζωήν των καί μέ τά ἅγια πρόσωπά των οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, ἐπιβεβαιώνουν κατά τρόπον πειστικόν καί ἀληθινόν καί ὅλα τά ἄλλα δόγματα, ὅπως: περί τῆς Ἐκκλησίας, περί τῆς χάριτος, περί τῶν ἁγίων μυστηρίων, περί τῶν ἁγίων ἀρετῶν, περί τοῦ ἀνθρώπου, περί τῆς ἁμαρτίας, περί τῶν ἱερῶν λειψάνων, περί τῶν ἁγίων εἰκόνων, περί τῆς μελλούσης ζωῆς, περί ὅλων τῶν ἄλλων, πού ἀποτελοῦν τήν θεανθρωπίνην οἰκονομίαν τῆς σωτηρίας. Ναί, οἱ «βίοι τῶν Ἁγίων» εἶναι ἡ ἐμπειρική Δογματική. Εἶναι ἡ βιωματική Δογματική, Δογματική ἡ ὁποία ἔχει γίνει βίωμα μέσα εἰς τήν ἁγίαν ζωήν τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπων.

Ἐκτός αὐτῶν, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» περιέχουν καί ὅλην τήν ὀρθόδοξον Ἠθικήν, – τό ὀρθόδοξον ἦθος, εἰς ὁλόκληρον τήν λάμψιν τοῦ θεανθρωπίνου μεγαλείου του καί τῆς ἀκαταβλήτου δυνάμεώς του. Εἰς τούς βίους τῶν ἁγίων ἀποδεικνύεται καί καταδεικνύεται κατά τρόπον πειστικόν καί πραγματικόν, ὅτι τά ἅγια μυστήρια εἶναι αἱ πηγαί τῶν ἁγίων ἀρετῶν, αἱ δέ ἅγιαι ἀρεταί, καρποί τῶν ἁγίων μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἐξ αὐτῶν γεννῶνται, δι᾽ αὐτῶν ἀναπτύσσονται καί τρέφονται καί ζοῦν, δι᾽ αὐτῶν τελειοποιοῦνται καί αἰωνίζονται. Ὅλοι οἱ θεῖοι ἠθικοί νόμοι πηγάζουν ἐκ τῶν ἁγίων μυστηρίων καί πραγματοποιοῦνται διά τῶν ἁγίων ἀρετῶν. Δι᾽ αὐτό καί οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» ἀποτελοῦν τήν βιωματικήν Ἠθικήν, τήν ἐφηρμοσμένην Ἠθικήν. Ἐξ ἄλλου, αὐτοί πάλιν οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» βεβαιώνουν ἀναμφισβήτητα ὅτι ἡ Ἠθική δέν εἶναι ἄλλο, παρά μία ἐφηρμοσμένη Δογματική. Ὁλόκληρος ἡ ζωή τῶν ἁγίων συντίθεται ἀπό τά ἅγια μυστήρια καί τάς ἁγίας ἀρετάς, τά δέ ἅγια μυστήρια καί αἱ ἅγιαι ἀρεταί εἶναι καρποί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ ἐνεργοῦντος τά πάντα ἐν πᾶσι (1 Κορ. 12, 4, 6, 11).

Ἀλλά τί εἶναι ἀκόμη οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων»; Ἡ μοναδική Παιδαγωγική τῆς Ὀρθοδοξίας. Διότι μέσα εἰς αὐτούς, κατά ἀναριθμήτους εὐαγγελικούς τρόπους, τελείως δοκιμασμένους διά τῆς μακραίωνος ἐμπειρίας, ἔχει καταδειχθῆ πῶς διαπλάσσεται καί οἰκοδομεῖται τό τέλειον ἀνθρώπινον πρόσωπον, ὁ τέλειος ἄνθρωπος, καί πῶς αὐξάνει «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4, 13), διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ. Τοῦτο δέ ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τό παιδαγωγικόν ἰδεῶδες τοῦ Εὐαγγελίου, τό μόνον παιδαγωγικόν ἰδεῶδες τό ἄξιον ἑνός θεοειδοῦς ὄντος, ὅπως εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Τό ἰδανικόν αὐτό ἔθεσεν ἀλλά καί ἐπραγματοποίησε πρῶτος ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, κατόπιν δέ Αὐτοῦ τό ἐπραγματοποίησαν καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ λοιποί ἅγιοι τοῦ Θεοῦ. Ἐν τούτοις ὅμως, ἄνευ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καί ἔξω ἀπό Αὐτόν, ὁποιονδήποτε καί ἄν εἶναι τό παιδαγωγικόν ἰδανικόν τοῦ ἀνθρώπου, αὐτός θά παραμένη διά παντός ἕνα ὄν ἀτελές, ἕνα ὄν θνητόν, ἕνα ὄν ἄθλιον καί τραγικόν, ἄξιον τῶν δακρύων ὅλων τῶν ὀφθαλμῶν, ὅσοι ὑπάρχουν εἰς τούς κόσμους τοῦ Θεοῦ.

Ἐάν θέλετε, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» εἶναι μιά ἰδιόμορφος ὀρθόδοξος Ἐγκυκλοπαιδεία. Εἰς αὐτούς δύναται νά εὕρη κανείς ὅλα ὅσα χρειάζονται εἰς μίαν ψυχήν πεινασμένην καί διψασμένην διά τήν αἰωνίαν Δικαιοσύνην καί αἰωνίαν Ἀλήθειαν μέσα εἰς αὐτόν τόν κόσμον. πεινασμένην καί διψασμένην διά τήν θείαν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Ἐάν διψᾶς τήν πίστιν, θά τήν εὕρης πλουσίαν εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» καί θά χορτάσῃς τήν ψυχήν σου μέ τροφήν διά τήν ὁποίαν ποτέ δέν θά ξαναπεινάσῃς. Ἐάν ποθῇς τήν ἀγάπην, τήν ἀλήθειαν, τήν δικαιοσύνην, τήν ἐλπίδα, τήν πραότητα, τήν ταπείνωσιν, τήν μετάνοιαν, τήν προσευχήν ἤ ὁποιανδήποτε ἀρετήν καί ἄσκησιν, εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» θά εὕρῃς ἕνα πλῆθος ἁγίων διδασκάλων διά κάθε ἄσκησιν καί θά λάβῃς τήν βοήθειαν τῆς χάριτος διά κάθε ἀρετήν. Ἐάν περνᾶς μαρτύρια διά τήν πίστιν σου εἰς τόν Χριστόν, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ παρηγορήσουν καί θά σέ ἐνθαρρύνουν, θά σέ ἐνδυναμώσουν καί θά σέ ἀναπτερώσουν, ὥστε τά μαρτύριά σου νά μεταβληθοῦν εἰς χαράν. Εἶσαι εἰς ὁποιονδήποτε πειρασμόν; Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ βοηθήσουν νά τόν νικήσῃς καί τώρα καί πάντοτε. Ἐάν πάλιν εὑρίσκεσαι εἰς κίνδυνον ἀπό τούς ἀοράτους ἐχθρούς τῆς σωτηρίας σου, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ ὁπλίσουν μέ τήν «πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 6, 11, 13) καί σύ θά τούς πολεμήσῃς καί θά τούς διαλύσῃς ὅλους, καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς ὅλην σου τήν ζωήν. Ἐάν ἐξ ἄλλου εὑρίσκεσαι ἐν μέσῳ ὁρατῶν ἐχθρῶν καί διωκτῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σοῦ δώσουν τό θάρρος καί τήν δύναμιν τῆς ὁμολογίας, διά νά ὁμολογῇς ἄνευ φόβου τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί Κύριον εἰς ὅλους τούς κόσμους, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. θά στέκης διά τήν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου Του ἀκλόνητος μέχρι θανάτου, ὁποιουδήποτε θανάτου, καί θά αἰσθανθῇς τόν ἑαυτόν σου δυνατώτερον ἀπό κάθε θάνατον καί ἀπό κάθε ἐχθρόν τοῦ Χριστοῦ. Ὑποφέρων διά τόν Χριστόν, θά ἀλαλάζῃς ἀπό χαράν, αἰσθανόμενος μέ ὅλον σου τό εἶναι, ὅτι ἡ ζωή σου εὑρίσκεται εἰς τούς οὐρανούς, πέραν ὅλων τῶν θανάτων, κρυμμένη σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ (Κολ. 3, 3).

Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» δείχνουν πολυαρίθμους ἀλλά πάντοτε βεβαίους δρόμους σωτηρίας, φωτισμοῦ, ἁγιασμοῦ, μεταμορφώσεως, χριστοποιήσεως, θεώσεως. δείχνουν ὅλους τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους ἡ ἀνθρωπίνη φύσις κατανικᾷ τήν ἁμαρτίαν, τήν κάθε ἁμαρτίαν. πῶς νικᾷ τό πάθος, τό κάθε πάθος. πῶς νικᾷ τόν θάνατον, τόν κάθε θάνατον. πῶς νικᾷ τόν δαίμονα, τόν κάθε δαίμονα. Ἐδῶ εὑρίσκεται φάρμακον διά κάθε ἁμαρτίαν, καί διά κάθε πάθος θεραπεία, ἀπό κάθε θάνατον ἀνάστασις, καί ἀπό κάθε διάβολον ἀπελευθέρωσις, ἀπό ὅλα μαζί τά κακά ἡ σωτηρία. Δέν ὑπάρχει πάθος, δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, πού νά μή ὑποδεικνύεται μέσα εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον νικᾶται, νεκρώνεται, ἐκριζώνεται. Εἰς αὐτούς φαίνεται ὁλοκάθαρα, ὅτι δέν ὑπάρχει πνευματικός θάνατος, ἐκ τοῦ ὁποίου δέν θά ἦτο δυνατή ἡ ἀνάστασις μέ τήν θείαν δύναμιν τοῦ Ἀναστάντος καί Ἀναληφθέντος Κυρίου Ἰησοῦ. δέν ὑπάρχει βάσανον ἤ θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ κακοπάθεια, τήν ὁποίαν ὁ Κύριος διά τήν εἰς Αὐτόν πίστιν νά μή μεταβάλλῃ βαθμηδόν ἤ διά μιᾶς εἰς μίαν ἤρεμον καί κατανυκτικήν χαράν. – Πῶς γίνεται κανείς ἀπό ἁμαρτωλός δίκαιος; Ἰδού, ὅτι ἔχομεν ἕνα πλῆθος ἀπό συγκλονιστικά παραδείγματα μέσα εἰς τούς βίους τῶν ἁγίων! Πῶς δύναται κανείς ἀπό ληστής, πόρνος, μέθυσος, ἄσωτος, φονεύς, μοιχός, νά γίνῃ ἅγιος; Δι᾽ αὐτό θά εὕρωμεν πάμπολλα παραδείγματα ἐδῶ. Ἐπίσης – πῶς ἀπό ἕναν φίλαυτον, φιλόζωον, ἰδιοτελῆ, ἄπιστον, ἄθεον, ὑπερήφανον, φιλάργυρον, ἐμπαθῆ, ἕνα κακοῦργον, ἕνα διαφθαρμένον, ὀργίλον, πονηρόν, ὕπουλον, χαιρέκακον, φθονερόν, κενόδοξον, φιλόδοξον, κακοήθη, ἅρπαγα καί ἀνελεήμονα, πῶς γίνεται ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ; Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά μᾶς τό δείξουν καί ἐξηγήσουν.

Ἀλλ᾽ ἐπίσης εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ἔχομεν παρά πολλά καί θαυμαστά παραδείγματα διά τό πῶς ἕνας νέος γίνεται ἅγιος νέος, μία κόρη γίνεται ἁγία κόρη, πῶς ἕνας γέρος γίνεται ἅγιος γέρος, πῶς μία γερόντισσα γίνεται ἁγία γερόντισσα, πῶς ἕνα παιδί γίνεται ἅγιο παιδί, πῶς οἱ γονεῖς γίνονται ἅγιοι γονεῖς, πῶς ἕνας υἱός γίνεται ἅγιος υἱός, πῶς μία θυγατέρα γίνεται ἁγία θυγατέρα, πῶς μία οἰκογένεια γίνεται ἁγία οἰκογένεια, πῶς μία κοινωνία γίνεται ἁγία κοινωνία, πῶς ἕνας ἱερεύς γίνεται ἅγιος ἱερεύς, πῶς ἕνας ἐπίσκοπος γίνεται ἅγιος ἐπίσκοπος, πῶς ἕνας βοσκός γίνεται ἅγιος βοσκός, πῶς ἕνας γεωργός γίνεται ἅγιος γεωργός, πῶς ἕνας βασιλεύς γίνεται ἅγιος βασιλεύς, πῶς ἕνας ἐργάτης γίνεται ἅγιος ἐργάτης, πῶς ἕνας δικαστής γίνεται ἅγιος δικαστής, πῶς ἕνας δάσκαλος γίνεται ἅγιος δάσκαλος, πῶς ἕνας καθηγητής γίνεται ἅγιος καθηγητής, πῶς ἕνας στρατιώτης γίνεται ἅγιος στρατιώτης, πῶς ἕνας ἀξιωματικός γίνεται ἅγιος ἀξιωματικός, πῶς ἕνας κυβερνήτης γίνεται ἅγιος κυβερνήτης, πῶς ἕνας γραμματεύς γίνεται ἅγιος γραμματεύς, πῶς ἕνας ἔμπορος γίνεται ἅγιος ἔμπορος, πῶς ἕνας μοναχός γίνεται ἅγιος μοναχός, πῶς ἕνας οἰκοδόμος γίνεται ἅγιος οἰκοδόμος, πῶς ἕνας ἰατρός γίνεται ἅγιος ἰατρός, πῶς ἕνας τελώνης γίνεται ἅγιος τελώνης, πῶς ἕνας ἐπαγγελματίας γίνεται ἅγιος ἐπαγγελματίας, πῶς ἕνας φιλόσοφος γίνεται ἅγιος φιλόσοφος, πῶς ἕνας ἐπιστήμων γίνεται ἅγιος ἐπιστήμων, πῶς ἕνας πολιτικός γίνεται ἅγιος πολιτικός, πῶς ἕνας ὑπουργός γίνεται ἅγιος ὑπουργός, πῶς ἕνας πτωχός γίνεται ἅγιος πτωχός, πῶς ἕνας πλούσιος γίνεται ἅγιος πλούσιος, πῶς ἕνας δοῦλος γίνεται ἅγιος δοῦλος, πῶς ἕνας δεσπότης γίνεται ἅγιος δεσπότης, πῶς οἱ σύζυγοι γίνονται ἅγιοι σύζυγοι, πῶς ἕνας συγγραφεύς γίνεται ἅγιος συγγραφεύς, πῶς ἕνας καλλιτέχνης γίνεται ἅγιος καλλιτέχνης.

Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐδιάβασε τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» αἰσθάνεται καί καταλαβαίνει μέ ὅλην τήν ὕπαρξίν του, ὅτι μόνον «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» (Ἐφ. 3, 18) ἠμπορεῖ νά γνωρίσῃ Χριστόν τόν Θεόν, καί ὅλα τά ἐν Αὐτῷ καί περί Αὐτοῦ, καί ὅσα πηγάζουν ἀπ᾽ Αὐτόν (πρβλ. Ἐφ. 3, 18-19). Καί οἱ ἅγιοι; – Παίρνουν ἁγιότητα «ἐξ Ἑνός πάντες», ἀπό τόν Ἕνα τόν Μόνον Ἅγιον (πρβλ. Ἑβρ. 2, 11). Διά τάς χριστοποθήτους ἀσκήσεις των τούς δίνεται τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό μόνον πού γνωρίζει τά βάθη τοῦ Θεοῦ, τά βάθη τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Καί αὐτοί μᾶς ὁμιλοῦν διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τό ἄρρητον μυστήριον τοῦ Χριστοῦ καί δι᾽ ὅλα τά ἀνέκφραστα δῶρα, πού ἐδόθησαν εἰς ἡμᾶς διά Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Α’ Κορ. 2, 9-12). Ναί τό «μυστήριον τοῦ Χριστοῦ» μόνον διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποκαλύπτεται καί μόνον εἰς τούς ἁγίους ἀνθρώπους (πρβλ. Ἐφ. 3, 3-5. Κολ. 1, 26). Δι᾽ αὐτό οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ περισσότερον τέλειοι καί οἱ γνησιώτεροι μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος μας. Τώρα γνωρίζομεν ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων: ποιός εἶναι ὁ Θεός καί τί εἶναι ὁ Θεός. ἀκόμη ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἤδη ἔχομεν ἀποβιβασθῆ εἰς τήν ἐπέκεινα οὐράνιον ὄχθην καί ἀντικρύζομεν ὅλον τόν κόσμον τῆς γῆς ἀπό τόν οὐρανόν. Καί κοιτάζοντες ἀπό τόν οὐρανόν, τί εἶναι ἐκεῖνο πού διακρίνομεν περισσότερον ἐπάνω εἰς τήν γῆν; – Δέν εἶναι οὔτε τά βουνά, οὔτε αἱ θάλασσαι, οὔτε αἱ πόλεις, οὔτε οἱ οὐρανοξύσται. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Διότι ἡ θεοειδής ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνας ἥλιος ἐπί τῆς γῆς. Ὅσοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, τόσοι εἶναι οἱ ἥλιοι ἐπί τῆς γῆς. Καί καθένας ἀπ᾽ αὐτούς τούς ἡλίους εἶναι ὁρατός ἀπό τόν οὐρανόν. Ἀγαπημένο θαῦμα τοῦ Θεοῦ! Ἡ μικρούτσικη γῆ, ἕνα ἀστεράκι ἀπό τά πιό μικρά, νά χωράη δισεκατομμύρια ἡλίους! Μέσα ἀπό τό χωματένιο σῶμα τοῦ ἀνθρώπου λάμπει ὁ ἥλιος! Ὁ ἄνθρωπος! – Ἕνας μικρός θεός μέσα εἰς τήν λάσπην.

Εἶναι Εὐαγγέλιον, παναληθινόν Εὐαγγέλιον, – ὄχι ἰδικόν μου, ἀλλά τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ – ὅτι: ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα μεγάλον μυστήριον, ἱερόν μυστήριον τοῦ Θεοῦ. Τόσον μεγάλον καί τόσον ἱερόν, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔγινεν ἄνθρωπος διά νά μᾶς ἑρμηνεύσῃ ὅλον τό βάθος τοῦ ἀνθρωπίνου μυστηρίου. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ παναλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Θεός ἔγινεν ἄνθρωπος διά νά κάμῃ τόν ἄνθρωπον θεόν κατά χάριν. Αὐτήν τήν παναλήθειαν εὐαγγελίζονται βροντόφωνα οἱ ἀρχιστράτηγοι τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Θεανθρώπου: ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας, ὁ Χρυσόστομος ὁ Παμμέγιστος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Αὐτούς ἀκολουθοῦν καί ὅλοι οἱ ἄλλοι εὐαγγελισταί, – ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος καί Θεός καί Σωτήρ μας Ἰησοῦς Χριστός, γενόμενος ἐξ ἀμέτρου φιλανθρωπίας ἄνθρωπος, ἡγίασε τόν ἄνθρωπον, τόν ἐχριστοποίησε, τόν ἐθέωσε. Πολέμησε καί ἐνίκησε ἐν αὐτῷ καί δι᾽ αὐτόν κάθε τί ἄθεον καί ἀντίθεον: Τήν ἁμαρτίαν, τόν θάνατον καί τόν διάβολον.καί ἀνύψωσε τόν ἄνθρωπον ὑπεράνω ὅλων τῶν οὐρανῶν, μέχρι τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Ὅλα αὐτά ποῖοι τά μαρτυροῦν; Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἀπό τόν πρῶτον μεχρι τοῦ τελευταίου. Καθένας ἀπ᾽ αὐτούς, μέ ὁλόκληρον τήν ζωήν του μαρτυρεῖ δι᾽ αὐτήν τήν ἀλήθειαν: Ὅτι μέσα εἰς τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν ὁ ἄνθρωπος διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν μεταμορφώνεται εἰς «θεόν κατά χάριν», εἰς κατά χάριν θεάνθρωπον. Ἡ μεταμόρφωσις τοῦ ἀνθρώπου εἰς θεάνθρωπον κατά χάριν διά τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ μετάπλασίς του εἰς θεόν κατά χάριν, εἶναι, κατά τήν διδασκαλίαν τῶν ἁγίων Πατέρων, τέχνη τεχνῶν, ἐπιστήμη ἐπιστημῶν, φιλοσοφία φιλοσοφιῶν. Δι᾽ αὐτό οἱ ἅγιοι Διδάσκαλοί μας τήν κατά τό Εὐαγγέλιον ζωήν ὀνομάζουν ἀληθινήν φιλοσοφίαν, ἀληθινήν σοφίαν. Ὁ δέ ἅγιος Μακάριος ὁ Μέγας ὀνομάζει τούς ἁγίους «φιλοσόφους τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Τώρα, ἀπό τούς «Βίους τῶν Ἁγίων γνωρίζομεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία ὕπαρξις μέ τάς πλέον μεγάλας διαστάσεις: ἐκτείνεται ἀπό τόν διάβολον μέχρι τόν Θεόν, καί δύναται νά γίνῃ καί θεός κατά χάριν, καί διάβολος κατά τήν ἐλευθέραν βούλησίν του. Μέσα εἰς κάθε ἁμαρτίαν ὑπάρχει καί ὀλίγον τι τοῦ διαβόλου. Διά τῆς φιλαμαρτίας καί τῆς ἑκουσίας καί ἐπιμόνου παραμονῆς εἰς τήν ἁμαρτίαν, ὁ ἄνθρωπος βαθμιαίως διαβολοποιεῖται, μεταβάλλεται βαθμιαίως εἰς διαβολάνθρωπον καί δημιουργεῖ θεληματικῶς τήν κόλασιν διά τόν ἑαυτόν του. Διότι κάθε ἁμαρτία εἶναι μία μικρή κόλασις. Ἀντιθέτως, μέσα εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων εὐαγγελικῶν ἀρετῶν, ὁ ἄνθρωπος πληροῦται μέ τόν Θεάνθρωπον Χριστόν, ἐνδύεται τόν Χριστόν, καί μεταμορφώνεται βαθμιαίως εἰς ἄνθρωπον χριστοφόρον καί χριστοειδῆ, «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4, 13. Πρβλ. Κολ. 1, 28). Γίνεται βαθμηδόν θεάνθρωπος κατά χάριν, καί κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον ἀποκτᾶ μέσα εἰς τήν ψυχήν του τόν παράδεισον. Διότι κάθε μία ἁγία εὐαγγελική ἀρετή εἶναι μικρός παράδεισος διά τήν ψυχήν (Πρβλ. Ματθ. 5, 3-12. Λουκ. 6, 20-23. Ἰακ. 1, 25. Ἰωάνν. 13, 17).

Γίνεται ὁλοφάνερον ἀπό τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ὅτι οἱ ἅγιοι γνωρίζουν ὁλόκληρον τό μυστήριον τοῦ ἀνθρώπου, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, καί τό ἰδικόν μου καί τό ἰδικόν σου μυστήριον. διότι ἐγνώρισαν τό μυστήριον τοῦ Μόνου Τελείου Ἀνθρώπου, τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, καί δι᾽ Αὐτοῦ ἔλυσαν τελείως καί τελεσιδίκως τό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου. Καί ταὐτοχρόνως ἔλυσαν τό πρόβλημα ὅλης τῆς κτίσεως. Διότι οὐσιαστικά ὅλα τά προβλήματα περιέχονται μέσα εἰς τό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, καί ὅλαι αἱ λύσεις εἰς τήν λύσιν τοῦ προβλήματος τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκτός τοῦ Θεανθρώπου καί χωρίς τόν Θεάνθρωπον, ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντοτε ὑπάνθρωπος καί μή ἄνθρωπος, δηλαδή δέν εἶναι ἄνθρωπος μέ τήν οὐσιαστική σημασίαν τοῦ ὅρου.

Ζήτησε νά εὕρῃς τόν ἑαυτόν σου μέσα εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων». θά τόν εὕρης ὁπωσδήποτε μέσα εἰς αὐτούς. Ἀκόμη θά εὕρῃς ἐκεῖ καί τά φάρμακα, μέ τά ὁποῖα ἠμπορεῖς νά τόν θεραπεύσῃς ἀπό ὅλας τάς πνευματικάς ἀρρωστίας καί νά τόν κάνῃς ὑγιῆ διά παντός. Ὑγιῆ καί εἰς τούς δύο κόσμους, εἰς τρόπον ὥστε νά μή ἠμπορέσῃ νά σέ βλάψῃ κανένας θάνατος. Θά εὕρης ἀκόμη μέσα εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων», ὅλα ὅσα χρειάζονται διά νά ζήσῃς καί εἰς τούς δύο κόσμους. ὅσα χρειάζονται εἰς ἐσέ, ὦ ἄνθρωπε, πού εἶσαι μία ἀθάνατος ὕπαρξις. μία αἰώνια ὕπαρξις, μία θεανθρωπίνη ὕπαρξις, ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! ἄνθρωπε!

 

Ὑποσημειώσεις:
1. -. Κανών τοῦ Πάσχα, ᾠδή ζ’.

2. -. Πρβλ. Κολ. 3, 11. Γαλ. 2, 20. Πρβλ. τοῦ ἁγ. Συμεών Ν. Θεολόγου: «Χριστός τά πάντα ἀντί πάντων τούτοις γενήσεται» (Κατήχησις 2). Ἐπίσης τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ «Δι᾽ αὐτῆς γάρ (τῆς ἐν χάριτι ἑνώσεως) ὅλος μέν ὅλοις τοῖς ἀξίοις ὁ Θεός περιχωρεῖ, ὅλῳ δέ ὅλοι περιχωροῦσιν ὁλικῶς οἱ ἅγιοι τῷ Θεῷ, ὅλον ἀντιλαμβάνοντες ἑαυτῶν τόν Θεόν» (ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 3, 1, 27).


(Πηγή: imaik.gr)

 

Αναδημοσίευση από:
https://alopsis.gr/alopsis/agioi.htm

Σύντομη βιογραφία και Θεόσοφες διδαχές Πόποβιτς

 



Σύντομη βιογραφία και Θεόσοφες διδαχές

Ό όσιος και θεοφόρος πατήρ Ιουστίνος γεννήθη­κε στις 25 Μαρτίου του 1894, ξημερώματα του Ευαγ­γελισμού στην πόλη Βράνιε της νοτίου Σερβίας. Ό πατέρας του ονομαζόταν Σπυρίδων και ή μητέρα του Αναστασία. Κατά την βάπτιση έλαβε το όνομα Ευάγ­γελος. Ή οικογένεια του πατέρα του ήταν εκ παραδό­σεως ιερατική και είχε δώσει στην ορθόδοξη Εκκλη­σία τουλάχιστον επτά ιερωμένους. Αυτό εξάλλου φα­νερώνει και το επώνυμο Πόποβιτς = Παπαδόπουλος. Από μικρό παιδάκι ακόμα, συχνά επισκεπτόταν με τούς γονείς του τον άγιο Πρόχορο τον Θαυματουργό στην κοντινή Μονή Πτσίνσκι όπου και είδε με τα μά­τια του την θεραπεία της μητέρας του από βαριά α­σθένεια.

Μια δεύτερη πηγή ευλάβειας για τον μικρό Ευάγ­γελο ήταν ή τακτική ανάγνωση του Ευαγγελίου από τα δεκατέσσερα του χρόνια μα και ή ασκητική βίωση του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Τρίτη πηγή θείας έμπνευσης έγινε για τον μικρό Πόποβιτς η ανάγνωση των Συναξαριών και αργότερα των έργων των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Έλεγε ό ίδιος χαρακτηριστικά: «η Ορθοδοξία δεν είναι βιβλιοθήκη, την οποία μπορείς να μελετήσεις, αλλά βίωμα το όποιο καλείσαι να ζήσεις. Ή Ορθοδοξία εί­ναι πρώτιστα βιοτή και μάλιστα Όσια Βιοτή και ύστερα διδαχή και μάλιστα διδαχή ζωής, χάριτος, η ο­ποία δεν έχει τίποτε από την νέκρα του σχολαστικι­σμού και τον ορθολογισμό του προτεσταντισμού. Ή Ορθοδοξία έχει την δική της μεθοδολογία και παιδα­γωγική, τους Βίους των Αγίων».

Από την φύση του φιλόσοφος και διψασμένος για την θεία μα και την ανθρώπινη γνώση, ό μικρός Ευάγγελος εγγράφεται στα 1905 στην Εκκλησιαστική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι όπου αξιώθη­κε να έχει ως δάσκαλο του τον φωτισμένο άγιο Νικό­λαο Βελιμίροβιτς. Τελείωσε την Σχολή στα 1914 μα τον πρόλαβε ό Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και στρατεύ­τηκε ως νοσοκόμος. Ακολουθώντας την τύχη του σέρβικου στρατού, πήρε το δρόμο της εξορίας μέσα από τα βουνά της Αλβανίας προς την Κέρκυρα. Καθ' όδόν ένοιωσε πλέον έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στο Χριστό και με την ευλογία του Μητροπολί­του Βελιγραδίου Δημητρίου έλαβε στην Σκόδρα το μοναχικό σχήμα την 1η Ιανουαρίου του 1916 και πή­ρε το όνομα του αγίου μάρτυρος και φιλοσόφου Ιουστίνου.

Από την Κέρκυρα, μετά από ενέργειες του Μη­τροπολίτου Δημητρίου, φεύγει με μια ομάδα φωτισμέ­νων θεολόγων για θεολογικές σπουδές στην Αγία Πε­τρούπολη. Σύντομα όμως, λόγω των πολιτικών εξελί­ξεων στην Ρωσία, αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει και να μεταβεί στην Οξφόρδη. Εκεί έμεινε δύο χρό­νια ετοιμάζοντας την διδακτορική του εργασία με θέ­μα «Ή θρησκεία και ή φιλοσοφία του Ντοστογιέβσκι». Η εμμονή του στην κριτική του δυτικού Χριστιανισμού και στην υπεράσπιση του Ντοστογιέβσκι του κόστισε την απόρριψη της διατριβής. Έτσι στα 1919, όταν, μετά το τέλος του πολέμου, γύρισε στην πατρίδα του τοποθετήθηκε ως καθηγητής θεολογίας στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι. Σύντομα μεταβαίνει στην Α­θήνα για να λαβή τελικά εκεί το διδακτορικό του δί­πλωμα στην Πατρολογία στα 1926 με θέμα «Το πρό­βλημα του προσώπου και της γνώσεως στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο». Γνώριζε πολύ καλά την παλαιοσλαβική, την αρχαιοελληνική, την λατινική, την ρωσική, την νεοελληνική, την αγγλική, την γερμανι­κή και την γαλλική.

Στα επόμενα έτη εργάστηκε στις Εκκλησιαστικές Σχολές του Καρλοβικίου, της Πριζρένης και του Μο­ναστηρίου (Βίτολα). Στα 1930-31 ή Σερβική Εκκλη­σία τον έστειλε μαζί με τον Μητροπολίτη Ιωσήφ σε ιεραποστολική αποστολή στην Τσεχοσλοβακία. Εκεί εργάστηκαν επί ένα χρόνο στην διαφώτιση και οργά­νωση των ενοριών και του μοναχικού βίου των ορθο­δόξων Σλοβάκων στα Καρπάθια οι όποιοι επέστρεφαν και πάλι στην Ορθοδοξία από την Ουνία. Ενώ ακόμη βρισκόταν εκεί, εξελέγη το 1931 επίσκοπος της νεο­συσταθείσης Επισκοπής Καρπαθίας αλλά από ταπεί­νωση δεν δέχτηκε την θέση εκείνη.

Στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής βρέθηκε σε διάφορες μονές και σταδιακά στο Βελιγράδι, μοι­ραζόμενος την τύχη του λαού του. Με την εγκαθίδρυ­ση της νέας κομμουνιστικής εξουσίας στην Γιου­γκοσλαβία το 1945, ό πατήρ Ιουστίνος εξεδιώχθη από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου μαζί με άλλους 200 καθηγητές. Σύντομα συνελήφθη στην μονή Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία (1946) και φυλακί­στηκε. Λίγο έλειψε να εκτελεστεί από το καθεστώς ως «εχθρός του λαού», αλλά σώθηκε την τελευταία στιγ­μή όταν ό Πατριάρχης Γαβριήλ κατά την επιστροφή του από το  Άουσβιτς απήτησε την αποφυλάκιση του.

Διωγμένος από το Πανεπιστήμιο και δίχως κά­ποια σύνταξη, στερημένος από τα ανθρώπινα, θρη­σκευτικά και πολιτικά του δικαιώματα, ό πατήρ Ιουστίνος έζησε ουσιαστικά έγκλειστος στην μικρή γυ­ναικεία μονή των Αρχαγγέλων στο Τσέλιε του Βάλιεβο. Ακόμη και εκεί όμως οι πολιτικές αρχές δεν τον άφηναν ήσυχο. Πέρα από την συνεχή και ασφυκτική παρακολούθηση, συχνές ήταν και οι ανακρίσεις στην πολιτική διοίκηση του Βάλιεβο. Σε περιόδους δε κρι­σίμων συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου στο Βελιγρά­δι, του απαγορευόταν οποιαδήποτε έξοδος από την μονή επί μήνες από τον φόβο τυχόν επιρροής του στους επισκόπους. Παρά τις δύσκολες αυτές και οδυ­νηρές συνθήκες ό πατήρ Ιουστίνος προσευχόταν αδιάλειπτα, επικοινωνούσε με όσους είχαν το θάρρος να τον επισκέπτονται, συνέχιζε το ιεραποστολικό του έργο και έγραφε συνεχώς δίχως να σταματήσει την παράλληλη μελέτη των προσφιλών του Αγίων Πατέ­ρων και των Συναξαριών.

Λειτουργούσε καθημερινά, νήστευε πλήρως όλες τις Παρασκευές του έτους καθώς και την Α' Εβδομά­δα των Νηστειών και την εβδομάδα των Παθών ενώ έ­κανε και άλλες νηστείες εκτός από τις διατεταγμένες της Εκκλησίας. Ακολουθώντας πιστά το μακραίωνο μοναστικό τυπικό, τελούσε όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Εκατοντάδες ήταν τα ονόματα πού μνη­μόνευε στην Θεία Λειτουργία, ονόματα πού του έδι­ναν είτε προφορικά είτε μέσω επιστολών.

Παρά τον αυστηρό περιορισμό του από τις πολιτι­κές αρχές, ή φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα και πέ­ρασε τα σύνορα της Σερβίας. Έτσι, τον επισκέπτο­νταν όχι μονάχα Σέρβοι από διάφορες περιοχές της χώρας αλλά και πολλοί Έλληνες. Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 25 Μαρτίου 1979, ανήμερα του Ευαγγελισμού μα και ήμερα της γεννήσεως του.

Ό πατήρ Ιουστίνος, αφού εντρύφησε εμπειρικά στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, καρποφόρησε αυτή του την μελέτη και στα δικά του συγγράμματα ό­που εύκολα διαφαίνεται το θεολογικό βάθος μα και το συγγραφικό του τάλαντο. Δύο είναι τα κεντρικά χαρα­κτηριστικά τού όλου συγγραφικού του μόχθου, τα ό­ποια συναντώνται σε όλα του τα έργα, από το πιο σύ­ντομο μέχρι και το πιο εκτενές, και από το πιο βαθύ μέχρι και το πιο εκλαϊκευμένο. Το πρώτο είναι ή αγά­πη του για το πρόσωπο του «Θεανθρώπου Χριστού». Ίσως αυτή να είναι ή πιο συχνή έκφραση μέσα στο έργο του. Γύρω από τον Θεάνθρωπο στρέφονται τα πάντα, από Αυτόν πηγάζουν όλα και σε Αυτόν απολή­γουν, ενδοχρονικά μα και εσχατολογικά. Το δεύτερο εξίσου σπουδαίο είναι ή μέριμνα του στο να μην απο­κλίνει από την αλάνθαστη γραμμή των θεοφόρων Πα­τέρων της Ορθοδόξου Ανατολής. Ό υπερπλήρης αγάπης πατήρ Ιουστίνος είναι συνάμα και διαχρονικά ό ανυποχώρητος εις τα της πίστεως και ζηλωτής της εκκλησιαστικής τάξεως θεολόγος.

Ήδη την περίοδο 1932-35 συνέγραψε το δίτομο έργο «Ορθόδοξος φιλοσοφία της Αληθείας», την γνωστή Δογματική του, το όποιο τού χάρισε την έδρα της Δογματικής στην Θεολογική Σχολή τού Πανεπι­στημίου τού Βελιγραδίου. Τον τρίτο τόμο εξέδωσε λί­γο πριν από την κοίμηση του, το 1978. Από πολλούς συγχρόνους ερευνητές θεωρείται ως ή πληρέστερη ορθόδοξη Δογματική και έχει ήδη μεταφραστεί στην γαλλική ενώ μεταφράζεται στην αγγλική και στην ελ­ληνική.

Άλλο μνημειώδες έργο του είναι οι Βίοι των Α­γίων σε 12 τόμους και ή Ερμηνεία της Καινής Διαθή­κης σε 7 τόμους. Ή μονή του Τσέλιε έχει ήδη ξεκινή­σει την έκδοση των απάντων του τα όποια υπολογίζο­νται σε σαράντα τόμους από τούς οποίους έχουν κυ­κλοφορήσει περί τούς τριάντα. Με αφορμή την συμ­πλήρωση τριακονταετίας από την εις Κύριον εκδημία του, μεταφέρουμε στο παρόν πόνημα μία συνοπτικό­τατη εκλογή από το τεράστιο συγγραφικό του πλούτο ως ευκαιρία γνωριμίας των φιλαγίων αναγνωστών με μια μεγάλη μορφή ενός συγχρόνου ομολογητού και διδασκάλου της μαχόμενης Ορθοδοξίας.

 
Ή Ιερά Μονή του Τσέλιε

Ή Ιερά Μονή του Τσέλιε βρίσκεται σε απόσταση 6 χιλιομέτρων νοτιοδυτικά της πόλης του Βάλιεβο, στις όχθες του πόταμου Γράδατς. Το μοναστήρι είναι χτισμένο μέσα σε ένα ορεινό, γραφικό και καταπράσι­νο τοπίο, μέσα σε μία μικρή κοιλάδα στα όρια του χωρίου Λέλιτς το όποιο είναι και ή γενέτειρα τού με­γάλου συγχρόνου άγιου της Σερβικής Ορθοδόξου Εκ­κλησίας Νικολάου Βελιμίροβιτς. Ή γύρω περιοχή με τα πολλά βουνά και τις μικρές κοιλάδες κάνουν το μοναστήρι αθέατο και ό επισκέπτης πρέπει να μπει στη μικρή κοιλάδα για να το αντικρίσει.

Ή ακριβής χρονολογία κτίσεως της μονής δεν είναι γνωστή. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα ιστορικά στοι­χεία ή ίδρυση της μονής ανάγεται στους μεσαιωνι­κούς χρόνους, ενώ ιδιαίτερη παράδοση το θέλει ως κτίσμα του βασιλέως Δραγούτιν (1282-1316). Κατά την μακρά και σκοτεινή τουρκική σκλαβιά κάηκε, γκρεμίστηκε και ανακαινίστηκε αρκετές φορές. Οι προεστοί της μονής προσέφεραν πολλά στους αγώνες του σέρβικου έθνους κατά των κατακτητών και αλλο­θρήσκων. Κατά τον 19ο αι. ιδρύεται στη μονή Δημο­τικό Σχολείο, από τα πρώτα πού λειτούργησαν στην ελεύθερη Σερβία. Στο σχολείο αυτό έμαθε τα πρώτα του γράμματα και ό άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς. Στα 1837 ή μονή μετατράπηκε σε ενοριακό ναό και έ­τσι παρέμεινε ως το 1928 όταν με απόφαση της Σερβι­κής Ιεράς Συνόδου μετατράπηκε σε γυναικεία μονή.

Το καθολικό της μονής τιμά τη Σύναξη των Αρ­χαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Πρόκειται για βασι­λική μετά τρούλου. Ό τρούλος είναι εννεάπλευρος προς τιμήν των εννέα αγγελικών ταγμάτων. Ή μονή βρίσκεται στη διοικητική δικαιοδοσία της μητροπό­λεως Σάμπατς και Βάλιεβο. Ό μεγαλύτερος θησαυρός πού ή μονή φυλάσσει και προσφέρει προς προσκύνη­ση, ευλογία και παρηγοριά των δεκάδων προσκυνη­τών είναι ο απέριττος τάφος του οσίου αββά Ιουστίνου Πόποβιτς ό όποιος εγκαταβίωσε στη μονή επί 28 συνεχόμενα έτη μέχρι της κοιμήσεως του το 1979.

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Αυτή είναι η δύναμη της νηστείας!




Τι θεία δύναμις η νηστεία! Νηστεία δεν είναι τίποτε άλλο παρά να σταυρώνης το σώμα, να σταυρώνης το σώμα, να σταυρώνης ο ίδιος τον εαυτό σου. Εφ’ όσον υπάρχει σταυρός, η νίκη είναι σίγουρη. Το σώμα της πρώην πόρνης της Αλεξανδρείας, της Μαρίας, με την αμαρτία παραδόθηκε στην δουλεία του διαβόλου. Αλλά όταν αγκάλιασε τον Σταυρό του Χριστού, όταν πήρε αυτό το όπλο στα χέρια της, νίκησε τον διάβολο.

Νηστεία είναι η ανάστασις της ψυχής εκ νεκρών. Η νηστεία και η προσευχή ανοίγουν τα μάτια του ανθρώπου, ώστε να αντικρύση και να καταλάβη πραγματικά τον εαυτό του, να ιδή τον εαυτό του. Βλέπει τότε ότι κάθε αμαρτία στην ψυχή του είναι ο τάφος του, ο τάφος, ο θάνατός του. Καταλαβαίνει ότι η αμαρτία μέσα στην ψυχή του δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μετατρέπη σε πτώματα όλα όσα ανήκουν στην ψυχή: τους λογισμούς της, τα συναισθήματά της και τις διαθέσεις της· σειρά από τάφους. Και τότε…, τότε ξεχύνεται θρηνητική κραυγή από την ψυχή: «Πριν εις τέλος απόλωμαι, σώσον με».

Αυτή είναι η κραυγή μας κατά την αγία αυτή εβδομάδα: Κύριε, προτού χαθώ τελείως, σώσε με. Έτσι προσευχηθήκαμε αυτή την εβδομάδα στον Κύριο, τέτοιες προσευχητικές αναβοήσεις μας παρέδωσε στον Μεγάλο Κανόνα του ο μεγάλος άγιος πατήρ ημών Ανδρέας Κρήτης. «Κύριε, πριν εις τέλος απόλωμαι, σώσόν με». Αυτή η κραυγή μας αφορά όλους, όλους όσους έχουμε αμαρτίες. Ποιος δεν έχει αμαρτίες;

Είναι αδύνατον να κυττάξης τον εαυτό σου να μη εύρης κάπου, σε κάποια γωνία της ψυχής σου, να μη εντοπίσης σε κάποια άκρη της μία ξεχασμένη ίσως αμαρτία. Και… κάθε αμαρτία, για την οποία δεν έχεις μετανοήσει, είναι ο τάφος σου, είναι ο θάνατός σου. Και εσύ, για να μπορέσης να σωθής και να αναστήσης τον εαυτό σου από τον τάφο σου, κράζε με τις προσευχητικές θρηνητικές κραυγές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής: «Κύριε, πριν εις τέλος απόλωμαι, σώσόν με». Ας μη ξεγελάμε τον εαυτό μας, αδελφοί, ας μη απατώμεθα. Και μία μόνο αμαρτία αν έμεινε στην ψυχή σου, και συ δεν μετανοείς και δεν την εξομολογείσαι αλλά την ανέχεσαι μέσα σου, αυτή η αμαρτία θα σε οδηγήση στο βασίλειο της κολάσεως. Για την αμαρτία δεν υπάρχει τόπος στον παράδεισο του Θεού. Για την αμαρτία δεν υπάρχει τόπος στην Βασιλεία των Ουρανών.

Για να αξιωθής της Βασιλείας των Ουρανών, φρόντισε να αποδιώξης από μέσα σου κάθε αμαρτία, να ξεριζώσης από μέσα σου διά της μετανοίας κάθε αμαρτία. Διότι, τίποτε δεν γλυτώνει από την μετάνοια του ανθρώπου. Τέτοια δύναμι έδωσε ο Κύριος στην Αγία Μετάνοια. Κοίταξε! Αφού η μετάνοια μπόρεσε να σώση μία τόσο μεγάλη άσωτη γυναίκα, όπως ήταν κάποτε η Μαρία η Αιγυπτία, πως να μη σώση και άλλους αμαρτωλούς, τον κάθε αμαρτωλό, και τον πιο μεγάλο αμαρτωλό και εγκληματία; Ναί, η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι το πεδίο της μάχης, επί του οποίου εμείς οι Χριστιανοί με την νηστεία και την προσευχή νικάμε τον διάβολο, νικάμε όλες τις αμαρτίες, νικάμε όλα τα πάθη και εξασφαλίζουμε στον εαυτό μας την αθανασία και την αιώνιο ζωή.

Στην ζωή των αγίων και αληθινών Χριστιανών υπάρχουν αναρίθμητα παραδείγματα που δείχνουν ότι όντως μόνο με την προσευχή και την νηστεία εμείς οι Χριστιανοί νικάμε τους δαίμονες, όλους εκείνους που μας βασανίζουν και θέλουν να μας παρασύρουν στο βασίλειο του κακού, στην κόλασι. Αυτή η Αγία Νηστεία…! είναι νηστεία των αγίων αρετών μας. Κάθε αγία αρετή ανασταίνει την ψυχή μου και την ψυχή σου εκ των νεκρών.

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Ο πραγματικά σοφός άνθρωπος Dogma

 

Χριστό

Σοφία είναι το να ζει κανείς με ευαγγελική «ευ­ταξία», με ευαγγελική «ακρίβεια».

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς

Αφροσύνη πάλι είναι, το να ζει κάποιος διασκεδάζοντας ατάκτως, ανα­λώνοντας την ψυχή του σε αμαρτίες και πάθη. Σοφός εκείνος, που χτίζει το οικοδόμημα της ψυχής του στην τήρηση των ιερών εντολών του Ευαγγελίου.

Άφρων είναι εκείνος, που πράττει το αντίθετο. Γιατί όλα όσα οικοδομούνται επάνω στον Ιησού Χριστό αντέχουν σε όλες τις καταιγίδες και φουρτούνες και στα δεινά των πειρασμών, της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου.

Ότι πάλι οικοδομείται δίχως Χριστό και ερήμην του Χριστού και ενάντια στον Χριστό, εύκολα καταρρέει και συντρίβεται, μόλις φανούν οι φουρτούνες των πειρασμών, των αμαρτιών και των παθών, μα κυρίως όταν φανούν ο άνεμος του θανάτου και του δαιμονισμού.

Για μας τους Χριστιανούς, τους φωτισμένους και διαφωτισμένους εν Χριστώ, τα πάντα σε αυτό τον κόσμο έχουν νόημα και αξία, εφόσον αποτελούν με­σον και οδό προς την αιωνιότητα. Επειδή εμείς βλε­πουμε εκείνο που δεν φαίνεται και ατενίζουμε το αο­ρατο.

Ρυθμίζουμε όλη μας την ζωή μέσα στον χρόνο με βάση εκείνο που είναι αιώνιο, το ανθρώπινο με βα­ση το Θεανθρώπινο. Όσο υπάρχει κάτι το αιώνιο με­σα στα όρια του χρονικού, συντηρούμαστε με αυτό. Όταν όμως αυτό εκλείπει, το αναζητούμε πέρα από τον χρόνο, στο Βασίλειο του ατελεύτητου και αορά­του. Ατενίζουμε τα πάντα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, δηλ. υπό το πρίσμα του Χριστού, αφού Εκεί­νος είναι ο αιώνιος Θεός και Κύριος.

Ο αγώνας μας είναι ενάντια στους εχθρούς της αιωνιότητας και της αθανασίας μας. Αυτοί είναι: οι α­μαρτίες μας, τα πάθη μας, οι πόθοι μας, τα πνευματικά της πονηρίας (Εφ. 6, 12). Κάθε αμαρτία κλέβει και λι­γη από την αιωνιότητά μας και απονεκρώνει την αθα­νασία μας. Ας μη γελιόμαστε: η φιλία με την αμαρτία είναι έχθρα με τον Θεό, έχθρα με τον Κύριο και Χρι­στο.

Δίχως την πίστη στον Κύριο και Χριστό, δίχως την αναγέννηση εν Χριστώ τω Κυρίω, δίχως την ζωή εν Χριστώ τω Κυρίω, ο άνθρωπος είναι και παραμένει εργαστήριο δαιμόνων.

Πως μπορεί ο άνθρωπος να αποδείξει πως σήμε­ρα είναι του Χριστού, ενώ μέχρι χτες δεν ήταν δικός Του; Δίχως αμφιβολία, με καινές σκέψεις στην θέση των παλαιών, με καινά αισθήματα στην θέση των πα­λαιών, με καινές επιθυμίες στην θέση των παλαιών, με μία λέξη: με καινή ζωή στην θέση της παλαιάς και μάλιστα ζωή ευαγγελική και Θεανθρώπινη.

Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς ο Ομολογητής και ΦιλόσοφοςΕπίσκοπος πρ. Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέφτιτς


Ο όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς ο Ομολογητής (1894-1979)· ο φιλόσοφος του Αγίου Πνεύματος

Ο όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους θεολόγους της εποχής μας και πνευματικός πατέρας της Εκκλησίας της Σερβίας και της Ορθοδοξίας. Όλη η βιοτή και το έργο του υπήρξε βίωση του Ευαγγελίου στην πράξη και μαρτυρία του ονόματος του Χριστού, συνεχής επιβεβαίωση ότι η σωτηρία της ανθρωπότητας βρίσκεται στο Ευαγγέλιο, που είναι ο ίδιος ο Χριστός.

iustpo2v2

Ο όσιος Ιουστίνος γεννήθηκε το 1894 την ημέρα του Ευαγγελισμού, στην πόλη Βράνιε στην Νότια Σερβία. Ο πατέρας του λεγόταν Σπυρίδων, η μητέρα του Αναστασία και προερχόταν από οικογένεια κληρικών αριθμούσα επτά διαδοχικές γενεές ιερέων. Έλαβε το όνομα Μπλάγκογιε, δηλαδή Ευάγγελος, ο αγγελιοφόρος της καλής και χαρμόσυνης αγγελίας (του Ευαγγελίου), λόγω της ημέρας της γεννήσεώς του. Όντως, όλη η επίγεια ζωή του υπήρξε ένα Ευαγγέλιο, μια αναγγελία του καλού και χαρμόσυνου μηνύματος του Ευαγγελίου. Παντού στα λόγια του και πάντα στην ζωή του ο όσιος Ιουστίνος το έλεγε και το ομολογούσε: κάθε ανθρώπινο όν, κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, όπως και κάθε πλάσμα του Θεού, είναι ένα ακατάπαυστο Ευαγγέλιο, μια αναγγελία του Ευαγγελίου. «Και μόνο με το ότι δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα του Θεού, κάθε άνθρωπος, και ιδιαίτερα ο άνθρωπος του Χριστού, είναι ένα ζωντανό Ευαγγέλιο του Θεού», έλεγε ο αββάς Ιουστίνος. Κάθε άνθρωπος επαναλαμβάνει το Ευαγγέλιο του Χριστού και γι’ αυτό ο Ευαγγελιστής Ιωάννης είπε ότι «έστι δε και άλλα πολλά όσα εποίησεν ο Ιησούς άτινα, εάν γράφηται καθ’ έν, ουδέ αυτόν οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βιβλία» (Ιωάν. 21, 25). Δηλαδή ο Χριστός σε κάθε άνθρωπο συνεχίζει να γράφει το Ευαγγέλιό Του.

Αφού τελείωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και το ιερατικό σεμινάριο στο Βελιγράδι (1905–1914), ο νεαρός Μπλάγκογιε προσελήφθη ως βοηθός νοσηλευτής στον Σερβικό στρατό στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά από φοβερές μάχες το 1914-1915 και την ήττα του σερβικού στρατού από τις δυνάμεις της συμμαχίας Αυστροουγγαρίας, Γερμανίας και Βουλγαρίας, διασχίζει με τον συντετριμμένο εναπομείναντα σερβικό στρατό τα απόκρημνα βουνά μεταξύ Σερβίας και Αλβανίας, και φθάνει στο Σκούταρι, όπου λαμβάνει την μοναχική κουρά, την ημέρα της εορτής του Μεγάλου Βασιλείου (1η Ιανουαρίου 1916), με τις ευλογίες του Μητροπολίτου Δημητρίου της Σερβίας, ο οποίος είχε επίσης υποχωρήσει μαζί με τον βασιλέα Πέτρο Α΄ Καραγεώργεβιτς και την κυβέρνηση. Λαμβάνει το όνομα του αγίου Ιουστίνου, μάρτυρος και φιλοσόφου, δείχνοντας με αυτό την δίψα του για φιλοσοφία και μαρτύριο. Από το νησί της Κέρκυρας, όπου φιλοξενήθηκαν όλοι οι πρόσφυγες Σέρβοι, αποστέλλεται με μια ομάδα νέων Σέρβων φοιτητών, στην Ευρώπη και την Ρωσία για συνέχιση των σπουδών του.

Αφού πέρασε έξι μήνες στην Πετρούπολη, εν συνεχεία μεταβαίνει στην Οξφόρδη, όπου παραμένει μέχρι το τέλος του 1919 και τελειώνει σπουδές θεολογίας. Μετά την λήξη του πολέμου περατώνει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου λαμβάνει τον τίτλο του Διδάκτορος της Πατρολογίας υποστηρίζοντας την Διδακτορική του διατριβή: «Το πρόβλημα της προσωπικότητας και της γνώσεως κατά τον άγιον Μακάριον τον Αιγύπτιον». (Επανεκδόθηκε πρόσφατα σε απλούστερη γλώσσα μαζί με δύο άλλα παρόμοια κείμενά του με τον κοινό τίτλο «Οδός Θεογνωσίας» εκδ. Γρηγόρη). Κατά την ίδια περίοδο, εκδίδει επίσης το έργο του για τον Ντοστογιέφσκυ: «Η Φιλοσοφία και η Θρησκεία του Ντοστογιέφσκυ» (Βελιγράδι, 1923).

Μετά το πέρας των σπουδών του, ο όσιος Ιουστίνος διδάσκει Καινή Διαθήκη (Εισαγωγή και Ερμηνευτική), Πατρολογία και Δογματική στο ιερατικό σεμινάριο του αγίου Σάββα στο Σρέμσκι, Κάρλοβιτς, Πριζρένη και Μοναστήρι μέχρι το 1934. Κατά τα έτη 1931–1932, εργάζεται ως ιεραπόστολος στην Σλοβακία για την επιστροφή στην Ορθοδοξία των Σλοβάκων, που τους είχε πριν επιβληθεί η Ουνία. Το 1932 δημοσιεύει στην σερβική τον πρώτο τόμο της Δογματικής του. Το 1935 εκδίδεται ο δεύτερος τόμος της Δογματικής του και εκλέγεται καθηγητής της Δογματικής στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, όπου και παραμένει μέχρι τον πόλεμο και την γερμανική κατοχή το 1941.

Οι διώξεις του από το κομμουνιστικό καθεστώς

Κατά την διάρκεια του πολέμου, συμμετέχει στο μαρτύριο του Σερβικού λαού και της Εκκλησίας του. Προς το τέλος του πολέμου διώκεται από τους κομμουνιστές, και καταφεύγει σε πτωχά, απόμακρα μοναστήρια, όπου καταφέρνει να συνεχίσει την αρξαμένη ήδη μετάφραση πατερικών και αγιολογικών κειμένων (Μέγα Συναξαριστή) και να συντάξει τα σχόλιά του στα Ευαγγέλια και τις επιστολές του Παύλου, τα οποία συνεχώς συμπλήρωνε και μετά τον πόλεμο και τα οποία εκδόθηκαν μεταξύ των ετών 1970-1978, σε πολλούς τόμους. Τελικά, με την επικράτηση στην εξουσία του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Γιουγκοσλαβία το 1945, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται, και παρ’ ολίγο να τουφεκισθεί ως «εχθρός του λαού» από το ολοκληρωτικό καθεστώς του Ιωσήφ Μπρόζ Τίτο και της απάνθρωπης ιδεολογίας του άθεου μαρξισμού, που κατέρρευσε τόσο τραγικά, βυθίζοντας εκ νέου τον σερβικό λαό και την ζωντανή Εκκλησία του σε μία άβυσσο δοκιμασιών. Στερημένος όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτικών και θρησκευτικών, ο όσιος Ιουστίνος ζούσε υπό επιτήρηση σ’ ένα μικρό γυναικείο μοναστήρι, στο Τσέλιε, κοντά στην πόλη Βάλιεβο της Σερβίας, μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής του, το 1979. Κάθε μέρα τελούσε την Θεία Λειτουργία, και υπήρξε ο πνευματικός πατέρας των μοναζουσών, των ευλαβών πιστών και πολλών νέων φοιτητών, παραμένοντας ταυτόχρονα η «κεκρυμμένη συνείδησις της Σερβικής Εκκλησίας, αλλά και της μαρτυρικής Ορθοδοξίας εν γένει», όπως ελέχθη σχετικά από τον καθηγητή Πανεπιστημίου και Ακαδημαϊκό της Ακαδημίας Αθηνών, Ιωάννη Καρμίρη.

Στο μοναστήρι Τσέλιε, ο όσιος Ιουστίνος συνέχισε εκ νέου το δημιουργικό του έργο σ’ όλους τους τομείς της Θεολογίας: Ερμηνευτική, Πατρολογία, Λειτουργική, Ασκητική και Δογματική. Συνένωσε στον ίδιο του τον εαυτό, σ’ ένα βαθμό ο οποίος είναι σπάνιος στην εποχή μας, την καθολικότητα του ασκητικού βίου, της λειτουργικής ζωής και πράξεως και την ανανέωση της πατερικής παραδόσεως και θεολογίας. Λόγω των πνευματικών και θεολογικών διαστάσεων των έργων του, θεωρήθηκε ομόφωνα, ακόμη και κατά την διάρκεια της επί γής ζωής του, ως ο νέος πατήρ της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού. Παράλληλα κήρυξε άφοβα στον λαό το Ευαγγέλιο του Θεανθρώπου Χριστού, το Ευαγγέλιο της σωτηρίας του ανθρώπου και του κόσμου. Έβγαινε, όταν μπορούσε, από τα τείχη του μοναστηριού για να πάει στις ενορίες και στις επισκοπές της Σερβίας, αλλά υπέστη για τον λόγο αυτό πολλές δοκιμασίες, διωγμούς, συλλήψεις, ανακρίσεις από την κομμουνιστική ηγεσία. Ο κλήρος και ο λαός τον αγαπούσε, τον σεβόταν και τον άκουγε με μεγάλη προθυμία.

Εννοείται ότι δεν του δόθηκε εκ νέου η δυνατότητα να διδάξει στο Πανεπιστήμιο, αλλά εδέχετο κρυφά πολλούς καθηγητές και φοιτητές του Πανεπιστημίου, και όχι μόνο θεολόγους, οι οποίοι ζητούσαν συνομιλίες και συμβουλές. Πολλοί από τους νέους απευθύνονταν σ’ αυτόν, γιατί ενδιαφερόταν για τα προσωπικά τους θέματα και για τα ζωτικά προβλήματα της σύγχρονης εποχής. Για τον λόγο αυτό είχε πολλούς μαθητές. Ο αββάς Ιουστίνος είχε επίσης πολλούς φίλους στην Ευρώπη και την Αμερική, οι οποίοι του προμήθευαν μυστικά πολλές πρόσφατες και σημαντικές εκδόσεις θεολογικών και φιλοσοφικών έργων. Δεν παρέμεινε αδιάφορος στα προβλήματα του σύγχρονου οικουμενισμού, και το ενδιαφέρον του αυτό αποδεικνύεται με το έργο του «Η Ορθόδοξος Εκκλησία και ο οικουμενισμός (στα σερβικά, ρωσσικά και ελληνικά, Θεσσαλονίκη 1974). Βεβαίως με πολλή προσοχή παρακολουθούσε την ζωή και συνεργασία των Ορθοδόξων εκκλησιών. Είναι γνωστό ότι έγραψε κριτικές παρατηρήσεις του στο θέμα και την θεματολογία της προετοιμαζόμενης αγίας και μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας.

Προ της τελευτής του, ολοκλήρωσε τον τρίτο τόμο της Δογματικής (εξεδόθη στα σερβικά  στο Βελιγράδι το 1978), και συμπλήρωσε την Ερμηνεία του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Το έργο του αββά Ιουστίνου περιλαμβάνει στο σύνολό του περίπου 40 τόμους, εκ των οποίων οι 30 έχουν ήδη εκδοθεί μέχρι σήμερα στα σερβικά. (Μεταξύ αυτών, τρεις έχουν εκδοθεί στα ελληνικά, δύο στα γαλλικά και ένας στα αγγλικά). Σε χειρόγραφο και σε μαγνητοσκοπημένες ταινίες, παραμένουν ακόμη περίπου δέκα τόμοι, εκ των οποίων τρεις τόμοι με τις ομιλίες του έχουν εκδοθεί στα σερβικά. Πρόκειται για μια σειρά ομιλιών στα Ευαγγέλια, στις Κυριακές του έτους, στην Μ. Τεσσαρακοστή, την Μ. Εβδομάδα, το Πάσχα, την Πεντηκοστή και τις κινητές εορτές.

Ο όσιος Ιουστίνος κοιμήθηκε εν ειρήνη ακριβώς την ημέρα των γενεθλίων του στα 85 του χρόνια, ημέρα του Ευαγγελισμού, την ίδια μέρα που ήλθε σ’ αυτό τον κόσμο, γράφοντας έτσι και με την γέννηση και με τον θάνατό του το Ευαγγέλιο, το καλό και χαρμόσυνο μήνυμα της ζωής και σωτηρίας. Κηδεύτηκε από ένα σημαντικό αριθμό επισκόπων και κληρικών και πλήθος ορθοδόξου λαού, ανθρώπους που προσήλθαν απ’ όλα τα έθνη, Σέρβους, Έλληνες, Ρώσους και Γάλλους, γιατί πολλοί μεταξύ αυτών, και ιδιαίτερα οι μοναχοί του Αγίου Όρους, τον θεωρούσαν άγιο. Μέχρι σήμερα έχουν ήδη ζωγραφισθεί αρκετές εικόνες του που υπάρχουν στην Σερβία, την Ελλάδα, την Αμερική και την Γαλλία, και μοναχοί του Αγίου Όρους έχουν συγγράψει τροπάρια και κοντάκια της Ακολουθίας του. Ο τάφος του, στο μοναστήρι Τσέλιε, έγινε τόπος προσκυνήματος για πολλούς ευλαβείς Ορθοδόξους, οι οποίοι έρχονται απ’ όλες τις Βαλκανικές χώρες και την Ευρώπη. Ήδη έχουν συμβεί αρκετά θαύματα και θεραπείες με τις προσευχές του. Ελπίζουμε ότι σύντομα θα ενταχθεί στον Συναξαριστή των αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας.

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, μία μεγάλη ασκητική μορφή Επίσκοπος πρ. Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέφτιτς


Ο όσιος και θεοφόρος πατήρ Ιουστίνος ο νέος, από το μοναστήρι Τσέλι (Μονή των Αγίων Αρχαγγέλων) γεννήθη­κε στις 25 Μαρτίου του 1894, ξημερώματα του Ευαγ­γελισμού στην πόλη Βράνια της νοτίου Σερβίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Σπυρίδων, γνωστός ως π. Αλέξιος, και η μητέρα του Αναστασία. Κατά την βάπτιση έλαβε το όνομα Μπλάγκογιε (Ευάγ­γελος). Η οικογένεια του πατέρα του ήταν εκ παραδό­σεως ιερατική και είχε δώσει στην ορθόδοξη Εκκλη­σία τουλάχιστον επτά ιερωμένους. Αυτό εξάλλου φα­νερώνει και το επώνυμο Πόποβιτς (= Παπαδόπουλος). Από μικρό παιδάκι ακόμα, συχνά επισκεπτόταν με τους γονείς του τον άγιο Πρόχορο τον Θαυματουργό στην κοντινή Μονή Πσινίσκι όπου και είδε με τα μά­τια του την θεραπεία της μητέρας του από βαριά α­σθένεια το έτος 1929. Από την ευσεβή μητέρα του διδάχθηκε την ευαγγελική ευσέβεια, την προσευχή και τη νηστεία.

ιο12

Μια δεύτερη πηγή ευλάβειας για τον μικρό Ευάγ­γελο ήταν η ανάγνωση του Ευαγγελίου από τα δεκατέσσερά του χρόνια μα και η ασκητική βίωσή του μέχρι το τέλος  του. Από τότε έβαλε κανόνα στον εαυτό του να μελετά καθημερινά 3 κεφάλαια από την Κ. Διαθήκη, κάτι που φύλαξε μέχρι τέλους της ζωής του. Από την νεανική του ηλικία έθεσε στον εαυτό του το ερώτημα πως θα αποκτήσει την αιώνια ζωή. Αυξήθηκε πνευματικά, έζησε και ανέπνευσε στην ατμόσφαιρα της Αγίας Γραφής.

Τρίτη πηγή θείας έμπνευσης έγινε γι’ αυτόν η ανάγνωση των Συναξαρίων και αργότερα των έργων των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Οι άγιοι του Θεού, που είναι η ζώσα ομοίωση του Χριστού, ήταν μόνιμοι και καθημερινοί οδηγοί και δάσκαλοί του. Γι’ αυτό και σημείωνε: «Και οι σημερινοί χριστιανοί μπορούν να είναι αληθινοί χριστιανοί μόνο εάν οδηγούνται ημέρα με την ημέρα από τους αγίους του Θεού». Ιδιαίτερα αγαπούσε τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο στον οποίο με παιδική ειλικρίνεια και γλυκύτητα προσευχόταν διαρκώς. Ήταν όλος παραδομένος στον Θεάνθρωπο Χριστό, έχοντας ως ασφαλείς ποδηγέτες τους αγίους Πατέρες, τους αγίους του Θεού, που αργότερα συνέγραψε και μετέφρασε τους βίους, τους αγώνες και την θεόσδοτη ορθόδοξη φιλοσοφία και θεολογία τους.

Όταν τελείωσε τις 4 τάξεις του δημοτικού το 1905 με άριστα, πήγε στην εννεατάξια θεολογία του αγίου Σάββα στο Βελιγράδι με εξετάσεις τις οποίες πέρασε με άριστα όπως άριστη υπήρξε και η φοίτησή του. Αξιώθη­κε να έχει ως δάσκαλό του τον φωτισμένο άγιο Νικό­λαο Βελιμίροβιτς. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του ενδιαφέρεται για τα προβλήματα της παγκόσμιας βιβλιογραφίας και φιλοσοφίας ιδιαίτερα δε μελετά τα έργα του Ντοστογιέφσκυ όπου και διαπίστωσε την μηδαμινότητα και την εγωπάθεια της ανθρώπινης σοφίας χωρίς τον Χριστό. Άναψε διάπυρη αγάπη προς τον Κύριο η οποία πυρπολούσε την καρδιά του παραμένοντας άσβεστη μέχρι την τελευταία του αναπνοή.

Τελείωσε την Σχολή στα 1914 μα τον πρόλαβε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και στρατεύ­τηκε ως νοσοκόμος. Ακολουθώντας την τύχη του σέρβικου στρατού, πήρε το δρόμο της εξορίας μέσα από τα βουνά της Αλβανίας προς την Κέρκυρα. Καθ’ οδόν ένοιωσε πλέον έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στο Χριστό και με την ευλογία του Μητροπολί­του Βελιγραδίου Δημητρίου έλαβε στην Σκάνδρα το μοναχικό σχήμα την 1η Ιανουαρίου του 1916 και πή­ρε το όνομα του αγίου μάρτυρος και φιλοσόφου Ιουστίνου.

Από την Κέρκυρα, μετά από ενέργειες του Μη­τροπολίτου Δημητρίου, φεύγει με μια ομάδα φωτισμέ­νων θεολόγων για θεολογικές σπουδές στην Αγία Πε­τρούπολη. Σύντομα όμως, λόγω των πολιτικών εξελί­ξεων στην Ρωσία, αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει και να μεταβεί στην Οξφόρδη. Εκεί έμεινε δύο χρό­νια ετοιμάζοντας την διδακτορική του εργασία με θέ­μα «Η φιλοσοφία και η θρησκεία του Φ.Μ. Ντοστογιέβσκυ». Η εμμονή του στην κριτική του δυτικού Χριστιανισμού και στην υπεράσπιση του Ντοστογιέβσκυ του κόστισε την απόρριψη της διατριβής. Στο τελευταίο κεφάλαιο της διατριβής του εμφάνισε οξύτατη κριτική στη ρηχότητα και την υποκρισία του δυτικού ανθρωποκεντρισμού και ουμανισμού ιδιαίτερα του ρωμαιοκαθολικισμού. Έτσι το 1919, όταν, μετά το τέλος του πολέμου, γύρισε στην πατρίδα του τοποθετήθηκε ως καθηγητής θεολογίας στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι. Σύντομα με ευλογία του Πατριάρχη Σερβίας κατευθύνεται στην ορθόδοξη Ελλάδα  «για να γίνει περισσότερο ορθόδοξος» όπως έλεγε ο Πατριάρχης. Στην Α­θήνα, αφού παρέμεινε από το 1919 έως το Μάϊο του 1921, παίρνει  το διδακτορικό του δί­πλωμα στην Πατρολογία το 1926 με θέμα «Το πρό­βλημα του προσώπου και της γνώσεως στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο». Η διετής παραμονή του στην Ελλάδα ήταν γεγονός μεγάλης σπουδαιότητας και ωφέλειας και για τον ίδιο αλλά και για το μετέπειτα έργο του στις Εκκλησίες στη Σερβία. Γνώρισε από κοντά την αιωνόβια ευσέβεια και τη δραστήρια εκκλησιαστική ζωή του ελληνικού λαού γι’ αυτό τόνιζε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του προς τους Σέρβους: «Τα αδέλφια μας, τους Έλληνες, πάντοτε να τους αγαπάτε σαν τους δικούς σας πνευματικούς γονείς και αναδόχους και ως παντοτινούς δασκάλους στην πίστη, την ευσέβεια και την εκκλησιαστικότητα».

Γνώριζε πολύ καλά την παλαιοσλαβική, την αρχαιοελληνική, την λατινική, την ρωσική, την νεοελληνική, την αγγλική, την γερμανι­κή και την γαλλική.

Στα επόμενα έτη εργάστηκε στις Εκκλησιαστικές Σχολές του Κάρλοβατς, στο Πριζρέν και του Μο­ναστηρίου (Βίτολα). Στα 1930-31 ή Σερβική Εκκλη­σία τον έστειλε μαζί με τον Μητροπολίτη Ιωσήφ σε ιεραποστολική αποστολή στην Τσεχοσλοβακία. Εκεί εργάστηκαν επί ένα χρόνο στην διαφώτιση και οργά­νωση των ενοριών και του μοναχικού βίου των ορθο­δόξων Σλοβάκων στα Καρπάθια οι οποίοι επέστρεφαν και πάλι στην Ορθοδοξία από την Ουνία. Ενώ ακόμη βρισκόταν εκεί, εξελέγη το 1931 επίσκοπος της νεο­συσταθείσης Επισκοπής Καρπαθίας αλλά από ταπεί­νωση δεν δέχτηκε την θέση εκείνη.

Στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής βρέθηκε σε διάφορες μονές και σταδιακά στο Βελιγράδι, μοι­ραζόμενος την τύχη του λαού του. Με την εγκαθίδρυ­ση της νέας κομμουνιστικής εξουσίας στην Γιου­γκοσλαβία το 1945, εκδιώχθηκε από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου μαζί με άλλους 200 καθηγητές. Σύντομα συνελήφθη στην μονή Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία (1946) και φυλακί­στηκε. Λίγο έλειψε να εκτελεστεί από το καθεστώς ως «εχθρός του λαού», αλλά σώθηκε την τελευταία στιγ­μή όταν ο Πατριάρχης Γαβριήλ κατά την επιστροφή του από το  Άουσβιτς απαίτησε την αποφυλάκισή του.

Διωγμένος από το Πανεπιστήμιο και δίχως κά­ποια σύνταξη, στερημένος από τα ανθρώπινα, θρη­σκευτικά και πολιτικά του δικαιώματα, έζησε ουσιαστικά έγκλειστος στην μικρή γυ­ναικεία μονή των Αρχαγγέλων στο Τσέλι του Βάλιεβο. Ακόμη και εκεί όμως οι πολιτικές αρχές δεν τον άφηναν ήσυχο. Πέρα από την συνεχή και ασφυκτική παρακολούθηση, συχνές ήταν και οι ανακρίσεις στην πολιτική διοίκηση του Βάλιεβο. Σε περιόδους δε κρί­σιμων συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου στο Βελιγρά­δι, του απαγορευόταν οποιαδήποτε έξοδος από την μονή επί μήνες από τον φόβο τυχόν επιρροής του στους επισκόπους. Παρά τις δύσκολες αυτές και οδυνηρές συνθήκες προσευχόταν αδιάλειπτα, επικοινωνούσε με όσους είχαν το θάρρος να τον επισκέπτονται, συνέχιζε το ιεραποστολικό του έργο και έγραφε συνεχώς δίχως να σταματήσει την παράλληλη μελέτη των προσφιλών του Αγίων Πατέ­ρων και των Συναξαρίων.

Λειτουργούσε καθημερινά, νήστευε πλήρως όλες τις Παρασκευές του έτους καθώς και την Α’ Εβδομά­δα των Νηστειών και την εβδομάδα των Παθών ενώ έ­κανε και άλλες νηστείες εκτός από τις διατεταγμένες της Εκκλησίας. Ακολουθώντας πιστά το μακραίωνο μοναστικό τυπικό, τελούσε όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Εκατοντάδες ήταν τα ονόματα που μνη­μόνευε στην Θεία Λειτουργία, ονόματα που του έδι­ναν είτε προφορικά είτε μέσω επιστολών.

Παρά τον αυστηρό περιορισμό του από τις πολιτι­κές αρχές, η  φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα και πέ­ρασε τα σύνορα της Σερβίας. Έτσι, τον επισκέπτο­νταν όχι μονάχα Σέρβοι από διάφορες περιοχές της χώρας αλλά και πολλοί Έλληνες. Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 25 Μαρτίου 1979, ανήμερα του Ευαγγελισμού μα και ημέρα της γεννήσεώς του. Μετά την αγιοποίησή του η μνήμη του εορτάζεται στις 14 Ιουνίου.

(Επιλογή στοιχείων από το βιβλίο του Επισκόπου Αθαν. Γιέβτιτς, Βίος του Οσίου Πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς, εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα 2001)